Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Ἡ στάση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρείας - π. Γεώργιος Μεταλληνός

 Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια 
 π. Γεώργιος Μεταλληνός
Ἡ στάση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρείας

Ποιὰ ἦταν ἡ στάση τώρα τοῦ Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας τὸ 326, ὁ Κωνσταντῖνος ἔρχεται στὴ Ρώμη γιὰ νὰ γιορτάσει τὰ εἰκοσάχρονα τῆς Βασιλείας του, τὰ δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στὸ Καπιτώλιο νὰ συμμετάσχει σὲ μία στρατιωτική, εἰδωλολατρικὴ γιορτὴ καὶ νὰ προσφέρει τὶς νενομισμένες θυσίες. 

Ἀρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἄρνηση τοῦ αὐτοκράτορος νὰ τελέσει τὰ καθήκοντά του ὡς ἐθνικός, ὡς εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας.

Μάλιστα πρέπει νὰ ξέρουμε, θὰ τὸ πῶ παρενθετικά, γιατί ἐδιώκετο ὁ Χριστιανισμός, κυρίως τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες; Ἀλλὰ δὲν σταμάτησαν ποτὲ οἱ διωγμοὶ αὐτοί, μέχρι σήμερα. Ἐδιώκετο διότι δὲν ἀπεδέχετο ἄλλες θεότητες. Ἡ φράσις τῆς λειτουργίας: «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός», κατὰ τοὺς μεγάλους λειτουργιολόγους, εἰσῆλθε εἰς τὴν θεία λειτουργία ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα...

«Εἷς Ἅγιος», ἦταν ἀπάντηση στοὺς Ἐβραίους· ἕνας εἶναι ὁ Ἅγιος ποὺ ἁγιάζει, ὁ Τριαδικὸς Θεός. «Εἷς Κύριος», ἕνας βασιλιάς, ἕνας αὐτοκράτορας, ἀπευθύνεται στοὺς Ῥωμαίους. Ἕνας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ βασιλιὰς ὁ δικός μας. Κι αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνει τὸ 160 περίπου στὴ δίκη του, ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, ἐπίσκοπος Σμύρνης. Τί τοῦ εἶπε ὁ Στάτιος ὁ Κονδράτιος, ὁ διοικητὴς τῆς Σμύρνης; «Ὤμοσον τοῦ Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στὸ ἄγαλμα τοῦ Καίσαρα. Διότι ὁ Καίσαρ ἦταν Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς.

Τιμοῦσαν τὸ πνεῦμα τοῦ Καίσαρος καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ῥώμης, μὲ ἀγάλματα μὲ θυσίες, ἐτιμῶντο ὡς θεότητα. Ἄρα δὲν θὰ εἶχε ἀντίρρηση ἡ Ρώμη οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἰσαγάγουν μία νέα θεότητα εἰς τὴν πανσπερμία τῶν θεοτήτων – ὁ Ὀράτιος ἔλεγε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ «ὑπάρχουν περισσότεροι θεοὶ ἀπ᾿ ὅσον ἄνθρωποι» - ὁπότε δὲ θὰ ἠρνεῖτο ἡ Ῥώμη ἐὰν πρῶτα ἐδέχοντο τὴ θεότητα τοῦ Καίσαρος καὶ τῆς Ρώμης. Γι᾿ αὐτὸ ἐδιώκοντο οἱ Χριστιανοί. 

Ἦταν ἀπηγορευμένη ἑταιρεία – ὁμάδα διότι δὲν ἐδέχετο «οὓς ἡ πόλις», γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τὸ Σωκράτη, «οὓς ἡ πόλις ἐνόμιζε θεούς», κατὰ νόμον ἐδέχετο ὡς θεότητες. Αὐτὸ λοιπὸν λειτουργεῖ μ᾿ ἕναν τρόπο περίεργο στὴ συνείδηση τῶν εἰδωλολατρῶν ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ ποὺ ἐτιμᾶτο ὡς θεὸς – καὶ ὁ Κωνσταντῖνος μέχρι τότε ἐτιμᾶτο – ἀρνεῖται νὰ προσφέρει τὰ νενομισμένα ὅπως ἐπέβαλε ἡ θρησκεία τῆς Ρώμης.

Ὕστερα ἀπ᾿ ὅσα εἶχε βιώσει εἰς τὴν Σύνοδο τῆς Νικαίας, δὲν μποροῦσε νὰ δεχθεῖ ὅλα αὐτά.

Ἐπίσης κατὰ τὸν Ζώσιμο, προκάλεσε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθοῦν καὶ νὰ τὸν προσβάλουν, ἐβεβήλωσαν τὰ ἀγάλματά του. 

Δηλαδὴ χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατὰ τοῦ προσώπου στὰ ἀγάλματα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ ἐκεῖνος, εἰρηνικότατα, ὅταν τοῦ εἶπαν τί εἶχε γίνει, ἔπιασε τὸ πρόσωπό του καὶ εἶπε «εὐτυχῶς ἐγὼ δὲ βλέπω κανένα τραῦμα στὸ πρόσωπό μου».

Δὲν καταδίωξε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καὶ τήρησε ἰδιαίτερα φιλικὴ στάση ἀπέναντί τους. Μὲ ἐπιστολὲς τοῦ συμβούλευε τοὺς κατοίκους τῆς χώρας καὶ τῶν περιοχῶν ποὺ ὑπῆρχαν εἰδωλολάτρες νὰ στραφοῦν πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀγαπήσουν οἱ ἐθνικοί; Αὐστηρότητα ἔδειξε μόνον πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Γι᾿ αὐτὸ πότε ἐξόριζε τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, πότε ἐξόριζε τὸν Ἄρειο. Διότι ἕνας ἄρχοντας, γιὰ νὰ καταλαβαίνουν οἱ διοικοῦντες, ἐνδιαφέρεται σὲ κάθε ἐποχὴ γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέει ἡ λαϊκὴ φράση: ἡσυχία, τάξη καὶ ἀσφάλεια. Ἤθελε δηλαδὴ νὰ ἀποφύγει τὶς ἄκαιρες διενέξεις καὶ τὶς συγκρούσεις.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ κατὰ πολλοὺς ἱστορικούς, ἐπειδὴ τὸν ἀπειλοῦσαν μὲ δολοφονία οἱ Ἀρειανοί, ἐστάλη εἰς τὴν Δύση. Ἐξόριστος στὴ Ρώμη, 335-336, καὶ στὰ Ρέμιδα τὸ σημερινὸ Πρίρ, τὴ γενέτειρα τοῦ Μάρξ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐστάλη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ μετέφερε τὸ μοναχισμὸ τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τοῦ ἁγίου Παχωμίου, τὸ κοινοβιακὸ μοναστήρι. Δὲν ἀδίκησε τὴν ἐθνικὴ θρησκεία. Κατὰ τὸν Ζώσιμο ἐπέβλεψε τὴν ἀνοικοδόμηση ἐθνικῶν ναῶν.

Ἡ συνάδελφος στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν στὴ Φιλοσοφική, ἡ κυρία Πολύμνια Ἀθανασιάδη, ἔχει μία σπουδαία ἐργασία, εἰς τὴν ὁποία λέει ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴ Νίκαια ὁ Κωνσταντῖνος χρηματοδότησε, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κράτους, τέσσερις ναούς. Δυὸ εἰδωλολατρικοὺς καὶ δυὸ χριστιανικούς. 

Δηλαδὴ προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει τὴν ἰσορροπία καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἰσότητα καὶ ἑνότητα τῶν πολιτῶν. Ἐπίσης χρηματοδότησε τοὺς ναοὺς τῆς ἁγίας Ἑλένης, τὴν Ἐκατονταπυλιανὴ τῆς Πάρου, τοὺς ναοὺς ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται καὶ σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴ Βηθλεέμ, στὸ Σταυροβούνι, στὴ σκήτη ποὺ μετέφερε ἡ ἁγία Ἑλένη μεγάλο τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ οὕτω καθεξῆς. Συγχωρῆστε με, βλέπω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, καὶ δὲ θὰ τὸ διαβάσω ὁλόκληρο, καὶ πολλοὶ νεοπαγανιστὲς μᾶς κατηγοροῦν λέγοντας «δὲν εἶναι Τίμιος Σταυρὸς αὐτό, ἀλλὰ δάσος ὁλόκληρο». Μὴ νομίσητε ὅτι ὅποιος ἔχει Τίμιο Ξύλο εἶναι ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. 

Ἔχουμε τὰ λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων καὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ξύλο ἁγιάζεται καὶ λέγεται καὶ αὐτὸ Τίμιο Ξύλο ἀλλὰ δὲν ἀνήκει στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Προσέξτε τώρα. Ἄλλο στὴ Μονὴ Ξηροποτάμου καὶ στὴ Μονὴ Σταυροβουνίου στὴν Κύπρο ποὺ ὑπάρχει μεγάλο τμῆμα τοῦ Σταυροῦ.

Δὲν εἶναι λοιπὸν πολλοὶ σταυροὶ ποὺ κόπτονται, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο παράγονται φυλαχτὰ ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση ἐξ ἐπαφῆς μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατέρας τοῦ Κωνσταντίνου εἶχε εὐνοήσει τοὺς Χριστιανοὺς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἐφήρμοζε τὰ διωκτικὰ διατάγματα τοῦ Διοκλητιανοῦ ἀπέναντί τους. Τὴν ἴδια πολιτικὴ ἀκολούθησε καὶ ὁ Κωνσταντῖνος.

Ὁ Κωνσταντῖνος συνέβαλε στὴ νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἕνα τεράστιο ἐγκληματικὸ λάθος – μακάρι νὰ ὀφείλεται σὲ ἄγνοια – εἶναι τὸ διαθρυλούμενο καὶ ἐπαναλαμβανόμενο πολλάκις ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνεκήρυξε ἐπίσημη θρησκεία τὸ Χριστιανισμὸ – ἄπαγε τῆς βλασφημίας!

Αὐτὸ θὰ γίνει στὶς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 380 ἀπὸ τὸν Ἱσπανικῆς προελεύσεως καὶ θερμόαιμο αὐτοκράτορα, τὸν Θεοδόσιο τὸν Α´, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. 

Ὁ Κωνσταντῖνος ἐξησφάλισε ἐλευθερία σὲ κάθε θρήσκευμα, ὁπότε καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ λατρεύουν ἐλεύθερα τὸ Θεό τους.

Ὄχι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τεράστιο ἱστορικὸ λάθος καὶ ψέμα συγχρόνως. 

Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παπαρηγόπουλος λέγει ὅτι «πρὸς τὸν Χριστιανισμὸ ὁ Κωνσταντῖνος ἠδύνατο νὰ πολιτευτεῖ καὶ ἄλλως, ἢ ὅπως ἐπολιτεύθη, ἠδύνατο νὰ μὴν προστατεύσει καὶ νὰ τὸν καταδιώξει». Ἄρα μόνο σὲ μεταφυσικές, κυρίως ὑπερφυσικὲς παρεμβάσεις μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ Κωνσταντίνου βλέπει ὁ Παπαρηγόπουλος τὴν στάση του ἔναντι τῶν Χριστιανῶν. Καὶ κάτι σημαντικό. Κανεὶς πολιτικὸς δὲν στηρίζεται ποτὲ εἰς τὴν μειοψηφία ἀλλὰ πάντα στὴν πλειοψηφία. Εἴτε γιὰ νὰ ἐπιτύχει στὶς ἐκλογὲς εἴτε γιὰ νὰ ἐπιτύχει τοὺς δικούς του στόχους.

Καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέχρι τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ δείχνει τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Χριστιανισμό, ποιὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν Χριστιανῶν στὴν Αὐτοκρατορία; Ὀκτὼ μὲ δέκα τοῖς ἑκατό. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ σὲ μία σπουδαιότατη ἐργασία του ὁ Ἄντολφ φὸν Χάρμερ, ἕνας μεγάλος ἱστορικὸς φιλευθέρας ἰδεολογίας εἰς τὴν Εὐρώπη, εἰς τὴν Γερμανία «Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες». Ὀκτὼ μὲ δέκα τοῖς ἑκατό. Μειοψηφία ἦσαν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ οἱ Χριστιανοί.

Ἐπίσης ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, γιὰ μένα, καὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ εἶναι Μέγας καὶ ἅγιος τῆς ἐκκλησίας. 

Ἅγιος σημαίνει ὅτι ἔχει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του, αὐτὸ σημαίνει, ὄχι ἀλάθητος. Ἔχει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ζωντανὴ καὶ αἰσθητή. 

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος αὐτοκαταργήθηκε σὲ κάποια στιγμὴ ὡς αὐτοκράτωρ, δεχόμενος τὸν δημοκρατικότερο θεσμὸ τῆς Ἱστορίας ποὺ εἶναι ἡ Σύνοδος, τὸ Συνοδικὸ σύστημα.

Τὸ 311 καὶ ἐν συνεχείᾳ 313-314 ξέσπασε μία μεγάλη διένεξις, γιὰ τὸ σχίσμα τῶν Δονατιστῶν. Μάλωναν μεταξὺ τοὺς οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἀνῆκαν στὸν Δονᾶτο καὶ οἱ ἄλλοι στὸν νόμιμο ἐπίσκοπο, σὲ ποιὸν ἀνήκουν οἱ ναοὶ καὶ οἱ περὶ τοὺς ναοὺς τίτλοι καὶ τὰ ἀγροτεμάχια. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ποὺ ἔπρεπε νὰ δικάσει τὴν ὑπόθεση, αὐτοκαταργεῖται ἀπὸ «Ὕψιστος Δικαστὴς» καὶ λέγει εἰς τὸν Μιλτιάδη, Ἕλληνα ἐπίσκοπο Ρώμης, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης: «ἔχετε σύλλογο, δικάστε μὲ τὸν συνοδικὸ σύλλογο». 

Ἔτσι φθάσαμε στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὅταν λέμε δὲ ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἦταν πρόεδρος τῆς Συνόδου – μὲ συγχωρεῖτε ἀλλὰ δὲν ξέρω γράμματα, νὰ διαβάσω τὰ κείμενα – ὁ καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς, συνάδελφός μας ἔχει δημοσιεύσει ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν προεδρία τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ πηγὲς μᾶς λένε, ἀναλυόμενες κριτικὰ ἀπὸ τὸν κύριο Φειδᾶ καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐπιστήμονες, τελευταῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ γράφει ὁ κύριος Φειδᾶς, ὅτι πρόεδρος ὑπῆρξε ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος.

Ἄλλο ὁ πρόεδρος ποὺ συντονίζει τὶς συζητήσεις καὶ ἄλλο ὁ συγκαλέσας τὴ Σύνοδο. Μόνο ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε δικαίωμα νὰ δώσει ἄδεια στοὺς ἐπισκόπους ἀπὸ ὅλο τὸ μῆκος καὶ πλάτος τῆς αὐτοκρατορίας νὰ κινηθοῦν πρὸς τὴν πρωτεύουσα καὶ μάλιστα ἐδῶ πρὸς τὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ξέρετε αὐτὸ καὶ ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ ἰσχύει καὶ ἐπὶ Παλαιᾶς Ρώμης· ἴσχυε καὶ ἐπὶ Κατοχῆς. Μποροῦσε νὰ κυκλοφορήσει κανεὶς ἂν δὲν εἶχε ἄδεια τῆς γερμανικῆς διοικήσεως καὶ στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς «πετάγομαι μέχρι τὴ Ρώμη γιὰ ψώνια» ἂν δὲν εἶχε ἄδεια τῆς ἀστυνομίας; Διότι ἐφοβοῦντο στάση, ἐξεγέρσεις. Αὐτὸ ἴσχυε πολὺ περισσότερο στὴν ἀχανῆ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. 

Ὁ Κωνσταντῖνος ὅμως καὶ οἱ μετέπειτα αὐτοκράτορες δίνει τὴν ἄδεια νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος.

Προσφωνεῖ τοὺς Πατέρες τῆς Συνόδου σὲ ἄπταιστα ἑλληνικά, ἦταν ἐγκρατέστατος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀποσύρεται καὶ τὸ ἔργο τῆς Συνόδου διεξάγεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ὁ Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας, διάκονος ἀκόμη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος – καταλαβαίνετε γιὰ ποιὰ πρόσωπα μιλοῦμε. 

Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε πρόεδρος τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅπως θὰ συμβεῖ καὶ στὴ μετέπειτα ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ μοῦ πεῖ κανείς, συζητήσεις, ἐπηρεασμοὶ εἰς τὰ μετόπισθεν μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν πάντοτε. 

Ἀλλὰ ὅταν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν ἅγιοι, ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ, οὐδεμία ἐπιρροὴ εἶναι δυνατή. 

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα σήμερα. Μπορεῖ νὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος;

Ἂν δὲν ἔχουμε θεουμένους, δὲ μποροῦμε νὰ ἔχουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Ἤ, ἂν δὲν ἔχουμε ἐπισκόπους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς ἁγίους τοὺς θεουμένους· 

διαφορετικά, ὅποια Σύνοδος ποὺ θὰ γίνει στὸ μέλλον ποὺ θὰ διεκδικήσει τὸν τίτλο Πανορθοδόξου καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου... καὶ θὰ ἐναντιώνεται εἰς τὸν λόγο καὶ τὴν πολιτεία καὶ τὴν πράξη τῶν θεουμένων, δηλαδὴ τῶν ἁγίων,

θὰ ἀποδειχθεῖ καὶ εὔχομαι νὰ μὴ γίνει αὐτό, ψευδοσύνοδος, λῃστρικὴ σύνοδος. 

Ἀπὸ ἑλληνολάτρης ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε πραγματικὰ πιστὸς εἰς τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔγινε ὑπέρμαχος τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ὅπως ἀποδεικνύει ἤδη τὸ ἔτος 313 μὲ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, χωρίς, ὅπως εἶπα, νὰ διακηρύξει ἐπίσημη καὶ μοναδικὴ θρησκεία τὸν Χριστιανισμό.


π. Γεώργιος Μεταλληνός - Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια 
 -------------------------------------------------------------------------------------------------
Πηγή: meteoronlithopolis.gr

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Ὁ Ἅδης τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς »



ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος

Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα

α) Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (117-118)

Ὁ Ἅδης τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς


Ὁ Διάβολος κατοικεῖ στόν ἄνθρωπο μόνο μέχρι τό βάπτισμα, ἀλλά μετά τό  βάπτισμα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν, μόνο ὅταν ὁ ἄνθρω¬πος πέσει σέ ἁμαρτίες.  Τί Ἅδης στ’ ἀλήθεια ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά, ὅταν ὁ Διάβολος κατοικήσει στήν ψυχή!  Θυμός, κακία, προσβολή μελαγχολία τόσο πολύ βασανίζουν τήν ψυχή, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δέ βρίσκει τόπο νά σταθεῖ: Δέν τρώει, δέν πίνει, χάνεται ὁ ὕπνος του.  Στήν καρδιά ἐγκαταθίσταται ἐπίσης ἡ σαρκική ἐπιθυμία.  Στόν καιρό μας αὐτό τό πάθος ξεχύθηκε σάν ἕνα πελώριο κῦμα μέσα στή ζωή τῶν ἀνθρώπων.  Σέ κάποιους μέχρι τά γεράματα δέ σβύνουν αὐτά τά πάθη.  Γιά τόν ἱερέα ἡ πιό βαρειά ἁμαρτία εἶναι ἡ σαρκική.  Οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως τόν τυραννοῦν φοβερά, ὅταν αὐτός λειτουργεῖ ὄντας ἀκάθαρτος.  Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ Θεός τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν τέλεση τῶν μυστηρίων καί ἀντι γι’ αὐτόν λειτουργοῦν Ἄγγελοι. Ὅταν ὅμως ἡ Χάρις ἀγγίξει τήν ψυχή, τότε κανένα σαρκικό αἴσθημα δέν μπορεῖ νά τήν ἀγγίξει.
Οἱ ἀμπαθεῖς ἄνθρωποι δέ βρίσκουν πουθενά ἡσυχία καί, ἀνα-ζη¬τώντας τή σωτηρία, θέλουν νά τρέξουν μακριά στήν ἔρημο, στό μοναστήρι. Ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη καρδιά εἶναι μόνη της καί τά βάσανά της εἶναι κρυμμένα μέσα της. Ὅπου καί ἄν φύγει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἠ καρδιά του θά ἐξάπτεται τό ἴδιο, δέ θά βρίσκει ἡσυχία.  Γιά νά μπορέσει νά ἀφανίσει αὐτόν τόν Ἅδή τῆς ψυχῆς πρέπει πρίν ἀπ΄ ὅλα νά προσεύχεται καί νά ἀναγνωρίσει τήν ἐνοχή του.  Διά τῆς προσευχῆς ἀποκαλύπτεται ὁ ἅδης, ἡ φυλακή τῆς ψυχῆς μας.  Μετά πρέπει νά ἀποκαλύψουμε στόν πνευματικό τά πάντα ὅλους τούς
λογισμούς πού μᾶς βασανίζουν καί μέ τήν κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ὁ Κύριος φωτίζει τόν ψυχικό μας Ἅδη καί τόν μεταποιεῖ σέ φωτεινό παράδεισο.
Ὕστερα ὅμως πρέπει νά προσευχηθοῦμε γιά ὅσους μᾶς ἀδίκησαν.  Κι ἄν κάνουμε ἔτσι, τότε ὁ Κύριος ἀφανίζει τόν Ἅδη ἀπό τήν ψυχή μας καί τήν οἱκογένειά μας καί ζωντανεύει μέσα μας τήν ἐλπίδα γιά τή νέα, αἰώνια χαρά, καί ἀγγάλεται ἡ καρδιά μας καί τή χαρά μας «οὐδείς αἴρει ἀφ’ ἡμῶν».

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Ὁ πόλεμος τοῦ Σατανᾶ καί ὁ ἀγώνας τοῦ πιστοῦ »




ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος

Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα

α) Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (118-119)
Ὁ πόλεμος τοῦ Σατανᾶ καί ὁ ἀγώνας τοῦ πιστοῦ

Ὁ Σατανάς ἔχει πλῆθος ὑποταγμένων σ’ αὐτόν πνευμάτων, τά ὁποῖα στέλνει νά μᾶς πειράξουν καί τά ὀποῖα μᾶς παραφυλάσσουν ἐπίμονα.  Μᾶς πειράζουν ἰδιαίτερα τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἐπειδή πάνω ἀπ’ ὅλα μισοῦν τήν προσευχή.  Βάζουν στά μάτια τοῦ ἀνθρώ-που ἕνα «δάχτυλο» καί τόν παίρνει ὁ ὕπνος.  Καί τότε εἰσχωρώντας στήν ψυχή βάζουν διάφορους λογισμούς καί ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν εἰρηνική κατάσταση τοῦ νοῦ του. Ἐάν κατά τήν διάρκεια τῆς λει-του¬ργίας ἤ τῆς κατ’ ἰδίαν προσευχῆς δέν καταφέρει τό κακό πνεῦμα νά πειράξει τήν ψυχή, τό κάνει σ’ ἄλλη στιγμή.
Θέλετε νά μοιραστεῖτε τίς θλίψεις σας μέ κάποιον καί ἀπρόσε¬κτα κατά τή διάρκεια τῆς συζητήσεως κρίνετε κάποιον.  Τότε φανε¬ρώ¬νεται ὁ εὐέξαπτος χαρακτήρας, ἡ κακία, ἡ μελαγχολία. Ὁ ἄνθρω¬πος ἀρχίζει νά ἔχει διάθεση νά καυγαδίζει μέ ὅλους, ὅλα τοῦ φαίνο¬νται ὅτι δέν γίνονται καλά. Ὁ Σατανᾶς ἐκδικεῖται γιά τό καλό, τό ὁποῖο ἀπέκτησε ὁ ἄνθρωπος.  Μᾶς τριγυρίζει καί βρυχᾶται μέ  τήν ἀκριβῆ ἔννοια τῆς λέξεως.
Αὐτό τό βρυχηθμό του τόν ἄκουσαν ὄχι μιά φορά οἱ ἅγιοι πατέρες: ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας,  ὁ Μακάριος ὁ Μέγας, ὁ Σέργιος τοῦ Ραντονέζ, ὁ Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ καί ἄλλοι.  Γράφει καί ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στή πρώτη Ἐπιστολή του: «Ὁ Διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πετρ. 5,8).
Γι’ αὐτό πρέπει πάντοτε νά εἴμαστε σέ ἐπιφυλακή.  Καί μετά τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς πού δίνει ἡ θεία χάρις, πρέπει πάντοτε νά περιμένουμε πειρασμούς καί θλίψεις.  Δέν πρέπει νά χάνουμε τό θάρρος μας,
ἀλλά μέ ταπείνωση να΄συντρίβουμε ὅλες τίς σατανικές παγίδες. Ὁ Κύριος ἐπιτρέπει στό Διάβολο νά μᾶς πειράζει γιά νά μάθουμε τόν ἀγῶνα κατά τοῦ κακοῦ. Ἡ φωτιά καθαρίζει τό χρυσάφι, οἱ πειρασμοί καθαρίζουν τόν ἀγωνιζόμενο και ἀπο-καλύπτουν τό μέτρο τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.  Ἄς μήν ἀπελπιζόμαστε, ὄταν πέφτουμε σέ πειρασμό, ἀλλά πιό φιλότιμα, μέ ταπείνωση νά προσευχόμαστε καί νά ζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο νά μᾶς ἐνισχύσει στήν πάλη μέ τήν ἁμαρτία.  Αὐτός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἠ δύναμή μας, μᾶς ἐπικέπτεται στήν ἀδυναμία μας καί μέ τήν βοήθειά Του βγαίνουμε νικητές.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά δῶρα Του». (Μέρος Α΄)


ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ
Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα: Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (258-263)

Μέρος Α' Τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά δῶρα Του 


Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ Θεός τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι Παντοδύναμο, ὅπως ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός.
Αὐτό ζωοποιεῖ, ἐμψυχώνει καί δίνει ζωή στά κτίσματα.  Δίνει ζωή  στά ζῶα, στούς ἀνθρώπους νοῦ καί στούς χριστιανούς ζωή πνευματική, ἀνώτερη.  Δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νουθετεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν βοηθεῖ νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μ’ αὐτόν τόν τρόπο:
α) Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δίνεται ὄχι κατά τήν ἀξία μας, ἀλλά κατά τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ἀποστέλεται ὡς δῶρο πρός σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.  Τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐνοικώντας στόν ἄνθρωπο, τοῦ δωρίζει πίστη καί φῶς.  Χωρίς Αὐτό κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει ἀληθινή πίστη.  Χωρίς τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ πιό σοφός καί καλλιεργημένος ἄνθρωπος, στά θεῖα ἔργα καί τή Θεία Οἰκονομία εἶναι τελείως τυφλός.  Καί ἀντιθέτως τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί στόν ἀμαθῆ καί ἁπλό ἄνθρωπο μπορεῖ νά ἀνοίξει τόν ἐσωτερι¬κό του κόσμο καί νά τοῦ δείξει τά ἔργα τοῦ Θεοῦ.  Μπορεῖ νά τοῦ δώσει νά αἰσθανθεῖ μέσα του, τή γλυκήτητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει μέσα Του τό Ἅγιο Πνεῦμα, αἰσθάνεται στή ψυχή του ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, μέχρι τότε τελείως ἀγνωστο σ’ αὐτόν.
β) Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνοικώντας στόν ἄνθρωπο, γεννᾶ στήν καρδιά του ἀληθινή ἀγάπη.
Ἡ ἀληθινή ἀγάπη στήν καρδιά εἶναι σάν μιά ἄδολη ζέστη, ἤ μιά θερμότητα πού τή ζεσταίνει.  Εἶναι ἡ ρίζα πού γεννᾶ μέσα της ὅλα τά καλά ἔργα.  Γιά τόν ἄνθρωπο πού ἐμπνέεται ἀπό ἀληθινή ἀγάπη, τίποτα δέν εἶναι δύσκολο, φοβερό καί ἀδύνατο.  Γι’ αὐτόν οὔτε οἱ κανόνες οὐτε οἱ ἐντολές εἶναι
δύσκολα, ἀλλά ὅλα εἶναι εὐκολοκατόρθωτα. Ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη πού δωρίζονται στόν ἄνθρωπο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, στήν οὐσία εἶναι τόσο μεγάλα καί δυνατά μέσα, ὥστε, ὅποιος τά ἔχει, μπορεῖ εὔκολα, ἄνετα καί μέ χαρά, ἔχοντας τή θεία παρηγοριά, νά βαδίζει τήν ὁδό διά τῆς ὁποίας πέρασε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
γ) Ἐπιπλέον, τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει στόν ἄνθρωπο τή δύναμη νά ἐναντιωθεῖ στή γοητεία τοῦ κόσμου, ὥστε κι ἄν ἀκόμη χρησιμο-ποιεῖ τά ἐπίγεια ἀγαθά, τά χρησιμοποιεῖ σάν κάποιος προσωρινός ἐπισκέπτης, χωρίς νά προσκολλᾶ σ’ αὐτά τήν καρδιά του.
Ὁ ἄνθρωπος ὅμως πού δέν ἔχει μέσα του τό Ἅγο Πνεῦμα, παρ΄ ὅλη τή γνώση καί τή σύνεσή του, εἶναι πάντοτε λιγώτερο ἤ περισσότερο δοῦλος ἤ λάτρης τοῦ κόσμου.
δ) Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δωρίζει στόν ἄνθρωπο σοφία.  Αὐτό ἰδιαίτερα μποροῦμε νά τό δοῦμε στούς Ἀποστόλους οἰ ὁποῖοι, μέχρι νά λάβουν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἦσαν οἱ πιό ἁπλοί καί ἀμαθεῖς ἄνθρωποι. Ἀλλά μετά, ποιός μποροῦσε νά ἐναντιωθεῖ στή σοφία τους καί στή δύναμη τῶν λόγων τους; Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δωρίζει σοφία καί στά ἔργα καί τίς ἐνέργειες μας. Ἔτσι, π.χ., ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα, πάντοτε βρίσκει τά μέσα καί τό χρόνο γιά τή σωτηρία του και μεταξύ τῶν κοσμικῶν θορύβων καί μέσα στίς ἀσχολίες του γνωρίζει νά εἰσέρχεται μέσα στόν ἑαυτό του, μέ τέτοιο τρόπο πού στό συνηθισμένο ἄνθρωπο αὐτό φαίνεται ἀδύνατο, ἀκόμη καί γιά τήν εἰσοδο στόν ἴδιο τό ναό τοῦ Θεοῦ.
ε) Τό Ἅγιο Πνεῦμα δωρίζει ἀληθινή χαρά, εὐθυμία στήν καρδιά και ἀδιατάρακτη εἰρήνη. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἔχει μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα, ποτέ δέν μπορεῖ νά χαρεῖ καί νά εὐθυμήσει μέ ἄδολη εὐθυμία καί δέν μπορεῖ νά ἔχει πνευματική εὐφροσύνη, εἰρήνη.  Στ’ ἀλήθεια, αὐτός μπορεῖ κάποτε νά χαίρεται και νά εὐθυμεῖ, ἀλλά τί εἴδους χαρά εἶναι αὐτή; Προσωρινή καί ἀκάθαρτη εὐθυμία καί πάντοτε κενή, φτωχή, μετά ἀπό τήν ὁποία ἀκόμη περισσότερο τόν κυριεύει ἡ πλήξη.  Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι κάποτε ἤρεμος, ἀλλά αὐτή ἡ ἠρεμία δέν εἶναι πνευματική εἰρήνη, ἀλλά ὕπνος ἤ νυσταγμός τῆς ψυχῆς.  Καί γεμίζει μέ θλίψη, ὄποιος ἀμελεῖ καί δέ θέλει νά σηκωθεῖ ἀπό τέτοιον ὕπνο!

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά δῶρα Του». (Μέρος Β΄ τελευταίο)



ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (258-263)
Μέρος Β'
Τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά δῶρα Του 


στ) Τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀληθινή ταπείνωση. Ἀκόμη καί ὁ πιό λογικός ἄνθρωπος, ἄν δέν ἔχει μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα, δέν μπορεῖ μέ τόν πρέποντα τρόπο να γνωρίσει τόν ἑαυτό του, διότι, ὅπως εἰπώθηκε προηγουμένως, αὐτός χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά δεῖ τήν ἐσωτερική κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἄν κάνει τό καλό στούς ἄλλους ἐνεργεῖ τίμια, τότε σκέφτεται γιά τόν ἑαυτό του ὅτι εἶναι ἄνθρωπος δίκαιος κι ἀκόμη τέλειος, σέ σύγκριση μέ τούς ἄλλους, καί γι’ αὐτό σκέφτεται ὅτι δέν ἔχει πιά ἀνάγκη ἀπό τίποτε.
Ἄχ, πόσο συχνά οἰ ἄνθρωποι χάνονται ἀπό τήν ψευδῆ πεποίθηση στήν τιμιότητα καί τή δικαιοσύνη τους!  Χάνονται, γιατί ἐλπίζοντας στή δικαιοσύνη τους, καθόλου δέ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τους τό πνεῦμα τοῦ χριστιανισμοῦ οὔτε τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πῶς λοιπόν τότε θά γίνει σ’ αὐτούς ἀπαραίτητη ἡ  βοήθειά Του; Κι ἔτσι, καθώς τό Πνεῦμα τό ἅγιο δίνεται μόνο σέ ὅποιον Τό παρακαλεῖ καί Τό ἀναζητᾶ- κι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνο δέν Τό παρακαλοῦν καί δέν Τό ἀναζητοῦν, ἀλλά τό θεωροῦν κιόλας ὄχι ἀναγκαῖο-, Ἐκεῖνο δέ δίνεται σ’ αὐτούς καί συνεπῶς αὐτοί μένουν στήν πλάνη καί χάνονται.
Ὅμως τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν κατοικήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ δείχνει ὄλη τήν ἐσωτερική του πτωχεῖα, καί τήν ἀδυναμία καί τή διαφθορά τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδιᾶς του καί τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τό Θεό.  Παρ’ ὅλες τίς ἀρετές του καί τή δικαιοσύνη του, τοῦ δείχνει ὄλες τίς ἁμαρτίες του: τή νωθρότητα και τήν ἀμέλεια γιά τήν σωτηρία καί τό καλό τῶν ἀνθρώπων, τήν ἰδιοτέλειά  τους στίς –φανερά- πιό ἀνιδιοτελεῖς ἀρετές του, τόν ἄξεστο ἐγωισμό του, ἐκεῖ πού οὔτε κἄν τόν ὑποψιαζόταν.
Μέ λίγα λόγια τό Ἅγιο Πνεῦμα δείχνει τά πάντα μέ τήν ἀληθινή τους ὄψη.  Καί τότε ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ταπεινώνεται μέ τή ἀληθινή ταπείνωση. Ἀρχίζει νά χάνει τή ἐλπίδα στίς ἀτομικές του
δυνάμεις καί ἀρετές καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του τόν χειρότερο ἀπό τούς ἀνθρώπους.  Καί ταπεινούμενος ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι «Εἰς Ἅγιος εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ἀρχίζει νά μετανοεῖ ἀληθινά καί ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἀποφασίζει νά μήν ἁμαρτήσει πλέον, ἀλλά νά ζεῖ προσεκτικώτερα.  Κι ἄν πράγματι ἔχει κάποια ἀρετή, τότε βλέπει καθαρά ὅτι δέν τήν ἔχει παρά μόνο μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀρχίζει νά ἐλπίζει στόν Ἕνα μόνο Θεό.

ζ) Τό Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκει τήν ἀληθινή προσευχή.  Κανείς, ἔως ὅτου λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα, δέν μπορεῖ νά κάνει τέτοια προσευχή, ἡ ὁποία νά εἶναι εὐπρόδεκτη στό Θεό.  Γι’ αὐτό, ἄν κάποιος πού δέν ἔχει μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀρχίζει να προσεύχεται, ἡ ψυχή του διαχέεται σέ διάφορα μέρη ἀπό τό ἕνα πρᾶγμα στό ἀλλο καί ποτέ δέν μπορεῖ νά κρατήσει τίς σκέψεις του σέ ἕνα σημεῖο.  Καί ἐκτός αὐτοῦ δέ γνωρίζει μέ τόν πρέποντα τρόπο οὔτε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του οὔτε τό πῶς νά παρακαλέσει καί τί νά ζητήσει ἀπό τό Θεό, μά καί δέ γνωρίζει ποιός εἶναι αὐτός ὁ Θεός.
Ὁ ἄνθρωπος ὅμως στόν ὁποῖο κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα, γνωρίζει τό Θεό καί βλέπει ὅτι Αὑτός εἶναι ὁ Πατέρας του καί γνωρίζει πῶς νά πλησιάσει σ’ Αὐτόν, πῶς καί τί νά Τοῦ ζητήσει. Οἱ σκέψεις του στήν προσευχή εἶναι καλά δεμένες, καθαρές καί προσηλωμένες σ’ ἕνα ἀντικείμενο, τό Θεό.  Μέ τήν προσευχή του μπορεῖ νά κάνει τά πάντα, ἀκόμη καί νά μετακινήσει βουνά ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο.
Ἀνέφερα ἔν συντομίᾳ τί δωρίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα σέ ἐκεῖνον πού τό ἔχει μέσα του.  Καί βλέπετε ὅτι χωρίς τή βοήθεια καί τή συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀδύνατον ὄχι μόνον νά μποῦμε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά οὔτε βῆμα μποροῦμε νά κάνουμε στή πορεία μας πρός αὐτή.  Γι’ αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο να ἀναζητοῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά ἔχουμε Αὐτό μέσα μας καί νά παρακαλοῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μήν ἀπομακρύνεται ἀπό μᾶς.
Πῶς μποροῦμε νά λάβουμε ἤ νά ἀποκτήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα;  Θά τό δοῦμε στή συνέχεια:
Ὁ Ἰησούς Χριστός εἶπε ὅτι «τό Πνεῦμα, ὅπου θέλει πνεῖ καί τήν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλά οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καί ποῦ ὑπάγει».  Τά λόγια αὐτά σημαίνουν ὅτι τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά ἤ τό ἄγγιγμα Του στήν καρδιά μας μποροῦμε νά Τό ἀκούσουμε, νά Τό αἰσθανθοῦμε, νά Τό νοιώσουμε, ἀλλά εἶναι ἀδύνατον νά καθορίσομε τό χρόνο ἤ τίς περιστάσσεις κατά τό ὁποία θά ἔχουμε τήν ἐπίσκεψή Του.
Ἐμεῖς ἐπίσης βλέπουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔλαβαν τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό καί Τό ἔλαβαν ἐπανειλημμένα καί σέ χρόνο πού Ἐκεῖνος δέν τούς εἶχε προείπει, σέ χρόνο πού οἱ ἴδιοι δέν καθόρισαν, ἀλλά σέ χρόνο πού ἦταν εὐάρεστος στόν Ἰησοῦ Χριστό.  Μόνο ἡ θριαμβευτική κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶχε προφητευθεῖ σ’ αὐτούς καί συνέβη στόν καθορισμένο χρόνο καί στόν καθορισμένο τόπο. Ἀλλά καί ἐδῶ ἔλαβαν τό Ἅγιο Πνεῦμα ὄχι ἐξ αἰτίας κάποιας ἰδιαίτερης ἀξίας τους, ἀλλά σάν δῶρο διά μέσου τῆς πίστεως καί τῆς ἐλπίδος.
Ἡ σύμφωνη προσευχή στήν ὁποία πραμένουν οἱ Ἀπόστολοι μετά τήν Ἀνάλυψη τοῦ Κυρίου καί μέχρι τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἦταν τόσο τό μέσο γιά νά λάβουν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο μιά προετοιμασία γιά τό γεγονός αὐτό. Συνεπῶς κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ μέ σιγουριά ὄτι ἐσύ θά λάβεις τό Ἅγιο Πνεῦμα συγκεκριμένα, τότε ἤ μ’ αὐτόν  τόν τρόπο.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί τά δῶρα μοιράζονται ἀπρόσμενα καί τότε πού εἶναι εὐάρεστο στό Διανομέα τῶν δώρων.  Καί Αὐτός τά διανέμει σέ ὅποιον θέλει.  Γι’ αὐτό σφάλουν ὑπερβολικά ὄσοι σκέπτονται ὅτι θά λάβουν τό Ἅγιο Πνεῦμα μ’ αὐτόν τό συγκεκριμένο τρόπο καί σ’ αὐτόν τό συγκεκριμένο χρόνο.  Καί ὅσοι ἐπινοοῦν γι’ αὐτό τά δικά τους μέσα ὄχι μόνο δέ λαμβάνουν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά παίρνουν πάνω τους καί μεγάλη ἁμαρτία.
Πρίν ποῦμε  πῶς μποροῦμε νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἀναγκαῖο νά ποῦμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νά τό λάβει μόνο ὀ ἀληθινά πιστός δηλαδή ὅποιος ὁμολογεῖ τήν Ὀρθόδοξη πίστη ἐκεῖνος πού τήν ὁμολογεῖ ὀρθά, χωρίς ὁποιαδήποτε προσθήκη ἤ ἀφαίρεση ἤ ἀλλαγή, ἀλλά ἔτσι, ὄπως τήν παρέδωσα σέ μᾶς οἱ Ἀπόστολοι καί τήν ἀνέπτυξαν καί την ἐπικυρωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους.  Κάθε ἀμφιβολία καί σοφιστεία σχετικά μέ τήν πίστη εἶναι ἀπείθεια καί ὁ ἀπειθής δέν μπορεῖ νά εἶναι ναός ἤ οἶκος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γνωστά καί ἀληθινά μέσα γιά νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, κατά τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί σύμφωνα μέ τή πεῖρα τῶν μεγάλων Ἁγίων, οὐσιαστικά εἶναι τά ἀκόλουθα:
Ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ ἁγνότητα, ἡ ταπείνωση, ἡ ἀκρόαση τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχή, ἡ καθημερινή αὐταπάρνηση, ἡ ἀνάγωση καί ἠ ἀκρόαση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαιτέρως ἡ Ἁγία Κοινωνία.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Κεφάλαια περί προσευχῆς ». (Μέρος Α΄)




ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (294-303)
Μέρος Α' 
 Κεφάλαια περί προσευχῆς
 α΄ Ἡ προσευχή λόγῳ τῆς ὠφέλειάς της ὀνομάζεται βασίλισσα καί κυρία ὅλων τῶν ἀρετῶν.  Γιά καμμιά ἀρετή δέν ἔχουν εἰπωθεῖ τόσα, ὅσα γιά τήν προσευχή. Αὐτή εἶναι ἐξύψωση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς πρός τό Θεό.  Μ΄ αὐτήν εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος στό χορό τῶν Ἀγγέλων καί γίνεται συμμέτοχος τῆς μακαριότητάς τους.  Καταλάμπεται διά τῆς σφορίας τους.
β΄ Ἡ προσευχή εἶναι θυμίαμα εὐπρόσδεκτο στό Θεό, γέφυρα γιά τή διάβαση τῶν πειρασμῶν, ἀκαταμάχητο τεῖχος τῶν πιστῶν, ἀσφαλές καταφύγιο, θεῖο ἔνδυμα πού περιβάλλει τήν ψυχή΄ μεγάλη εὐπρέπεια καί ὀμορφιά. Ἡ προσευχή εἶναι ἀναπνοή τῆς ψυχῆς, τροφή καί ποτό της.
γ΄ Ἡ προσευχή εἶναι μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν, φύλακας τῆς σωφροσύνης, τύπος τῆς παρθενίας, ἀξιόπιστη ἄμυνα ἐναντίον ὅλων τῶν πανουργιῶν τοῦ ἀρχαίου μας ἐχθροῦ, τοῦ  Διαβόλου.
δ΄ Μαστίγωνε τούς πολεμίους μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή μέ τήν προσευχή, διότι ἰσχυρότερο ὄπλο ἀπ’ αὐτή δέν ὑπάρχει οὔτε στόν οὐρανό οὔτε στή γῆ.
ε΄ Ἡ προσευχή εἶναι καραταίωμα τοῦ κόσμου, ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἀχείμαστο καί ἀκύμαντο λιμάνι, φωτισμός τοῦ νοῦ, πέλεκυς τῆς ἀπελπισίας, ἀφανισμός τῆς λύπης, γέννηση τῆς ἐλπίδας, κατάπαυση τοῦ θυμοῦ, ὑπερασπιστής τῶν καταδικασμένων, σωτηρία τῶν ἀπολλυμένων.  Αὐτή καί τό κῆτος τό ἔκαμε σπίτι γιά τόν Ἰωνᾶ.  Τόν Ἐζεκία ἀπό τίς πῦλες τοῦ θανάτου τόν ἐπανέφερε στή ζωή, τήν ἐν Βαβυλῶνι φλόγα μεταποίησε σέ δρόσο.  Διά τῆς προσευχῆς ὁ προφήτης Ἠλίας ἔκλεισε τόν οὐρανό: «καί οὐκ ἔβρεξε ἐπί τῆς γῆς ἐνιαυτούς τρεῖς καί μῆνας ἕξ» (Ἰακ. 5, 17). Ὅταν ἀκόμη καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν  μποροῦσαν νά ἐκδιώξουν τά ἀκάθαρτα πνεύματα, τότε ὁ Κύριος τούς εἶπε: «τοῦτο δέ τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν μή ἐν προευχῇ καί νηστείᾳ» (Ματθ.

17,21).
στ΄ Στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπάρχει τίποτε πολυτιμότερο ἀπό τήν προσευχή.  Αὐτή καί τά ἀδύνατα τά κάνει δυνατά, τά δύσκολα εὔκολα, τά στενόχωρα ἀναπαυτικά.  Ἡ προσευχή εἶναι τό ἀπαραίτητη στήν ἀνθρώπινη ψυχή, ὅσο ὁ ἀέρας γιά τήν ἀναπνοή ἤ τό νερό γιά τά φυτά. Ἡ προσευχή εἶναι τό φῶς τῆς ψυχῆς.
ζ΄ Ὅποιος δέν προσεύχεται, ἐκεῖνος στερεῖται τήν κοινωνία μέ τό Θεό καί μοιάζει μέ τό ξερό καί ἄκαρπο δέντρο, τό ὁποῖο «ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19).  Ὅποιος δέν προσεύχεται, ἐκεῖνος δέ λαμβάνει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιά τά ἔργα του, ὅπως λέγει ὁΨαλμωδός : «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλμ. 126,1)
η΄ Γιά νά περάσει κάποιος «τήν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικήν καί ἀναμάρτητον», μοναδικό μέσο εἶναι ἡ εἰλικρινής, θερμή προσευχή τό πρωί, μόλις ἐγερθεῖς ἀπό τόν ὕπνο. Ἡ προσευχή αὐτή εἰσάγει στήν καρδιά τό Χριστό σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καί μέ τρόπο αὐτό δίνει τή δύναμη και τήν ἰσχύ στήν ψυχή ἐναντίον τῆς μανίας τοῦ κακοῦ.
θ΄ Δυστυχία εἶναι γιά τόν τυφλό νά μή βλέπει τό φῶς, ἀλλά πολύ μεγαλύτερη δυστυχία εἶναι γιά τόν χριστιανό νά χάσει τή διάθεσή του γιά προσευχή, νά στερήσει τήν ψυχή του ἀπό τό θεῖο φῶς.  Σέ τέτοια ψυχή βασιλεύει τό σκοτάδι καί κατά τήν ἔξοδο τῆς ἀπό τό σῶμα μερίδιό της θά εἶναι τό αἰώνιο σκότος.
ι΄ Κάποιοι λένε: «Ἄν δέν ἔχεις ὄρεξη, τότε μήν προσεύχεσαι».  Αὐτό εἶναι ποηνηρή, σαρκική σοφιστεία. Ἄν δέ σταθεῖς νά προσευχηθεῖς, τότε τελείως ξεσυνηθίζεις τήν προσευχή. Ἡ σάρκα αὐτό ζητάει. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται.  Χωρίς νά ἀναγκάσεις τόν ἑαυτό μας στό ἀγαθό, δέ σώζεσαι.
ια΄ Νά γιατί εἶναι ἀναγκαῖο νά προσευχόμαστε ὄχι μόνο ὅταν ὑπάρχει διάθεση γιά προσευχή, ἀλλά κι ὅταν δέ θέλουμε νά προσευχηθοῦμε. Ὅταν ὑπάρχει νωθρότητα, φροντίδες, μάταιες ἀσχολίες κ.λ.π., αὐτά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν προσευχή.  Καί ἄν παρ’ὅλα αὐτά ἐμεῖς προσευχόμαστε, ἀγωνιζόμαστε, βιάζουμε τόν ἑαυτό μας, παλεύουμε μαζί του, τότε αὐτή ἡ προσευχή διαπερνᾶ τούς οὐρανούς καί παρίσταται ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ.
ιβ΄ Κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς ὁ παγκάκιστος ἐχθρός μέ ἰδιαίτερη δύναμη ξεσηκώνεται κατά τῶν προσευχομένων καί τούς ὑποβάλλει σέ μεγάλους πειρασμούς καί συμφορές.
Οἱ δοκιμασίες τοῦ ἐχθροῦ κατά τήν προσευχή εἶναι ἀμέτρητες.  Αὐτές τίς στιγμές φέρνει στή μνήμη τέτοιες ὑποθέσεις, τή διεκπεραίωση τῶν ὁποίων τήν παρουσιάζει σάν ἀπαραίτητα καί ἐπείγουσα.  Μήν τόν ἀκοῦς. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ σέ ὅλα θά βοηθήσει μετά τήν προσευχή.
ιγ΄ Κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς ὁπωσδήποτε πρέπει νά ἀπομακρύνεις κάθε γήινη μέριμνα΄ νά μήν προσέχεις κανένα ἀπό τούς λογισμούς πού ξεσηκώνονται κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μέ ἰδιαίτερη δύναμη, ἀλλά σάν μαχητής ἀπόκρουσέ τους ὅλους.
ιδ΄ Ἡ προσευχή δέν εἶναι μιά μηχανική ἐνέργεια, ἀλλά ἡ παρουσία μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί συνομιλία μαζί Του.
ιε΄ Προσευχηθεῖτε ταπεινά, μέ φόβο Θεοῦ, ὥστε νά μή φθάσετε ἀντί  γιά προσευχή στή βεβήλωση της.  Προσέχετε τό νοῦ σας ἀπό κάθε διάθεση περιέργειας.
ιστ΄ Μετά τήν ἀνάξια μετοχή στή Θεία Κοινωνία, ὅπως καί μετά τήν ἀνάξια προσευχή, συμβαίνει παρόμοιο κακό στήν ψυχή, δηλαδή ὁ Κύριος δέν εἰσέρχεται στήν καρδιά μας, ὡς ἐξυβρισμένος ἀπό τήν ἀπιστία καί ψυχρότητα τῆς καρδιᾶς μας  καί  ἐπιτρέπει νά φωλιάσουν στήν ψυχή μας τά πνεύματα τῆς κακίας. (Ἁγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης).
ιζ΄ Ἀρχή τῆς προσευχῆς εἶναι νά ἐκδιώκεις τούς λογισμούς ἀπ΄αὐτή τήν ἐμφάνισή τους.  Μέσον, νά μήν κλέπτεται ὁ νοῦς ἀπό τούς λογισμούς καί τελειότης, ἡ ἀρπαγή πρός τό Θεό, ὅλης τῆς ὑπάρξεώς μας.
ιή Κατά τήν προσευχή πρέπει νά ἔχεις ταπείνωση καί συντριβή γιά τίς ἁμαρτίες σου. Ὅποιος μέσα στήν καρδιά του δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό, αὐτό ὁ Θεός δέν τόν ἀκούει.  Αὐτό τό βλέπουμε ἀπό τήν προσευχή τοῦ Φαρισαίαου καί τοῦ Τελώνη.
ιθ΄ Ἡ προσευχή πού εἶναι ἀναμεμειγμένη μέ δάκρυα ταπεινώσεως καί μετανοίας, ὁπωσδήποτε θά εἰσακουστεῖ, γιατί, καθώς πηγάζει μέσα ἀπό τήν ψυχή, ἀνοίγει τούς οὐρανούς.
κ΄ Οἱ δαίμονες μ’ὅλη τους τη δύναμη προσπαθοῦν νά κλέψουν τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, νά σέ παρασύρουν γιά νά ἀσχολεῖσαι μέ κάποιο ἄλλο ἔργο.  Μήν τούς ἀκοῦς, γιά νά μήν ὑβρισθεῖς ἀπό αὐτούς.
κα΄ Ὅταν προσεύχεσαι γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου στό Θεό, μέσα ἀπό τήν καρδιά σου συγχώρησε τίς κακίες τοῦ πλησίον σου.  Καί ἡ πιό μικρή πικρία γιά τόν πλησίον σοῦ στερεῖ τό δικαίωμα νά προσεύχεσαι, διότι ἡ προσευχή μέ πικρία στήν καρδιά γιά τόν πλησίον εἶναι βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅπως συμπεριφέρεσαι ἐσύ στόν πλησίον, ἔτσι καί ὀ Θεός θά συμπεριφερθεῖ σέ σένα.
κγ΄ Δέ θέλεις νά προσευχηθεῖς γιά κάποιο ἄνθρωπο πού σέ περιφρονεῖ καί σέ μισεῖ; Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πρέπει νά προσευχηθεῖς. Ἐπειδή δέ θέλεις, γι’ αὐτό πρόστρεξε στόν  Ἰατρό, γιατί ἐσύ ὁ ἴδιος εἶσαι πνευματικά ἄρρωστος.  Προσευχήσου γι’ αὐτόν, ὥστε ὁ Κύριος νά σέ διδάξει ἀκακία καί ὑπομονή, γιά νά σέ διδάξει καί νά σέ ἐνισχύσει νά ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς και ὄχι μόνο τούς καλῆς διαθέσεως, γιά νά σέ διδάξει νά προσεύχεσαι μέ εἰλικρίνεια τόσο γιά τούς κακόβουλους ὅσο καί γιά τούς καλοδιάθετους ἀνθρώπους.
κδ΄ Ἄν προσεύχεσαι γιά τούς ἐχθρούς, τότε θά ἔρθει σέ σένα εἰρήνη.
κε΄  Γιατί ἡ εἰλικρινής προσευχή τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον ἔχει μεγάλη δύναμη γιά τούς ἄλλους. Ἐπειδή ἐγώ, κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς προσκολλῶμαι στόν Θεό, γίνομαι ἕν πνεῦμα μέ Αὑτόν καί ἐκείνους γιά τούς ὁποίους προσεύχομαι, τούς ἐνώνω μέ τόν ἑαυτό μου διά τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης, διότι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἐνεργεῖ σέ μένα, ἐνεργεῖ ταυτόχρονα καί σ’αὐτούς, καθώς Αὐτό πληροῖ τά πάντα.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Κεφάλαια περί προσευχῆς ». (ΜέροςΒ΄)



ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (294-303)
Μέρος Β' 
 Κεφάλαια περί προσευχῆς 
κστ΄ Ἄν σέ κάποια φιλονεικία πού προηγήθηκε μέ κάποιο θεωρεῖς ὅτι ἔχεις δίκιο, τότε πρῶτος ζήτησε νά συμφιλιωθεῖς.

κζ΄ Πολλοί στίς ἀνάκγες καί τίς θλίψεις τους ἀναζητοῦν βοήθεια ἀπό ὅλους, ἐκτός ἀπό τό Θεό καί ὅταν δέν τή βρίσκουν πουθενά στρέφονται στό Θεό, ἀλλά γιά τή λειψή τους πίστη δέ λαμβάνουν τό αἰτούμενο.

κη΄ Ἐάν θέλεις μέ τήν προσευχή νά ζητήσεις κάποιο καλό ἀπό τό Θεό, τότε πρίν ἀπό τήν προσευχή προετοιμάσου μέ ἀταλάντευτη, δυνατή πίστη καί λάβε ἐγκαίρως τό φάρμακο κατά τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς ἀπιστίας.  Εἶναι ἄσχημο, ἄν κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς ἡ καρδιά σου ἔχει ἀδύναμη πίστη καί δέ στηρίζεται σ’ αὐτήν.  Τότε μή νομίσεις ὅτι θά λάβεις αὐτό πού ζητᾶς ἀπό τό Θεό μέ δισταγμό.
Ἡ ἀμφιβολία εἶναι ὕβρις πρός τό Θεό, θρασύ ψεῦδος τῆς καρδιᾶς.

κθ΄Ἀπαραίτητοι καί βασικοί ὅροι γιά τήν προσευχή: τελεία παράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἰλικρινής ἐπιθυμία νά διορθώσεις τή ζωή σου καί πρό πάντων νά ἔχεις ἀκακία.  Στήν προσευχή πρέπει νά εἴμαστε  ὑπομονητικοί καί νά πιστεύουμε σταθερά, ὥστε ὅλα, ὅσα ὠφέλιμα ζητοῦμε, νά τά λάβουμε.

λ΄ Ὅσο μεγάλες κι ἄν εἶναι οἱ ἁμαρτίες σου, προσευχήσου καί μή ἀπελπίζεσαι.

λα΄ Πρέπει νά κλάψουμε γιά τίς ἁμαρτίες μας.  Αὐτά τά μικρά δάκρυα σβύνουν τή γέεννα τοῦ πυρός.

λβ΄ Ἡ προσευχή, ὡς τό ὕψιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ, δέ δίνεται πάντοτε γρήγορα.  Πρέπει νά κοπιάσεις. Ὅ, τι ἀποκτᾶται μέ κόπο, ἐκεῖνο περισσότερο ἐκτιμᾶται και φυλάσσεται.

λγ΄ Κατά τήν προσευχή, πρίν ἀπ΄  ὅλα πρέπει νά εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο γιά ὅλα καί ἰδιαιτέρως γιά
τίς θλίψεις.  Ἡ εὐχαριστία γιά τίς θλίψεις εἶναι ἑκατό φορές πιό εὐάρεστη στό Θεό ἀπό τήν εὐχαριστία γιά τίς εὐεργεσίες.  Προσευχήσου ὑπέρ συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου. Μπορεῖς νά προσευχηθεῖς καί γιά λύτρωση ἀπό τίς θλίψεις, ἀλλά στήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ αἰτήματος
πρέπει ἐξ ὁλοκλήρου νά τήν παραδώσεις στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τοῦ Λυτρωτῆ μας: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο΄ πλῆν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ» (Ματθ. 26,39).

λδ΄ Σέ περίπτωση εἰδικῆς ἀνάγκης, ἐπίσης σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τοῦ Σωτήρος, ὀφείλεις νά προσευχηθεῖς μέχρι τρεῖς φορές, ὅπως κι Ἐκεῖνος προσευχήθηκε στόν κῆπο τῆς Γεσθημανή πρίν ἀπό τά πάθη Του.  Κι ἐσύ, ἀπό ὁτιδήποτε κι ἄν ὑποφέρεις μήν ἀναζητήσεις ἀνθρώπινες παρηγοριές, ἀλλά πρόστρεξε μόνο στόν Παράκλητο τῶν ψυχῶν μας.

λε΄ Προσευχηθεῖτε στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἠ καταιγίδα τῆς ἐχθρότητας καί τῆς κακίας ξεσηκώνεται στό σπίτι σας.  Αὐτή ἠ Πανάγαθη καί Κραταιά, πάρα πολύ εὔκολα, μπορεῖ νά εἰρηνεύσει τίς ἀνθρώπινες καρδιές. Ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη προέρχονται σάν ἀπό Πηγή, ἀπό τόν Ἕνα Θεό. Ἀλλά ἡ Δέσποινά μας, ἑνωμένη μέ τό Θεό καί ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ προσεύχεται θερμά ὑπέρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, πολύ περισσότερο ὑπέρ πάντων τῶν χριστιανῶν.
Ξεκινώντας τήν προσευχή στήν Κυρία Θεοτόκο, πρίν τήν προσευχή νά εἶσαι σταθερά πεπεισμένος ὅτι δέ θά φύγεις ἀπ’ Αὑτή, χωρίς νά λάβεις ἔλεος.

λστ΄ Κατά τό χρόνο τῆς προσευχῆς τείχισε τόν ἑαυτό σου μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Διάβολος τρέμει τό Χριστό, μήν ὑποφέροντας νά ἀτενίσει τή δύναμή Του, καιόμενος ἀπ΄ αὐτόν ὅπως μέ φωτιά.
Οἱ ἀρχαῖοι χριστιανοί, ἀκολουθώντας τήν ἀποστολική πράδοση, πρίν ἀπό κάθε ἐνέργειά τους περιτείχιζαν τόν ἑαυτό τους μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, εἴτε ἐνδυόμνεοι, εἴτε βάζοντας τά ὑποδήματά τους, εἴτε πλυνόμενοι, εἴτε ἀνάβοντας φωτιά, εἴτε καθήμενοι εἴτε κατακλινόμενοι΄ μέ λίγα λόγια πρίν ἀπό κάθε ἀσχολία, πρίν ἀπό τήν εἴσοδο ἤ ἔξοδο τους ἀπό τό σπίτι τους.

λζ΄ Γιά κάθε ἔργο καί γιά τήν προσευχή πολύ περισσότερο εἶναι ἀπαραίτητο νά ἔχουμε πνευματικό καθοδηγητή, ὤστε νά μή δεχθοῦμε, λόγῳ τῆς ἀνθρωπίνης ροπῆς πρός τήν ἔπαρση, ἀντί γιά τή Χάρη τή σαγήνη τοῦ ἀκάθαρτου πνεύματος, τό ὁποῖο μεταμορφώνεται σέ ἄγγελο φωτός. 

λη΄ Εἶναι καλύτερο νά μή διαβάζουμε πνευματικά βιβλία, ἀλλά νά κρατοῦμε μόνο τήν προσευχή.  Εἶναι καλύτερο νά εἴμαστε πτωχοί τῷ πνεύματι καί νά κληρονομήσουμε τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Κυριος λέγει: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».  Πτωχοί τῷ πνεύματι εἶναι ὅσοι πτωχεύουν κατά τό νοῦ χάριν τῆς σωτηρίας, χάριν τῆς ἀδιάλειπτης μνήμης τοῦ Θεοῦ.  Καί ὅποιος ἀδιαλείπτως προσεύχεται, ἐκεῖνον ὁ Κύριος ἀμείβει μέ ὅλο τόν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του.

λθ΄  «Ὅταν ἤμουν φοιτητής τῆς θεολογικῆς ἀκαδημίας –διηγεῖται ὁ ἐπίσκοπος Θεοφάνης- τρεῖς μαζί κατευθυνθήκαμε πρός τήν Πετσέρσκαγια Λαύρα τοῦ Κιέβου πρός συνάντηση τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου ἀπό τόν ὁποῖο ἐπιθυμούσαμε νά λάβουμε νουθεσίες.  Κι αὐτός νά τί μᾶς εἶπε: «Ἐσεῖς οἱ μορφωμένοι μοναχοί, γνωρίζετε πολλούς κανόνες καί νόμους, ἀλλά δέν γνωρίζεται ἕναν κανόνα ὁ ὁποῖος ἰδιαιτέρως μᾶς χρειάζεται.  Κι αὐτός εἶναι: Ὁ νοῦς καί ἠ καρδιά να ἀνυψώνονται πάντοτε πρός τό Θεό. Ἐγώ ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία ἔτσι ἔκανα καί τώρα αἰσθάνομαι ψυχική εἰρήνη». Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά ἐνεργοῦμε, ἀφιερώνοντας τά πάντα  στήν προσευχή, διότι εἶναι καλύτερο να προσευχόμαστε, παρά νά διαβάζουμε ὁτιδήποτε ἤ νά περνοῦμε μέ ἀργία τόν καιρό μας.

μ΄ Μήν ἀφήνεις τίς εὐκαιρίες πού σοῦ δίνονται γιά νά προσεύχεσαι γιά κάποιον ἄνθρωπο πού σοῦ τό ζητᾶ ἤ τό ζητοῦν γι’ αὐτόν οἱ συγγενεῖς, οἱ φίλοι ἤ οἱ γνωστοί του. Ὁ Κύριος μέ προσοχή ἐπιβλέπει ἐπί τήν προσευχή μας, ὅταν γίνεται μέ ἀγάπη καί παρρησία ἐνώπιόν Του.

μα΄ Προσευχήσου περί τῶν κεκοιμημένων, ὥστε κι αὐτοί, ὄταν θά εὐρίσκονται στήν μακαρία ζωή, νά προσεύχονται γιά σένα.  Ὁ κεκοιμημένος ἄνθρωπος εἶναι ζῶν ὄν.  «Θεός οὐκ ἐστι νεκρῶν, ἀλλά ζώντων΄  πάντες γάρ αὐτῷ ζῶσιν». (Λουκ.  20,38).

μβ΄ Μέ τήν πρόφαση τῆς ἀρρώστιας και τῆς κούρασης μήν ἀφήνεις τήν προσευχή, οὔτε μιά μέρα, ὄσο ἔχεις μέσα σου πνοή. 

μγ΄ Ἄν βρίσκεσαι σέ ἀπορία, τότε κάνε τρεῖς μετάνοιες και πές: «Κύριε, Ἐσύ βλέπεις, Πολυεύσπλαχνε, ὅτι ἡ ψυχή μου βρίσκεται σέ ἀπορία καί φοβᾶμαι μήπως ἁμαρτήσω. Φώτισέ με Κύριε».  Καί τό πρῶτο πού θά γεννηθεῖ στήν ψυχή σου μετά τήν προσευχή λάβε το σάν ὑπόδειξη ἀπό τόν οὐρανό.

μδ΄ Μετά τήν πρωινή καί τή βραδινή προσευχή συνηθίστε μέ προθυμία καί προσοχή νά στέκεσθαι ἐν σιωπῇ, ἔστω καί λίγα λεπτά, περιμένοντας στήν καρδιά σας ἀπαντήσεις καί νουθεσίες.  Αὐτά τά λίγα λεπτά θά σᾶς διδάξουν πολλά.  Αὐτό θά δυναμώσει τήν ἀδιάλειπτη προσευχή σας καί τήν ἀπάρνηση τοῦ θελήματός σας καί θά σᾶς δώσει τή δίψα νά ἀποκτήσετε στήν καρδιά σας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. 

με΄ Κατά τίς καθημερινές σας συνομιλίες πρέπει μέσα στήν καρδιά σας νά κρατᾶτε τήν προσευχή καί νά θυμᾶστε ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας ὅλα τά βλέπει εὐρισκόμενος ἐδῶ.  Δέν πρέπει ποτέ νά λησμονοῦμε τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ.

μστ΄ Χωρίς τήν προσευχή ὁ ἄνθρωπος δέ ζεῖ, ἀλλά πεθαίνει ἄν κι αὐτό δέν τό συναισθάνεται.

μζ΄ Μέ βιάζεσθε κατά τήν προσευχή.  Κάθε ἅγιος λόγος εἶναι μιά μεγάλη δημιουργική δύναμη΄ κάθε λόγος πορσευχῆς μᾶς φέρει ἐγγύς τοῦ Θεοῦ.  Ἐμεῖς ἐρημώνουμε τούς λόγους μας, ὅταν τούς ἀποσπαστοῦμε ἀπό τόν Κύριο  μας.

μη΄ Κατά τήν προσευχή κράτησε αὐτόν τόν κανόνα: Εἶναι καλύτερο νά πεῖς πέντε λόγους μέ τό νοῦ σου ἤ μυρίους μέ τή γλῶσσα σου.

μθ΄ Ὅταν παρατηρεῖς ὅτι ἡ καρδιά σου εἶναι ψυχρή και εἶσαι ἀπρόθυμος νά προσευχηθεῖς, στάσου καί θέρμανέ την μέ κάποια ζωντανή εἰκόνα, π.χ. τῆς  ἁμαρτωλότητάς σου, τῆς πνευματικῆς πτωχείας σου, τῆς ἀθλιότητας καί τῆς τυφλώσεώς σου, ἤ μέ τήν εἰκόνα τῶν μεγάλων, ἀδιάκοπων εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ σέ σένα καί τό ἀνθρώπινο γένος.

ν΄ «Ἰδοῦ ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω».   Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται συνεχῶς ἐνώπιον τῆς θύρας τῆς καρδιᾶς μας, ἀμπαρωμένης καί κλειδωμένης γι’ Αὐτόν λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν ποικίλων παθῶν μας.  Ἐσεῖς προσεύχεσθε καί Αὐτός στέκεται κοντά στήν καρδιά σας καί προσέχει κάθε κίνησή της, κάθε αἴσθημά της.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «περί τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ »



ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (304-307)
 
Συντόμως περί τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ  


Προσπαθῆστε νά ἀποκτήσετε ἀδιάλειπτη προσευχή κράζοντας πρός τόν Κύριο: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» καί στό σπίτι, στό ναό, στό δρόμο καί στήν ἐργασία καί στό τραπέζι καί καθήμενοι καί κείμενοι καί νά κάνετε αὐτήν τήν προσευχή μέ εὐλάβεια καί προσοχή, μέ αἴσθηση μετάνοιας μέ μεγάλη ἁπλότητα χωρίς ἔνταση καί χωρίς νά πιέζεται τόν ἑαυτό σας γιά νά νοιώσετε νά βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά σας κάποια ἰδιαίτερη αἰσθήματα. Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι εὔκολη ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας της.
Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἡ πιό σπουδαῖα, ἡ πιό βασική πορσευχή.
Πρέπει πάντοτε νά ἔχουμε τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, νά σκεπτόμαστε Αὐτόν κάθε ὥρα, σέ κάθε τόπο.  Σέ κάθε ἀσχολία μέσα στήν καρδιά μας πάντοτε νά φωνάζουμε πρός Αὐτόν ἔστω καί μέ σύντομο τρόπο: «Κύριε, ἐλέησον!  Κύριε βοήθει μοι!»
Μέχρι τό γεῦμα νά λέτε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ καί μετά τό γεῦμα νά τή λέτε μέ τήν προσθήκη: «Πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς».
Κάποιοι λέγουν τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ συνδυάζοντας την μέ τήν ἀναπνοή:
Κύριε-εἰσπνοή, Ἰησοῦ -ἐκπνοή, Χριστέ-εἰσπνοή, Υἱέ-ἐκπνοή, Θεοῦ-εἰσπνοή, ἐλέησόν-ἐκπνοή, με-εἰσπνοή, τόν ἁμαρτωλόν-ἐκπνοή.
ἤ λέγουν:
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ - εἰσπνοή
ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν-ἐκπνοή.

Αὐτό εἶναι πολύ καλό.  Σημαίνει ὅτι ἀναπνέουν μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.  Αὐτή ἡ σύντομη προσευχή θά σᾶς ἐξασκήσει στή μνήμη τοῦ Θεοῦ, θά συνάξει τό νοῦ ἀπό τό διασκορπισμό καί θά τόν  συνδέσει μέ τό Θεό΄ θά βάλει στό νοῦ ἕνα εἶδος σφραγίδας, ὅπου πλέον δέν μποροῦν νά βρίσκονται τά ἀκάθαρτα πνεύματα.
Μείνετε νήφοντες καί  ἄγρυπνοι, ἰδιαιτέρως κατά τόν  χρόνο τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς.  Κανείς δέν εἶναι τόσο εὐάρεστος στό Θεό, ὅσο ἐκεῖνος πού ἀσχολεῖται ὀρθά μέ τή νοερά-καρδιακή προσευχή.
Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ὀνομάζεται προφορική, ὄταν προφέρεται μέ λόγια΄ νοερά, ὄταν μ’ αὐτήν ἀδιάρρηκτα ἑνώνεται ἡ προσοχή τοῦ νοῦ΄ Καρδιακή ἤ νοερά-καρδιακή, ὅταν ἀρχίζει νά γίνεται μέσα στήν καρδιά.
Πρέπει νά ἀρχίσετε μέ τήν προφορική προσευχή, ἡ ὁποία μέ τή συνεχῆ, ἀβίαστη ἐκφορά της, μέ συντετριμμένη καρδιά, ἀπό μόνη της περνᾶ πρός τή νοερά καί ἡ νοερά στήν καρδιακή.  Βαθμιαῖα ἡ προσευχή κυριαρχεῖ στήν ψυχή καί φέρει σ’ αὐτήν μιά κατάσταση εἰρήνης, ἡρεμίας, καθαρότητος, ἡσυχίας, τάξεως, χαρᾶς και συνεχοῦς ἐσωτερικῆς παρουσίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Κυριώτερος καρπός τῆς ἐνέργειας τῆς προσευχῆς θεωρεῖται ὄχι ἡ θερμότητα ἤ ἡ γλυκήτητα, ἀλλά ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ και ἡ συντριβή γιά τίς ἁμαρτίες μας.
Ἀπό κάθε σφάλμα, ἀπάτη καί γοητεία σώζει τόν ἐργάτη τῆς προσευχῆς ἡ μετάνοια καί τό δάκρυ.  Τό δάκρυ εἶναι τό συντετριμμένο πνεῦμα. «Καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει», δηλαδή δέ θά τήν παραδώσει στήν ὕβρη τῶν δαιμόνων, ὅπως παραδίδεται ἀπ’ Αὐτόν ἡ ὑπερήφανη καρδιά, ἡ πλήρης ἐπάρσεως, ἐλπίδος στόν ἑαυτό της καί ματαιοδοξίας.
Γιά νά ἀποκτήσετε πνεῦμα προσευχῆς, παρακαλέστε τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ πού ἀκοίμητα προσεύχεται ὑπέρ ἡμῶν.
Γιά νά ἐγκατασταθεῖ μέσα στή καρδιά ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀπαιτεῖται ὁ προσευχόμενος νά μή λέγειτίποτε περιττό ἤ μάταιο κι ἀκόμη νά μήν ἀνησυχεῖ ἀπερίσκεπτα γιά τίποτε-νά μήν κάνει τίποτε κατά τό θέλημά του, ἀλλά νά προσπαθεῖ σέ ὅλα νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Κάθε χριστιανός, ὅσο περισσότερο κρατιέται ἀπό τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τόσο περισσότερο ἐξοργίζει τό διάβολο, πού δέν ὑποφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ ἐχθρός ξεσηκώνεται ἐναντίον σας, ἀλλά καί σεῖς σηκωθεῖτε ἐναντίον καί μήν ὑποχωρεῖτε.  Μόλις θά ἀρχισετε νά ἐναντιώνεσθε σ’ αὐτόν, θά δραπευτεύσει.  Μόνο πού αὐτό πρέπει νά τό κάνετε μέ αὐστηρότητα.  Κοπιάστε μέ προθυμία, ἀλλά μή νομίζετε ὅτι ἐσεῖς οἱ ἴδιοι θά ἐπιτύχετε κάτι χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή τή βοήθεια ζητῆστε τη συχνότερα.
Ὅποιος συνήθισε νά προσεύχεται, ἡ προσευχή ἔγινε ἡ ἀναπνοή του.  Σ’ αὐτόν ὁ Σατανᾶς δέν εἶναι πιά φοβερός, διότι τόν φυλάσσει ἡ Θεία Χάρις.  Τέτοιοι ἄνθρωποι αἰσθάνονται ὅτι ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε μαζί τους, ὅτι τούς σώζει, ὅτι τούς σκεπάζει καί τούς λυτρώνει ἀπό τόν ἐχθρό.
Πρέπει κι ἐμεῖς νά στρεφόμαστε πρός τόν Κύριο καί τότε θά καταλάβουμε τά λόγια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὕμνου: «Βοηθός καί  σκεπαστής ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίας».
Διά τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ καλό ἦθος, διδάσκεται τίς ἀρετές.  Πρέπει μέ τή βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ νά προσπαθοῦμε να εἰσέλθουμε ἐντός τοῦ ἑαυτοῦ μας καί νά τόν ἀναγκάσουμε στήν ἀδιάλειπτη προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται.  Κι ἐμεῖς πρέπει νά ἀναγκάσουμε τόν ἑαυτό μας νά ἀποκτήσει τήν κατάσταση τῆς προσευχῆς καί τῆς συντριβῆς, σύμφωνα μέ τήν προσευχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου: «Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης δώρησαί μοι τῷ σῷ δούλῷ»» . Νά, λοιπόν, ἐμεῖς αὐτά δέν τά ἔχουμε.
Γι’ αὐτό πρέπει νά ἀναγκάσομε τόν ἑαυτό μας νά ἀποκτήσει αὐτές τίς ἀρετές καί νά κοινωνοῦμε συχνότερα τά Ἄχραντα Μυστήρια.
Μετά τή Θεία κοινωνία εἶναι ἰδιαιτέρως ἀναγκαῖο νά ἀσχολούμαστε μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, γιά νά περιφράξουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς Χάριτος, προτιμώντας τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν ἀνάγνωση ποικίλων, ἔστω και διδακτικῶν βιβλίων καί ἀκόμη περισσότερο ἀπό ὄλες τίς συνομιλίες μέ τούς ἀνθρώπους, οἰ ὀποῖες ὁδηγοῦν μόνο στήν κατάκριση.
Οἱ προχωρημένοι στήν πνευματική ζωή βλέπουν μέ τά μάτια τῆς καρδιᾶς μέ τί πανουργία ἐνεργεῖ ὁ διάβολος, πῶς μᾶς καθοδηγοῦν οἱ Ἄγγελοι, πῶς ὁ Κύριος ὡς ἔχων ἐξουσία  παραχωρεῖ τούς πειρασμούς καί πῶς μᾶς παρηγορεῖ.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Περί ταπεινώσεως καί πραότητος »



ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (308-311)
 
Περί ταπεινώσεως καί πραότητος
 
 
 Σέ κάθε χριστιανό ἀναγκαιότερο ὅλων εἶναι ἡ χριστομίμητη, μακάρια ταπείνωση καί ὅποιος δέ τήν ἔχει δέν θά ἰδεῖ ποτέ τόν Θεό.
Ἡ ταπείνωση εἶναι τό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν.  Διδάσκαλος τῆς ταπεινώσεως εἶναι ὁ ἵδιος ὁ Κύριος: Μάθατε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29).
Γιά νά ἀποκτήσετε ταπείνωση πρέπει συνεχῶς νά μέμφεσθε, νά ἐπικρίνετε και νά κατηγορεῖτε τόν ἑαυτό σας σέ ὅλα΄ νά θεωρεῖτε τόν ἑαυτό σας ὄχι μόνον ἁμαρτωλότερο ὅλων, ἀλλά καί χειρότερο ἀπό κάθε ἄλογο κτίσμα.
Ὅταν σέ κατηγοροῦν γιά κάτι, τότε νά σιωπᾶς ἤ μέ πραότητα νά ἐξηγεῖς  τήν ἀλήθεια΄ νά κόβεις τό θέλημά σου, νά ὑπομένεις τίς κακολογίες τίς προσβολές καί τούς ἐξευτελισμούς καί νά θυμᾶσαι πάντοτε τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.  Νά ἡ ὁδός πρός τήν ταπείνωση.
Ὅποιες ἀρετές κι ἄν ἔχει κάποιος, πάντοτε πρέπει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του τόν ἁμαρτωλότερο στόν κόσμο κατά τόν εἰπόντα: «Ὅταν ποιήσετε πάντα τά διαταχθέντα, ὑμῖν λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Λουκ.17,10).
Ἀναμφισβήτητο σημεῖο ταπεινώσεως εἶναι ἠ ἀπιστία στούς λογισμούς, ἡ ἐπιθυμία διορθώσεως, ἡ ἀναντίρρητη ὑπακοή.
Δέν εἶπε ὁ Δαυΐδ ὅτι νήστευα, ἐπτώχευσα, κοιμήθηκα κατά γῆς, ἀλλά ἐταπεινώθην  καί ἔσωσέ με ὁ Κύριος!».
Ἡ μετάνοια τόν πεσόντα τόν ἀποκαθιστᾶ, τό δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες κρούουν τίς οὐράνιες πύλες,
ἀλλά ἡ ταπείνωση εἶναι πού τίς ἀνοίγει.
Χωρίς ταπείνωση ὅλα μάταια καί ἀνώφελα.  Μόνο ἡ ταπείνω¬ση εἶναι ἀπόρθητη στήν δαιμονική ἀπάτη.
Ὅποιος θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ταπεινό, σ’ αὐτόν δέν ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση.  Πρέπει πάντοτε νά εἶσαι ἕτοιμος σέ κάθε λόγο νά ἀπαντᾶς: «συγχώρησον, ἥμαρτον».
Ἡ ταπείνωση δέν ντρέπεται νά παραδεχθεῖ τίς ἐλλείψεις πού χαρακτηρίζουν τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἔτσι νά τίς διορθώσει.
Ἡ ταπείνωση γεννᾶ τό φόβο τοῦ Θεοῦ, χαλιναγωγεῖ τήν πο¬λυλ¬ογία, διδάσκει νά συναισθανόμαστε τήν ἀθλιότητά μας, θεωρεῖ ἀπεχθεῖς τούς ἀνθρώπινους ἐπαίνους, ἐμπνέει τόν ἄνθρωπο γιά ὅλα νά  κατηγορεῖ καί να κατακρίνει τόν ἑαυτό του, νά μήν ἐμπιστεύεται τή διάκρισή του καί τά αἰσθήματά του, ἀφοῦ εἶναι ὑπόδουλος στήν ἁμαρτία.  Ἡ ταπείνωση διδάσκει νά περιφρονοῦμε την ματαιότητα τοῦ κόσμου καί νά ἀναζητοῦμε τό ἕνα «οὗ ἐστί χρεία»(Λουκ. 10,42).  Διότι «τό ἐν ἀνθρώποις ὑψυλόν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 16,15).  Ἡ ταπείνωση κατορθώνεται μέ τήν ἐντατική προσευχή μέ τήν αὐτοκεμψία σέ ὅλα καί μέ τήν ὑπομονή στίς ἀδικίες.  Ἡ ταπείνωση κάνει τόν ἄνθρωπο δίκαιο.
Οἱ ταπεινωθέντες ἁμαρτωλοί καί χωρίς καλά ἔργα διακαιώνονται, ἐνῶ οἱ δίκαιοι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειας καταστρέφουν πολλά ἀπό τά καλά ἔργα τους.
Καλύτερο εἶναι ὁ ταπεινός ἁμαρτωλός ἀπό τόν ὑπερήφανο δίκαιο.  Στόν ταπεινό ὁ Ἵδιος ὁ Χριστός μένει μαζί του.  Διά τῆς ταπεινώσεως συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες.  Ἡ ταπείνωση ὑπερνικᾶ τά ἐλαττώματα, καθαρίζει τήν καρδιά.
Ἡ ταπείνωση εἶναι ὁδός πρός τήν τελειότητα.  Σέ κάθε ὕψος ἄνέρχεσαι διά τῆς ταπεινώσεως. Ταπείνωση σημαίνει νά κάμεις τό καλό σ’ ἐκείνους πού σοῦ κάνουν τό κακό΄ νά συγχωρεῖς τόν ἀδελφό πού ἁμάρτησε ἐναντίον σου, πρίν σοῦ ζητήσει αὐτός συγγνώμη. Ἐάν κάποιος ταπεινούμενος πεῖ: «συγχώρεσέ με» ἐκεῖνος καψαλίζει τούς πειράζοντες δαίμονες.

-Τί νά κάνω πού φοβοῦμαι τή ντροπή ἀπό τίς ἀτιμίες λέει ὁ μαθητής.
-Ἀδελφέ μου, ὁ Ἰησούς ἔγινε Ἄνθρωπος καί ὑπέμεινε τήν ἀτιμία.  Μήπως ἐσύ εἶσαι κάτι μεγαλύτερο ἀπό τόν Ἰησοῦ. Ὅποιος δέν ὑπομένει ἀτιμίες, ἐκεῖνος δέν μπορεῖ νά ἐπιτύχει τήν ταπείνωση, ἀπαντᾶ ὁ στάρετς.
-Τί εἶναι ταπείνωση;
-Ἡ ταπείνωση συνίσταται στό νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου γῆ καί σποδό στά ἔργα, ὄχι μόνο στά λόγια, καί νά λές: «Ποιός εἶμαι τάχα ἐγώ; Καί ποιός μέ θεωρεῖ σάν κάτι τί;»
Ἐξευτέλισε τόν ἑαυτό σου καί θά δεῖς τή δόξα τοῦ Θεοῦ. «Ὅπου δέν ὑπάρχει φῶς, ὅλα εἶναι σκοτεινά». Ἔτσι, καί χωρίς ταπείνωση τίποτε δέν ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο, παρά μόνο σκότος.
Ὅταν δέν ὑπάρχει ταπεινοφροσύνη, ὅλοι οἱ κόποι εἶναι μάταιοι καί ἄκαρποι.  Ταπεινώσου σέ ὅλα καί νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου χειρότερο ὅλων καί νά ξέρεις ὅτι ὁ Κύριος, ὅλους τούς ἄχρηστους, ἀλλά ταπεινούς θά τούς πάρει μαζί Του.  Πρός Αὐτόν νά κράζεις καί νά ἐλπίζεις σταθερά.  Εἶναι ἀνώφελοι οἱ κόποι ἐκεῖνου, ὁ ὁποῖος χωρίς ταπείνωση νηστεύει πολύ καί ἀναλαμβάνει μεγάλους ἀσκητικούς κόπους.
Ὁ Πονηρός δέν τρώει, δέν πίνει, δέν κοιμᾶται καί ζεῖ μέσα στήν κόλαση, ἐπειδή δέν ἔχει ταπείνωση.
Καμμιά ἀρετή δέν εἶναι τόσο εὐάρεστη στό Θεό, ὄπως ἡ ταπείνωση, καί γνώριζε ὅτι γιά τίποτε δέ λυπεῖται τόσο ὁ Σατανάς καί μέ τίποτε ἄλλο δέ διώχνεται καί δέν ἀφοπλίζεται, ὅσο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τήν ταπείνωση καί τήν ἀτιμία.  Ἡ ταπείνωση καταστρέφει ὅλες τίς σκευωρίες τοῦ ἐχθροῦ.
Συνήθισε τή γλῶσσα σου νά λέει: «Συγχώρεσέ με» καί θά κατοικήσει μέσα σου ἡ ταπείνωση.
Ὁ ταπεινός εἶναι πρᾶος, χαρούμενος, φιλάνθρωπος, ἥσυχος, εὐπειθής, ἄοκνος.  Δέν περιεγάζεται τά ἀπρόσιτα πράγματα.  Σ’ αὐτόν δέν ὑπάρχει λόγος μίσους, οὔτε κάποιο εἶδος ἀντιλογίας, ἤ θέλημα ἀνυπακοῆς, παρά μόνο ὅπου θίγεται ἡ ὀρθόδοξη πίστη.
Νά εἶσαι ταπεινός σημαίνει νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου ἄξιο, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, κάθε ἐξουδενώσεως, θλίψεως, διωγμοῦ καί ραπισμάτων.
Νά εἶσαι πρᾶος σημαίνει μέ τήν ἀκακία τῆς καρδιᾶς σου νά ὑπομένεις τίς ἀδικίες, τίς ὕβρεις καί νά προσεύχεσαι γιά τούς ἐχθρούς σου΄ πάντοτε νά κατακρίνεις τόν ἑαυτό σου, νά τόν κατηγορεῖς γιά νά ἰσοφαρίσεις τίς ἀθέλητες ἁμαρτίες σου.
Πραότητα εἶναι ἀκίνητη διάθεση τῆς ψυχῆς, ὅταν δηλαδή στίς ἀτιμώσεις καί τούς ἐπαίνους, παραμένει ἴδια.
Ἡ πραότητα εἶναι δύναμη θαυμαστή.  Αὐτή εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἴδια σταθερή καί ἀτράνταχτη, ἀλλά μέ τόν ἥσυχο καί ἤπιο τρόπο του εὐεργετικοῦ μεγαλείου της ὑποστηρίζει ὅλους ὅσους εἶναι γύρω της.  Ἡ πραότητα σταθερή, μέ τήν ὀρθή της ὑποχωρητικότητα, μέ τή μειλιχιότητα καί τή φιλειρηνικόητητά της, ποτέ δέν ὀργίζεται μέ τόν πλησίον.  Ἡ πραότητα εἶναι ξένη κάθε ἀπαιτήσεως στά δικαιώματα τῶν ἄλλων.  Στήν πραότητα εἶναι ξένα ἡ ὑποκρισία καί ἡ κολακεία. Στήν καρδιά τοῦ πράου ἀναπαύεται ἠ εἰρήνη καί ἡ ἡσυχία.  Ἡ πραότητα προσελκύει πάνω της τά ὄμματα τοῦ Κυρίου. «Ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καλι ἡσύχον»(Ἠσ. 66,2), διαγγέλλει ὁ Κύριος.
Ὄχι σπάνια ὁ Θεός ἀφήνει στούς πνευματικούς ἀνθρώπους κάποια πολύ ἐλαφρά πάθη, ὥστε, κοιτώντας αὐτές τίς ἐλαφρές, σχεδόν ἀναμάρτητες ἀδυναμίες, κατηγορώντας τόν ἑαυτό τους, νά ἀποκτήσουν μ’ αὐτό τόν τρόπο ἄυλο πλοῦτο ταπεινοφροσύνης.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. « Περί ἁπλότητας - Περί μετανοίας »


ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του
Περί ἁπλότητας -  Περί μετανοίας
 Περί ἁπλότητας (σελ. 312-313)

Ἡ σοφία χωρίς τή Χάρη εἶναι παραφροσύνη ἐνῷ ἡ τέλεια ταπείνωση εἶναι ἁπλῆ.
Προσπαθῆστε νά φθάσετε στήν παιδική ἁπλότητα στή σχέση σας πρός τούς ἀνθρώπους καί στήν προσευχή πρός τό Θεό. Ἡ ἁπλότητα εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό καί ἡ ὕψιστη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός εἶναι τελείως ἁπλός, ἐπειδή εἶναι τελείως ἀγαθός.  Καί ἡ ψυχή σου ἄς μή διχάζεται στό καλό καί τό κακό. Στίς ἁπλές κρδιές ἀναπαύεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐσωτερική ἁπλότητα πρέπει νά χύνεται καί σέ ὅλα τά ἔξω ἀπό μᾶς.  Πρέπει σέ ὅλα νά ὑπάρχει ἁπλότητα΄ στούς λόγους καί στήν ἐξωτερική μας ὄψη.
Νά μήν εἶσαι ὑποκριτικά εὐλαβής. Ἀκόμη κι ἄν μέ ἀγαθή πρόθεση ἐπιτηδεύσεις τήν ἐξωτερική σου ἐμφάνιση, ἡ χάρις ἀναχωρεῖ ἀπό σένα.  Ἡ ἀκακία καί ἡ ἁπλότητα περισσότερο ἀπό ὅλες τίς ἀρετές κατεβάζει σέ μᾶς τή Χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Μή χρησιμοποιεῖς τήν πανουργία σου ἔργο τῆς σωτηρίας σου.  Μήν ἀναζητεῖς εἰδικούς δρόμους, μήν ἐπιβάλλεςι στόν ἑαυτό σου εἰδικές ἀσκήσεις, ἀλλά ὄπως ἔρθουν τά πράγματα, ὄπως ὁ Κύριος στείλει τή δύναμή Του, ἔτσι κι ἐσύ, ἀδιάκοπα, ἀφειδῶς, ἀνάγκασε τόν ἑαυτό σου σέ κάθε ἀγαθό.
Καί κατά τήν προσευχή ἁπλά νά μιλάτε μέ τόν Κύριο, γιατί πράγματι εἶναι κοντά μας.  Πρέπει νά Τοῦ λέμε ὅλα ὅσα ἔχουμε στήν ψυχή μας. Ὅταν ὑπάρχει ἡ αἴσθηση τῆς μετάνοιας, μίλησε στό Θεό, ὅπως αἰσθάνεσαι: «Κύριε, εἶμαι ἐνώπιόν Σου ἁμαρτωλός, τίποτε δέν ἔχω, ἀλλά ἐλέησέ με κατά τό μέγα Σου ἔλεος.....Σύμφωνα μέ τά κρίματά Σου, σῶσον με».  Καί ὅπως τά παιδιά παρακαλοῦν τή μητέρα τους, ἁπλά, πλησιάζοντάς την καί ἐπιθυμώντας νά πάρουν αὐτό πού τῆς ζητοῦν: «Μαμά, δῶσε μου (τοῦτο ἤ

ἐκεῖνο), δῶσε μου!», ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο καί νά βάζουμε ὅλη τήν ψυχή στά λόγια τῆς προσευχῆς.
Ὁ Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόσκ ἔτσι ἀπευθυνόμενος πρός τόν Θεό καί προσευχόταν: «Ἐσύ εἶσαι ὁ τροφέας μου, Πατερούλη μου». Νά ποιά ἐγγύτητα, αἰσθανόταν πρός τόν Κύριο.
Ἐκεῖνον πού δέν ἔχει εὐθεῖα καρδιά πρός τούς ἀνθρώπους ὁ Κύριος δύσκολα τόν δέχεται κατά τήν προσευχή, δίνοντάς του νά αἰσθανθεῖ ὅτι δέν εἶναι εἰλικρινής στή σχέση του μέ τούς ἀνθρώπους καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά εἶναι τελείως εἰλικρινής στή σχέση του μέ τό Θεό, χωρίς ψυχική κακοπάθεια.
Νά εἶσαι, ὅσο εἶναι δυνατόν, πρᾶος, ταπεινός, ἁπλός στή σχέση σου μέ ὅλους, θεωρώντας ἀνυπόκριτα τόν ἑαυτό σου κάτω ἀπ’ ὅλους κατά τήν πνευματική σου κατάσταση, δηλαδή πιό ἁμαρτωλό καί πιό ἀδύναμο ἀπ’ ὅλους.  Νά λές: «ἐκ τῶν ἁμαρτωλῶν πρῶτος εἰμί ἐγώ».
Ὅσο μπορεῖτε νά καλύπτετε τά ἔργα σας πού σχετίζονται μέ τήν πνευματικκη ζωη καί οὔτε μέ τό βλέμμα σας οὔτε σέ συζητήσεις, οὔτε στίς ἄλλες σχέσεις σας νά αποκαλύπτετε, ἀλλά νά ἐνεργεῖτε ἁπλά καί νά ἀποφεύγετε τίς ἄσκοπες πολυλογίες.


Ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολόγιό του

Περί μετανοίας (σελ. 314-319)

Ὅλα τά φυσικά σώματα τείνουν στό κέντρο τῆς γῆς καί ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ψυχές φυσικά στρέφονται στό πνευματικό τους Κέντρο ἤ τό Ἀρχέτυπό τους, τό Θεό.  Ἡ ἁμαρτία ἦταν πού διέστρεψε αὐτή τή φυσική κατεύθυνση τῆς ψυχῆς.
Στήν καρδιά τοῦ ἄνθρώπου συμβαίνει ἄλλοτε νά προσεγγίζει πρός τό Θεό καί ἄλλοτε νά ἀπομακρύνεται ἀπό τό Θεό, πότε ἡσυχία καί χαρά, πότε σύγχυση, φόβος καί στεναχώρια ΄ πότε ζωή καί πότε θάνατος  πνευματικός.
Ἡ ἐγγύτης στό Θεό συμβαίνει μέσα στίς θλίψεις.  Τό κυριώτερο ζητούμενο τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἕνωση μέ τό Θεό, ἀλλά ἡ ἁμαρτία ἐμποδίζει ἀπόλυτα τό σκοπό αὐτό.  Γι’ αὐτό ἀπόφευγε τήν ἁμαρτία καί πρόσφερε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μεταμέλεια γιά τά κακά πού πράττεις μέ καθαρή μετάνοια.
Ἡ μετάνοια, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξης Ἐκκλησίας, εἶναι ἀνάκληση τοῦ Βαπτίσματος, Δευτέρα Χάρις, κάθαρση τῆς συνειδήσεως, ὑπόσχεση στό Θεό νέας ζωῆς, συμφιλίωση μέ τό Θεό μέ τό μέσο τῶν καλῶν ἔργων πού εἶναι ἀντίθετα ἀπό τή πτώση τῆς ἁμαρτίας.
Ἀλλά ποιός δέ γνωρίζει πόσο δύσκολο εἶναι γιά τόν ἁμαρτωλό, χωρίς τήν ἰδιαίτερη Χάρη τοῦ Θεοῦ νά στραφεῖ ἀπό τήν προσφιλῆ σ’ αὐτόν ὁδό τῆς ἁμαρτίας στήν ὁδό τῆς ἀρετῆς;  Πόσο βαθειές ρίζες πιάνει ἡ ἁμαρτία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί σ’ὅλη τήν ὕπαρξή του, πῶς δίνει στόν ἁμαρτωλό τή δική της ὅραση, ἡ ὁποία βλέπει τά πράγματα τελείως ἀλλοιώτικα!  Γι’ αὐτό βλέπουμε ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί δέ βάζουν στόν νοῦ τους τή μεταστροφή τους καί δέ θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους μεγάλους ἁμαρτωλούς ἐπειδή ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπερηφάνεια τυφλώνουν τά μάτια τους κι ἄν θεωρήσουν τούς ἑαυτούς τους ὡς μεγάλους ἁμαρτωλούς τότε παραδίδονται στήν ἀπελεπισία.
Οἱ ἀνομίες ὅπως ἔρχονται στόν ἄνθρωπο, ἔτσι καί ἀναχωροῦν διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας.  Σκέψου ὄτι οἱ ἀνομίες εἶναι ὄνειρα, ἀνοησία καί παραφροσύνη.  Κράτησε τήν ἀπόφασή σου ἀπό δῶ καί στό ἐξῆς νά ζεῖς μέ ἐπιμέλεια καί ὁ Θεός θά σέ καθαρίσει διά τοῦ λειτουργοῦ τῶν μυστηρίων Του.
Πλησιέστεροι ὅλων ὅσων ἀκολουθοῦν τό Χριστό εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ παρθένοι καί ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού ἄρχισε νά πλένει τά πόδια Του, καθώς λέγει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Πρίν ἡ γυναίκα ἦταν ἄσωτη, ἀλλά τώρα εἶναι παρθένος, ἀδελφή τοῦ Χριστοῦ, νύμφη τοῦ Λόγου».  Στ΄ ἀλήθεια, χαίρονται οἱ Ἅγιοι διότι καί οἱ ἁμαρτωλοί συναριθμοῦνται μαζί τους.  Χαίρονται καί οἱ μετανοημένοι ἁμαρτωλοί, διότι καί γι’ αὐτούς βρίσκεται θέση ἀνάμεσα στούς Ἁγίους.
Εἶναι πάντοτε δυνατόν νά σωθεῖ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός μέ τήν ἄρρητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀνάγκασε τόν ἑαυτό σου στό καλό κι αὐτό θά παρεμείνει μαζί σου.
Εἶναι κακό, ὅταν ἁμαρτάνεις καί δέ σπεύδεις νά διορθωθεῖς. Ἄς μή δώσει ὁ Θεός νά φύγουμε μέ ἁμαρτίες γιά ἐκεῖ, ὄπου πλέον δέν εἶναι δυνατον νά τις ἀποβάλουμε.  Μήν ἀναβάλλεις τή μετάνοια καί τή διόρθωση τῆς ζωῆς σου για αὔριο.  Σ’ αὐτό τό αὔριο δέ θά ὑπάρχει τέλος.
Μιά φοβερή ἀλήθεια: Οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί μετά τό θάνατο χάνουν κάθε δυνατότητα νά ἀλλάξουν πρός τό καλύτερο΄ δηλαδή μόνιμα θά μείνουν παραδομένοι στά αἰώνια βάσανα.
Ὅποιος δέν προστρέξει στό σωτήριο τῆς μετάνοιας θά ἀκούσει αὐτή τή φοβερή ἀπόφαση τοῦ Κυρίου: «Ἐάν μή μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε» ( Λουκ.13,3)  Ἀλλά καί ὅσοι προστρέχουν στό μυστήριο τῆς μετάνοιας δέν καθαρίζονται ὅλοι, ἐπειδή ὅλοι δέν προσέχουν ἐκείνους τούς ὅρους πού εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν ἀληθινή μετάνοια.
Ἀρχή τῆς μετάνοιας εἶναι ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἡ συντριβή γι’ αὐτές.  «Ὅταν ἀποστραφεῖς στενάξης, τότε σωθήσῃ» (Ἠσ. 30,15)
Μερικοί ἀπό ἄγνοια ἤ ἀπό ἀπροσεξία στό ἔργο τῆς μετάνοιας, ἑναποθέτουν τό μυστήριο τῆς μετάνοιας σέ μιά μόνο ἐξομολόγηση.  Νομίζουν ὅτι μέ τήν προφορική ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν στόν πνευματικό πατέρα τελείως καθαρίζονται ἀπ’ αὐτές.  Ἀλλά  εἶναι μάταιη ἡ ἐλπίδα τους.  Δέν περιμένει τέτοια εἴδους μετάνοια ἀπό μᾶς ὁ Κύριος. Θέλει ἐμεῖς νά αἰσθανθοῦμε ὅλο τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας, νά πονέσουμε γι’ αὐτές, νά τίς πλύνουμε μέ καρδιακά δάκρυα συντριβῆς καί νά δώσουμε στήν καρδιά μας σταθερή ὑπόσχεση ὅτι θά διορθώσουμε τή ζωή μας.  Τότε μόνο ἡ μετάνοιά μας εἶναι πραγματικά εὐάρεστη στό Θεό.
Παραδείγματα τέτοιας μετάνοιας χρησιμεύουν σέ μᾶς, ὁ ἄσωτος υἱός, ὁ τελώνης, ἠ Μαρίας ἡ Αἰγυπτία, ὀ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ἱερομάρτυρας Κυπριανός καί ἄλλοι.  Μέ βαθειά λύπη πρέπει νά ποῦμε ὅτι μεγάλο μέρος τῶν σημερινῶν χριστιανῶν δέν προσφέρει τήν πρέπουσα μετάνοια καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ δέ διορθώνεται ἡ ζωή τους, ἡ ἁμαρτία τούς κυριεύει, τά πάθη τους δέν τιθασεύονται κι αὐτοί, ἀφοῦ δέν καθαρίζονται ἀπό τίς ἐσωτερικές πληγές δέν ἀφήνουν τίς κακές τους συνήθειες καί δέ φέρουν καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας.
Ἡ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νά γίνεται ἐκ βάθους καρδίας, χωρίς τήν παραμικρή ἀπόκρυψη ἤ δικαιολογία τοῦ ἑαυτοῦ μας.  Καί ὅποιος καλύπτει κάτι στήν ἐξομολόγηση, ἐκεῖνος ἰδιαίτερη διπλῆ ἁμαρτία παίρνει στήν ψυχή του.
Ἄν, ἔχοντας ἀνάγκη τό γιατρό γιά τήν ἀνημπόρια σου, κρύβεις τήν ἀσθένειά σου, τότε δέν σώζεσαι ἀπό τήν ἀθεράπευτη σήψη.
Δέν πρέπει νά ντρέπεσαι νά ἀποκαλύπτεις στόν πνευματικό σου πατέρα τίς ἁμαρτίες σου, ὅσο μεγάλες κι ἄν εἶναι.
Συνεχῶς πρέπει νά πονᾶς γιά τίς ἁμαρτίες σου καί πάντοτε νά τίς ἔχεις ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου, ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός: «Ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός»(Ψαλμ. 50,5).
Ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀσθένειας, τά ὁποῖα χρησιμεύουν σέ κάποιους σάν αἰτία τῆς ἀμετανοησίας, τῆς μή ἐγκαταλείψεως τῶν ἁμαρτιῶν τους.  Ἡ πρώτη ἀρρώστια εἶναι ἡ πλήρης ἀπελπισία γιά την σωτηρία τους καί ἡ δεύτερη ἡ ὑπερβολική ἐλπίδα στή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀπελπισία συνίσταται στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, συναισθανόμενος τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του, δέν ἐλπίζει πλέον νά λάβει γι’ αὐτές συγχώρηση ἀπό τό Θεό, βυθιζόμενος ἀκόμη περισσότερο στήν ἄβυσσο τῆς ἀνομίας.  Τά κακά πνεύματα χρησιμοποιοῦν τήν ἀπελπισία καί ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στόν τέλειο ὄλεθρο.
Μέχρι νά πέσουμε, οἱ δαίμονες μᾶς παρουσιάζουν τό Θεό ὡς φιλάνθρωπο, ἀλλά μετά τήν πτώση μας ὡς ἀδυσώπητο.  Μή πεστεύεις τόν ψεύτη διάβολο, μή χάνεις τήν ἐλπίδα σου στή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας στό νοῦ σου τόν προφητικό λόγο: «Μή ἐπίχαιρέ μοι, ἡ ἐχθρά μου, ὄτι πέπτωκα΄ καίι ἀναστήσομαι, διότι ἐάν καθίσω ἐν τῷ σκότει, Κύριος φωτιεῖ μοι»(Μιχ. 7,8).
Καμμιά ἁμαρτία δέν εἶναι ἀσυγχώρητη πλήν τῆς ἀμετανόητης. Ὁ Ἰούδας ὁ προδότης θά συγχωρεῖτο, ἄν μετανοοῦσε.
Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τή γενναιοδωρία τοῦ Θεοῦ, τίποτε δέν τήν ξεπερνᾶ.  Γι’ αὐτό, ὄποιος ἀπελπίζεται, εἶναι αὐτόχειρας.
Ὅποιος εἰλικρινά προσέρχεται στό Θεό, ἐκεῖνον δέν τόν ἀφήνει νά πέσει τελείως, ἀλλά βλέποντας τήν ἀδυναμία του, συνεργεῖ καί τόν βοηθεῖ φανερά ἤ μυστικά, δίνοντάς του ἄνωθεν χεῖρα βοηθείας.
Ὅμως δέν πρέπει νά χρησιμοποιοῦμε στό κακό, στήν ἐπιείκεια γιά τίς ἁμαρτίες μας, τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἁμαρτωλό.  Ὁ Θεός ὅσο εἶναι φιλάνθρωπος, τόσο εἶναι καί δικαιοκριτής.  Γι’ αὐτό σέ ὅλους καί στόν καθένα χωριστά εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀληθινή μετάνοια.  Τού μή μετανοοῦντας ὁ Θεός δέν τούς συγχωρεῖ.
Ὅταν ἁμαρτάνουμε, πρέπει χωρίς καθυστέρηση νά μετανοοῦμε, διότι ὅσο εἶναι ἀκόμα φρέσκο τό τραῦμα, εὔκολα θεραπεύεται.  Τά τραύματα πού χρονίζουν μέ μεγάλο κόπο ἰατρεύονