Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου;

Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου;


 
 Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου; Ζη­τάς α­πό το Θε­ό να σε σπλα­χνι­στεί, κι ε­σύ κα­τα­ρι­έ­σαι τον άλ­λο; Μη γε­λι­έ­σαι. Αν δεν συγ­χω­ρή­σεις, δεν θα συγ­χω­ρη­θείς. Το ξέρεις!


Και ό­μως, ό­χι μό­νο δεν συγ­χω­ρείς, αλ­λά πα­ρα­κα­λάς και το Θε­ό να μη συγ­χω­ρή­σει! Αν, ό­μως, δεν συγ­χω­ρεί­ται ε­κεί­νος που δεν συγ­χω­ρεί, πώς θα συγ­χω­ρη­θεί ε­κεί­νος, που και τον Κύ­ριο πα­ρα­κα­λά­ει να μη συγ­χω­ρή­σει; Αν εί­ναι κα­κό να έ­χεις ε­χθρούς, σκέ­ψου πό­σο χει­ρό­τε­ρο εί­ναι να τους κα­τη­γο­ρείς και να τους κα­τα­ρι­έ­σαι. Ε­σύ πρέ­πει να δώ­σεις λό­γο για το ό­τι έ­χεις ε­χθρούς, και κα­τη­γο­ρείς ε­κεί­νους; 

 
Πώς θα σου δώ­σει ά­φε­ση ο Θε­ός, ό­ταν Του ζη­τάς να βλά­ψει άλ­λους, την ώ­ρα που Τον πα­ρα­κα­λείς για τα δι­κά σου α­μαρ­τή­μα­τα κι έ­χεις α­νάγ­κη α­πό με­γά­λο έ­λε­ος; Ό­ταν μά­λι­στα, προ­σεύ­χε­σαι για τον ε­αυ­τό σου, γυ­ρί­ζεις τη μα­τιά σου δε­ξιά κι α­ρι­στε­ρά, χα­σμου­ρι­έ­σαι και φέρ­νεις στο νου σου χί­λιους δυ­ο λο­γι­σμούς. Ό­ταν, ό­μως, προ­σεύ­χε­σαι ε­ναν­τί­ον των ε­χθρών σου, το κά­νεις με με­γά­λη αυ­το­συγ­κέν­τρω­ση και δια­ύγεια σκέ­ψε­ως. Γνω­ρί­ζει, βλέ­πεις, ο δι­ά­βο­λος πως, ό­ταν ζη­τά­με το κα­κό των άλ­λων, στρέ­φου­με το ξί­φος ε­ναν­τί­ον μας, γι’ αυ­τό τό­τε δεν δια­σπά την προ­σο­χή μας και δεν τρα­βά­ει το νου μας ε­δώ κι ε­κεί.



 Ξέ­χα­σε, λοι­πόν, τις ξέ­νες α­μαρ­τί­ες, για να ξε­χά­σει και ο Κύ­ριος τις δι­κές σου. Για­τί αν πεις, “Τι­μώ­ρη­σε τον ε­χθρό μου”, έ­κλει­σες το στό­μα σου. Έ­χα­σε πια η γλώσ­σα σου το δι­καί­ω­μα να μι­λά­ει στο Θε­ό. Πρώ­τα-πρώ­τα ε­πει­δή ε­ξαρ­χής Τον πα­ρόρ­γι­σες, κι υ­στέ­ρα ε­πει­δή ζη­τάς πράγ­μα­τα που εί­ναι αν­τί­θε­τα στον ί­διο το χα­ρα­κτή­ρα της προ­σευ­χής. Α­φού, δη­λα­δή, προ­σέρ­χε­σαι για να ζη­τή­σεις συγ­χώ­ρη­ση α­μαρ­τη­μά­των, πώς μι­λάς για τι­μω­ρί­α; Το αν­τί­θε­το έ­πρε­πε να κά­νεις, να πα­ρα­κα­λάς για τους άλ­λους, ώ­στε στη συ­νέ­χεια να πα­ρα­κα­λέ­σεις με παρ­ρη­σί­α και για τον ε­αυ­τό σου.

Αν προ­σευ­χη­θείς για τους συ­ναν­θρώ­πους σου, τα πέ­τυ­χες ό­λα, έ­στω κι αν δεν πεις το πα­ρα­μι­κρό για τις δι­κές σου α­μαρ­τί­ες.

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος 

26/5/11

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ...




Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου

Δν εναι μόνο ατ γέννηση
τν καημένων τν νθρώπων
πο ρχεται π σάρκα κααμα.
φο εναι θνητοπο γεννιονται δ
κα πεθαίνουν τόσο γρήγορα·
ατ εναι βέβαια πρώτη.

πειτα εναι τ βάπτισμα το
γίου Πνεύματος .
ταν τ φς Του κατεβαίνει
στος βαπτιζόμενους ν δατι.

τρίτη πάλι μς γενν
πτ δάκρυα κα τος πόνους μας .
πο καθαρίζουν τν εκόνα μας
π τος σπίλους τς φαυλότητας.

Στν μι γεννιέσαι π’ τος
πατέρες σου .
στν λλη γίνεσαι παιδ Θεο
στν τρίτη διος εσαι γεννήτορας .
 σο ζωή σου κολουθε τ γιο φς.


* Gregorius Nazianzen,  
TLG, Carmina quae spectant at alios (062) Occurrence 2: page 1498, line 12.



24/5/11

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ...







Να τα προσέχεις τα μεγάλα κομποσχοίνια!

Όλα τα μεγάλα να τα προσέχεις!

Τα μεγάλα λόγια,

τα μεγάλα δώρα,

τις μεγάλες ευχές,

τις μεγάλες μετάνοιες,

τους μεγάλους κανόνες,

- πλην του ενός εκείνου, του Ανδρέου Κρήτης -

τις μεγάλες ευλάβειες,

τις μεγάλες αρετές.

Και πριν απ' όλα,

και πάνω απ' όλα,

τις μεγάλες σιγουριές!

Από το βιβλίο"Μετά βαθυτάτης υποκλίσεως. Ποιητικά τολμήματα",  του Μητροπολίτου Προικοννήσου κ. Ιωσήφ,
(έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2010, σελίδες 144).
 

20/5/11

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΠΑΡΑΛΥΤΟΙ...


Απομαγνητοφωνημένο κήρυγμα του π. Χριστόδουλου Μπίθα, 
στον Ι. Ναό Αγ. Παρασκευής Λευκάδος.

Ένα μήνα πριν το Πάσχα κατά την εορτή του Πουρίμ, δηλαδή  της μνήμης της σωτηρίας των Εβραίων από το διάταγμα εξόντωσής τους  από του Πέρσες, εισήλθε ο Κύριος στα Ιεροσόλυμα από την πύλη την λεγομένη προβατική. Λεγόταν έτσι γιατί ήταν η πύλη, απ’ όπου έβαζαν τα πρόβατα εκείνα που προορίζονταν για τις θυσίες στο θυσιαστήριο. Ήταν εκεί, λοιπόν, κοντά στην πύλη αυτή την Προβατική, μια δεξαμενή που λεγόταν Βηθεσδά, που σημαίνει «το σπίτι του ελέους». Και εκεί υπήρχε μια παλιά εβραϊκή παράδοση, ότι όταν ταραζόταν το νερό, κάποια στιγμή από άγγελο Κυρίου (έτσι έλεγε η παράδοση) όποιος προλάβαινε κι έπεφτε μέσα πρώτος θεραπευόταν. 

Ο Κύριος λοιπόν περνά από εκεί. Φανταζόμαστε το θέαμα. Ένα σωρό άνθρωποι, σακάτηδες, τυφλοί, αναγκεμένοι, σέρνονται γύρω από το στηθαίο της δεξαμενής και ανάμεσα σ’ όλους αυτούς ο Κύριος εστιάζει σ’ ένα πρόσωπο. Ο Κύριος που καταλαβαίνει τις ψυχές όλων μας, βλέπει έναν άνθρωπο που είναι διαφορετικός από όλους εκείνους που απευθυνόταν συνήθως στα άλλα θαύματα που έκανε. Ένας παράλυτος 38 χρόνια βρισκόταν εκεί και δεν είχε βρει ποτέ κανένα να τον ρίξει μέσα στην δεξαμενή. Ο ίδιος ήταν δύσκολο να κινηθεί. Πριν προλάβει, λοιπόν, να πει τίποτα εκείνος στον Χριστό (μάλλον δεν σκόπευε) γυρνάει ο Κύριος, τον κοιτάει στα μάτια, και του λέει: «θέλεις να θεραπευτείς;». Εκείνος αρχίζει τα παρακάλια. «Τόσα χρόνια είμαι εδώ και δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να με ρίξει μέσα». 

Αυτός ο άνθρωπος ο παράλυτος, μας φέρνει κατευθείαν στο νου τον παράλυτο της άλλης διηγήσεως του Ευαγγελίου. Ας το θυμηθούμε γιατί έχει σημασία. Ήταν ο Κύριος στην Καπερναούμ, σ’ ένα σπίτι και φορείο με έναν παράλυτο. Κι ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους γι’ αυτόν τον άνθρωπο που γκρέμισαν, επειδή δεν μπορούσαν να μπουν, την στέγη του σπιτιού και τον κατέβασαν μέσα. Και βλέποντας την πίστη τους στον Θεό και την αγάπη τους στον φίλο τους είπε ο Ιησούς στον παράλυτο «Σού συγχωρούνται οι αμαρτίες σου».

Ας κοιτάξουμε την διαφορά. Στην μία διήγηση κάποιος που αγαπάει και αγαπιέται. Η αυτοθυσία, η αλληλεγγύη, η αγάπη των ανθρώπων των δικών του τον οδηγούν στο θαύμα. Ένας άνθρωπος άξιος να αγαπήσει και να αγαπηθεί δεν χρειάζεται να πει τίποτε άλλο. Είναι μέσα σε κοινωνία με τον Θεό και η θεραπεία γίνεται αμέσως.

Σήμερα, σε αυτή την περικοπή που ακούσαμε, έχουμε έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι 38 χρόνια δεν βρέθηκε κανείς να τον ρίξει μέσα. Είναι δυνατόν;  Είναι δυνατόν να μην βρεθεί ούτε ένας να σε ρίξει μέσα; Εδώ έχουμε ένα θαύμα διαφορετικό από άλλα. Συνήθως τον πλησιάζει ένας άντρας, μια γυναίκα με παρρησία και λένε «πιστεύω ότι είσαι ο Υιός του Δαυίδ, σώσε με». Εδώ δεν λέει κουβέντα. Ο Κύριος τον καταλαβαίνει. 

Τι συμβαίνει μ’ αυτόν τον άνθρωπο, μ’ αυτόν τον παράλυτο; Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αγάπη καθόλου. Δεν έβρισκε ούτε καν έναν άνθρωπο να συνδεθεί μαζί του, να πάει να περιμένει, να τον βοηθήσει. Οι άλλοι γκρέμισαν μια στέγη για να βάλουν τον αγαπημένο τους. Εδώ δεν βρέθηκε ούτε ένας να κάθεται λίγο μαζί του να του κάνει παρέα. Τι συνέβαινε με αυτόν τον άνθρωπο; Ήταν βυθισμένος στην μοναξιά του. Προφανώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι τις μέρες που πέρναγαν μέσα στα χρόνια γκρίνιαζε, φώναζε, μουρμούραγε, τα ’χε με όλους, τους κατηγορούσε. 

Και μας έρχεται στον νου ποιος άλλος; Ο εαυτός μας. Που καθώς περνάει ο χρόνος, παράλυτοι εμείς από την αμαρτία, σιγά-σιγά χάνουμε την πίστη μας στην αγάπη. Αποτυγχάνουμε. Χάνουμε φίλους, χάνουμε παρέες. Μπορεί να χωρίσουμε. Μπορεί να έχουμε μια επαγγελματική αποτυχία. Κλεινόμαστε στον εαυτό μας, ειδικά σ’ αυτούς τους καιρούς τους περίεργους και αφιλόξενους. Κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Και αρχίζουμε κι εμείς αυτά που λέγαν και οι προηγούμενοι. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχουν αξίες, τον εαυτό σου να κοιτάς. Και καθώς τα λέμε αυτά, όλο και περισσότερο κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Τι θλιβερό που είναι άνθρωποι να τερματίζουν την ζωή τους και να μην έχουν ούτε ένα φίλο. Και χειρότερο από αυτό. Να μην τους αγαπούν οι συγγενείς τους και πάντα να φταιν οι άλλοι. Πάντα να φταιν οι άλλοι, ποτέ οι ίδιοι.

Ο Κύριος αφού κάνει την θεραπεία σ’ αυτόν τον άνθρωπο που θέλησε να τον ξεχωρίσει, όχι γιατί κατάλαβε ότι ήταν προφήτης, ότι ήταν δάσκαλος, ότι ήταν Μεσσίας, αλλά τον ξεχώρισε γιατί ήταν τόσο πολύ δυστυχισμένος, μα τόσο πολύ δυστυχισμένος, που όλους τους είχε διώξει από κοντά του. Όταν τον θεραπεύσει και αυτός μέσα από την χαρά της θεραπείας του σηκωθεί πάνω (ας το σκεφτούμε αυτό πως είναι να είσαι καθηλωμένος χρόνια ολόκληρα και να σηκώνεσαι πάνω), όταν σηκώνεται πάνω και αρχίζει να ζητωκραυγάζει του λέει «πήγαινε και μην ξανακάνεις τα ίδια, γιατί τότε θα ’ναι χειρότερα. Μην ξανααμαρτήσεις». Αυτή ήταν η αμαρτία του. Είχε ξεχάσει τι θα πει αγάπη. Άρα είχε ξεχάσει τι θα πει Θεός. Άρα είχε ξεχάσει τι θα πει πλησίον και συνάνθρωπος. Άρα ένοιωθε μια σκοτεινιά τεράστια μέσα στην ψυχή του. 

Πόσους ανθρώπους δεν ξέρουμε που είναι έτσι; Μπορεί να έχουν χρήματα, να έχουν κοινωνική καταξίωση, να έχουν καθωσπρεπισμό κι όμως είναι βυθισμένοι σ’ ένα σκοτάδι. Κάποιος απαισιόδοξος θα έλεγε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι είμαστε. Κάποιος αισιόδοξος θα έλεγε ότι είμαστε έτσι αλλά μπορεί να το καταλαβαίνουμε. Η πραγματικότητα της κοινωνίας, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, μας θυμίζει πάρα πολύ την σημερινή περικοπή. Άνθρωποι παράλυτοι ψυχικά, ηθικά, από τις αξίες. Που όλη την ώρα λένε «αν είχα κάποιον να με βοηθήσει τότε μπορεί να άλλαζα. Αν υπήρχε Θεός και μου εμφανιζόταν και μου ’κανε ένα θαύμα, τότε μπορεί να άλλαζα». Αν, αν, αν… και εν τω μεταξύ πάντα φταίνε οι άλλοι.

Κι όπως λέει εκείνο το τραγουδάκι το ωραίο: «πάντα γι’ άλλους μιλάμε». Ποτέ για τον εαυτό μας. Πρόθυμοι να κουτσομπολέψουμε, να κατηγορήσουμε, να οικτίρουμε τον οποιονδήποτε. Φτάνει να μην μας πουν τίποτα για τον εαυτό μας. Όταν μας πουν κάτι θυμώνουμε, παρεξηγιόμαστε, βρίζουμε, έχουμε όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Κανείς δεν έχει δικαιολογία παρά μόνο εμείς. Έτσι κάνουμε. Κι όσο μεγαλώνουμε χειρότεροι γινόμαστε.

Ποια είναι η ελπίδα λοιπόν; Η ελπίδα είναι το παράδειγμα του άλλου παραλυτικού. Η ελπίδα είναι ότι όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να πει ένα όχι σε αυτή την πεπτωκυία φύση, την χοϊκή, την χωμάτινη που μας τραβάει προς τα κάτω, που θέλει να μας κλείσει στον εαυτό μας, όταν αποφασίσει ότι πρέπει να αγαπήσει ακόμα κι αν η φύση του, η αμαρτία του του λέει το αντίθετο, όταν αποφασίσει ότι πρέπει να συγχωρήσει, όταν αποφασίσει ότι δεν πρέπει να κατακρίνει, τότε έρχεται η χάρις του Θεού και αναπληρώνει αυτά που φαίνονται αδύνατα για μας. 

Έτσι, λοιπόν, όπως μάθαμε σε αυτή την μικρή και όμορφη ενορία της πόλης της Λευκάδος, πριν από χρόνια έγινε ένα θαύμα την ημέρα της αγίας Βαρβάρας. Μετατέθηκε η εορτή του θαύματος για την σημερινή ημέρα, επειδή έβρεχε συνήθως την ημέρα της αγίας Βαρβάρας, για να μπορεί να γίνεται η λιτανεία, να χαίρεται ο λαός, να συμμετέχει και να δοξολογεί, επειδή ακριβώς είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα από τις ασθένειες αυτές τις μολυσματικές, όπως ήταν τότε η ευλογιά. Τώρα τα ’χουμε ξεχάσει, μ’ ένα χαπάκι μπορούμε πολλά να διορθώνουμε και με την πρόοδο της ιατρικής, αλλά τότε οι άνθρωποι υπέφεραν πάρα πολύ. Κι η μοναδική παρηγοριά που είχαν ήταν η λιτανεία, η παράκληση στον Κύριο. Έγινε ένα θαύμα, λοιπόν, όπως διηγούνται οι παλιοί. Και δοξάζεται ο Θεός για αυτή την θαυματουργική επέμβασή Του.

Μόνο ας σκεφτούμε, καθώς εορτάζουμε το θαύμα. Από κείνους όλους τους ανθρώπους που, είτε θεραπεύτηκαν, ή γλίτωσαν από τον θάνατο πόσοι άραγε δοξολόγησαν με την ίδιά τους την ζωή; Ας θυμηθούμε εκείνη την διήγηση με τους λεπρούς. Δέκα θεραπεύτηκαν οι άλλοι εννιά που πήγαν; λέει ο Κύριος. Από κείνους τους ανθρώπους τους καλούς που θεραπεύτηκαν, που γλίτωσαν πόσοι άραγε αναγνώρισαν πέρα από τα πανηγύρια μια φορά τον χρόνο κι ίσως ένα τάμα, πόσοι αναγνώρισαν το θαύμα στη ζωή τους, ούτως ώστε να αλλάξει η ζωή τους, να προχωρήσουν προς τον Θεό, να πιστέψουν στο Ευαγγέλιο, να αρχίσουν να ζουν στην εκκλησία των μυστηρίων, να πάψουν να βλέπουν τυπικά την εκκλησία, να πάψουν να κατηγορούν τους άλλους, να κατηγορούν τους επισκόπους, τους ιερείς κι έτσι οι ίδιοι να συνεχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Πόσοι άραγε; Μόνο ο Θεός το ξέρει.

Είμαστε σίγουροι όμως ότι απ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους που ευεργετήθηκαν τότε θα υπήρξαν άνθρωποι που θα κατάλαβαν το σημαντικότερο. Αυτό που καλείται ο καθένας μας να αναγνωρίσει. Ότι το θαύμα δεν είναι κάτι που γίνεται απέξω μας, για να μας λύσει ένα θέμα, μια αρρώστια, μια αποτυχία. Το θαύμα αρχίζει και το ζει ο άνθρωπος όταν αφιερώσει την ζωή του στον Θεό. Προσέξτε, όταν λέμε να αφιερώσει, δεν εννοούμε να γίνει μοναχός, ιερέας ή ο,τιδήποτε άλλο. Αυτό είναι κλίση. Να αφιερώσω, σημαίνει να βάλω ως κέντρο της ζωής μου τον Χριστό, να καταλάβω πως ζωή δίχως νόημα δεν είναι ζωή, ζωή δίχως αγάπη δεν είναι ζωή.

Αυτό είναι το κήρυγμα του ευαγγελίου. Δεν είναι οι νόμοι και οι κανόνες. Αυτά υπάρχουν απλώς να μας δείχνουν, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ποια είναι η αμαρτία μας. Ο νόμος του Θεού είναι η αγάπη. Μόνο αυτή μπορεί να σώσει τον κόσμο που αιματοκυλιέται καθημερινά σε πολέμους, σε εγκλήματα, σε ταραχές, καταστροφές.
Πως κατάντησε η Ελλάδα, το βλέπετε. Πώς κατάντησε! Εμείς που ζούμε στην κάποτε παλιά Αθήνα, που έλεγε το τραγουδάκι «διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι», την βλέπουμε τώρα τσαλακωμένη, καταματωμένη, με το κέντρο της το όμορφο, με τα νεοκλασσικά κτήρια, με τα αγάλματα των ποιητών και των μεγάλων σοφών μουτζουρωμένα, μαυρισμένα, με σπασμένες τις προθήκες των καταστημάτων, με ανθρώπους να χτυπάει ο ένας τον άλλο και κανείς να μην ξέρει γιατί χτυπάει και ποιον χτυπάει.

Μόνο η αγάπη μπορεί να σώσει αυτό τον κόσμο. Όχι γιατί έχουμε στο μυαλό μας ουτοπίες ότι τάχα θα γίνει κάποτε κάποια χιλιετής βασιλεία ή κάποια χριστιανική δημοκρατία. Ο Χριστός το απέκλεισε αυτό. Ετούτος ο κόσμος θα τελειώσει έτσι όπως πορεύεται. Με τον άρχοντα του κόσμου τούτου, τον σατανά, να διαφεντεύει τις πληγές όλων των ανθρώπων που είναι παράλυτοι. Αλλά όπως λέει η αποκάλυψη (που δεν είναι ένα μελλοντολογικό βιβλίο αλλά είναι με έναν άλλο τρόπο ειπωμένο αυτό που λέει και το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο και οι επιστολές της αγάπης του μαθητού της αγάπης Ιωάννου), όποιος συνταχθεί με το Αρνίον, με τον Χριστό θα σωθεί. Όποιος συντάσσεται με τον Χριστό δεν κινδυνεύει από τίποτα. Όποιος μετέχει των αγίων μυστηρίων και της Θείας Κοινωνίας, αλλά συνειδητά, όχι τυπικά, όχι εθιμοτυπικά.

Χριστιανοί πρέπει να γινόμαστε για να σωθούμε, για να νιώσουμε την χαρά. Όχι επειδή είμαστε Έλληνες ή ήταν οι πατεράδες μας ή οι μαμάδες μας. Χριστιανοί πρέπει να γινόμαστε γιατί καταλάβαμε ότι ο άνθρωπος ο παράλυτος δεν έχει μέλλον. Ότι ο άνθρωπος ο παράλυτος σε αυτή την ζωή θα ’ναι μόνος του και δεν θα βρίσκει ούτε έναν άνθρωπο να του συμπαρασταθεί. Και θα παρακαλεί και θα παρακαλεί και θα τα βάζει με όλους. Μόνο η αγάπη αδερφοί μου μπορεί να σώσει αυτό τον κόσμο. Μόνο ο Χριστός δηλαδή.

Έτσι, λοιπόν, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στην ανάμνηση ενός θαύματος, συνεχώς δηλαδή, γιατί η εκκλησία μας κάθε μέρα την γιορτάζει την ανάμνηση του θαύματος, ας θυμόμαστε. Θαύμα κατά την ορθόδοξη θεολογία δεν είναι η έκτακτη υπερφυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αλλά θαύμα πραγματικό είναι το να ζει ο άνθρωπος το θαύμα αυτό κάθε μέρα στην ζωή του. Να δοξάζει το πρωί που σηκώνεται και να λέει «Δόξα τω Θεώ, είναι θαύμα που ζω! Θα μπορούσα να ’χα πεθάνει». Να τρώει και να κάνει τον σταυρό του όχι τυπικά, αλλά να λέει «Δόξα τω Θεώ που έχω να φάω, έστω κι ένα καρβέλι ψωμί». Να τελειώνει το βράδυ και να λέει «Δόξα τω Θεώ που βγήκε η σημερινή ημέρα! Κι αν έκανα λάθη Θεέ μου σε παρακαλώ συγχώρεσέ με. Δόξα τω Θεώ για το δώρο της ζωής!»

Όταν και όσο ο άνθρωπος αρχίζει να αντιμετωπίζει την ζωή του σαν θαύμα, τότε συγκλονισμένος βλέπει χιλιάδες θαύματα να γίνονται γύρω του. Δεν χρειάζεται πια αποδείξεις. Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς βιβλία με θαύματα. Το ζει το θαύμα. Γιατί ζει Κύριος ο Θεός. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Ο Θεός να είναι μαζί μας, να μας ευλογεί, να μας φωτίζει! Η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Παρασκευή με τις πρεσβείες τους στον Κύριο να μας δυναμώνουν και να μας κάνουν να πορευόμαστε τον δρόμο Του! Αμήν!       

               

18/5/11

Η Μεγάλη Εβδομάδα κι εμείς...

Αργήσαμε λίγο, αλλά το δημοσιεύουμε γιατί αξίζει να το διαβάσετε...


 Ομιλία π. Β. Χ.

Ποιό μέτρο αναδεικνύει την μεγαλειότητα αυτής της εβδομάδος που αποκαλούμε Μεγάλη; Είναι το μέτρο της παρουσίας του Θεού. Ο Θεός καταφέρνει με έναν απερινόητο τρόπο να χωρέσει την ύπαρξή Του μέσα σε επτά ημερολογιακές ημέρες. Διανύοντας ο άνθρωπος τις ημέρες αυτές και αναλογιζόμενος αυτήν την Θεϊκή παρουσία, αρχίζει και αντιλαμβάνεται κάτι συγκλονιστικά αντινομικό, το πόσο μικρή τελικά είναι αυτή η εβδομάδα. Τα επτά εικοσιτετράωρα είναι ελάχιστα. Μεγάλος είναι ο Θεός, που καταφέρνει να αποκαλυφθεί μέσα σε χρόνο γήινο συνάμα και λειτουργικό. Ξέχειλες οι ημέρες από τον Θεό, όπως τα ποτήρια των διψασμένων, με τα οποία αχόρταγα θέλουν να ρουφήξουν νερό, να ξεδιψάσουν. Αχόρταγος και ο γήινος χρόνος, διψασμένος ο ανθρώπινος βίος θέλουν να πλημμυρίσουν Θεό. 


 Μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα λοιπόν εμπερικλείεται όλο το νόημα του κόσμου, φυλάγεται όλη  μας η ύπαρξη, διακυβεύεται η αιωνιότητά μας, αποφασίζουμε αν θα ζήσουμε η αν θα πεθάνουμε. Αν είναι έτσι τα πράγματα, ριγος καταλαμβάνει την ύπαρξή μου, όταν προσπαθώντας κάθε χρόνο να κοιτώ τον εαυτό μου καθισμένο μέσα στο άγιο Βήμα, με το βιβλιαράκι των ακολουθιών στο χερι μου, ακροώμενος τα ψαλλόμενα και ταυτόχρονα σεριανίζοντάς τα με την όρασή μου, μήπως τελειώσει η Μεγάλη Εβδομάδα και παραμείνω σαν ένας αμήχανος θεατής που δεν κατάλαβε τίποτα απ’ την παράσταση που μόλις τελείωσε, και το μόνο που του απέμεινε είναι το πρόγραμμα της εκδήλωσης στα χέρια του. 

Μεγάλη λοιπόν η εβδομάδα και το ζητούμενο απ’ τον άνθρωπο είναι να μπορέσει, σαν τις μέρες που δεν το καταφέρνουν και γι’ αυτό ξεχειλίζουν, να μπορέσει να βαστάξει την παρουσία του Θεού. Να μπορέσει να χωρέσει τον Θεό, να Τον περιχωρήσει, να Τον αγκαλιάσει, να Τον περικλείσει μέσα στην περιορισμένη ύπαρξή του. Ο Θεός δίνεται, σκορπίζεται με τρόπο αφειδώλευτο και ο άνθρωπος αποδεικνύεται ανίκανος να βαστάξει το βάρος ενός τέτοιου Θεού. Ασφυκτικά μικρός για να μπορέσει να χωρέσει το εκτόπισμα ενός Θεού, που αγαπά τρελά και παράφορα τον άνθρωπο, μέχρι θυσίας σταυρικής.


  Δεν αντέχει ο άνθρωπος έναν τέτοιο Θεό. Δεν ξέρει πως να διαχειριστεί την αγάπη, τον έρωτά Του. Δεν έμαθε ποτέ πως είναι να αγαπάς. Ευτέλισε την λέξη και τώρα που η Αγάπη τον προσεγγίζει, του κτυπά την πόρτα της καρδιάς, εκείνος το βάζει στα πόδια. Τρέχει πανικόβλητος να εξομολογηθεί τις τελευταίες μέρες, να απενοχοοποιηθεί, να προλάβει να νηστέψει λίγες μερούλες, να έρθει λαχανιάζοντας να κοινωνήσει κοπαδιαστά, στριμωγμένος μέσα στους πολλούς, νομίζοντας ότι δεν φαίνεται, ότι θα περάσει απαρατήρητος απ’ το πολιορκητικό βλέμμα του Θεού, για να μπορέσει έτσι να κοιμήσει την συνείδησή του, να μην μπει στην περιπέτεια να αγαπηθεί και να αγαπήσει, απλώς να βγάλει την ετήσια υποχρέωσή του. 



Η σημερινή ημέρα πάνω στα δύο πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, - της πόρνης γυναίκας και του μαθητή Ιούδα- τα οποία μέσα στην υμνολογία παρουσιάζονται συνεχώς αντιπαραβαλλόμενα,  σμιλεύει ανάγλυφα όλα όσα προείπαμε.

Ο Θεός και στους δύο δίνεται με τρόπο χορταστικό, σπάταλο και αφειδώλευτο. Και στους δύο αποκαλύπτεται ως αγάπη. Στον μεν Ιούδα ως αγάπη επιλογής, τον επιλέγει, τον τιμά να είναι ένας απ’ τους δώδεκα φίλους Του, τους οικείους Του, τους εμπιστευτικά κοντινούς, Στην δε πόρνη γυναίκα δίνεται ως αγάπη υπαρκτική. Κτίζει δηλαδή την ύπαρξή της με επιθυμία ερωτική, Να επιθυμεί διακαώς να υπάρχει αγαπητικά, να είναι τρυφερή, εγκάρδια και φιλούσα. 



Στην πορεία της ζωής τους βλέπουμε το πως οι δύο αυτοί άνθρωποι διαχειρίστηκαν αυτόν τον Θεό, αυτό το δόσιμο του Θεού. Το ξεκίνημα διαχειρίσεως αυτής της αγάπης είναι ιλιγγιωδώς αντιθετικό. Ο μεν Ιούδας φαίνεται να προσεταιρίζεται τον Θεό, να Τον πλησιάζει, αποδεχόμενος το κάλεσμά Του. Γίνεται ένας απ’ τους δώδεκα, κινείται στον χώρο του Θεού. Η πόρνη γυναίκα απ’ την άλλη σπαταλάει γρήγορα αυτό το δόσιμο απομακρυνόμενη του Θεού. Διαστρέφει την αγάπη,  αυτή την παρακαταθήκη τρυφερότητας που της είχε δοθεί, την εξαντλεί στα όρια της σάρκας. Νομίζει ότι η αγάπη υπάρχει για να ταΐζει το «εγώ», να ικανοποιεί την ύπαρξη, και έτσι καταρρακώνεται στην εναλλαγή της απρόσωπης ηδονής. 



Στις κινήσεις ζωής των δύο αυτών υπάρξεων έρχεται να προστεθεί και μία τρίτη, η κίνηση του Θεού. Ο Θεός και στις δύο περιπτώσεις συνεχίζει να δίνεται, να προσφέρεται. Δεν τιμωρεί, δεν θυμώνει, δεν αναστέλλει το δόσιμό Του. Παραμένει προκλητικά εραστής, Νυμφίος μανικός του ανθρώπου. Η συγκλονίζουσα διαπίστωση είναι ότι, αυτό το δόσιμο του Θεού δεν είναι ανερχόμενο αλλά βαθμηδόν κατερχόμενο. Ο Θεός γνωρίζεται και προσφέρεται ταπεινούμενος, κενώνοντας την ύπαρξή Του. Κατρακυλά την κατηφόρα της απομάκρυνσης του ανθρώπου για να τον προλάβει. Κατρακυλά μέχρι σαρκώσεως, χλευασμού, θανάτου και σταυρού, έως του άδου.
Στην συνειδητοποίηση αυτού του τρόπου του Θεού είναι που αλλάζει το σκηνικό για τους δύο σημερινούς πρωταγωνιστές. Αρχίζει μία αντιθετική πορεία, απομάκρυνσης του ενός επιστροφής της άλλης.

Ο ιδιοτελής και πονηρός μαθητής δεν βάσταξε τον Θεό. Δεν άντεξε ένα Θεό να δίνεται. Υπήρξε στον χώρο του Θεού αλλά ποτέ στον τρόπο Του. Η συνειδητοποίηση από μέρους του ότι έχει μπροστά του έναν Θεό που δεν ανέρχεται σε δύναμη και δόξα, - άρα άχρηστο για την ιδιοτελή του ματιά, για τον εγωιστικό τρόπο ύπαρξής του - αλλά κατέρχεται σε ταπείνωση αγάπης, τον κάνει να προδόσει, να βυθιστεί στο σκότος «την χάριν αποβάλλεται και τω βορβόρω συμφύρεται» . Δεν ήταν απλά φιλάργυρος, ήταν πολύ μικρός για έναν τόσο μεγάλο Θεό!

Η πόρνη γυναίκα αγγίζει τα όρια της ανυπαρξίας της. Εξαντλημένη απ’ την κατασπατάληση της τρυφερότητάς της σε  εγωτικά κακέκτυπα ερώτων, ψηλαφά το μηδέν, ομολογεί σοκαριστικά το σκοτάδι της «Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος άκολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας». Εκεί στο μηδέν και στο σκοτάδι, στον άδη της ανυπαρξίας της συναντά τον Θεό. Τον Θεό που αγαπώντας αμετανόητα κατεβαίνει στο μηδέν, μπαίνει στο σκοτάδι, γίνεται ένα καθημαγμένο τίποτα. Εκεί στον χώρο της αδυναμίας «την σην αισθομένην Θεότητα», Τον ερωτεύεται. Δηλαδή, γιγαντώνει την καρδιά της, ανοίγει την ύπαρξή της, γίνεται ικανή με την αγάπη, - μόνο με την αγάπη, όχι με καθήκοντα, με ευσεβισμούς, με σαρακοστιανές τσαπατσουλιές δήθεν ευλάβειας – να σηκώσει το βάρος ενός τόσο μεγάλου Θεού. Γι’ αυτό και δεν λέει τίποτα μόνο κάνει. Χύνει το μύρο σπάταλα και στην πράξη της αυτή χύνεται η ίδια ανενδοίαστα στην αγάπη και το έλεός Του. Λύνει τα πανέμορφα μαλλιά της και σπογγίζει τα πόδια Του. Λύνει τις αγκυλώσεις, τα «δήθεν» και τα «πρέπει», ο,τι την κρατά δέσμια στην φθορά, ξαναβρίσκει την δοσμένη και χαμένη τρυφερότητά της και μ’ αυτήν σπογγίζει στάλα στάλα την άγάπη Του, την συγχώρησή Του, το έλεός Του. 

Δεν ξέρουμε το όνομά σου, μα ούτε ακούσαμε και την λαλιά σου. Βλέποντας την τυπολατρεία και αδιαφορία να γιγαντώνονται παντού δίπλα μας, εύχομαι το απευκταίο, να μην είχα γεννηθεί μέσα στην Εκκλησία, να μην υπήρχα ως κλητός Του, ως ιερέας του, προνομιούχος της χάριτός Του, γιατί κάπως έτσι Τον χάσαμε, ως δεδομένο, ως ρουτίνα, ως φολκλόρ, αλλά να βυθιζόμουν στην πορνεία. Καλύτερα στο τίποτα, στην ανυπαρξία, μπας και κάποτε σε ερωτευόμουν...  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου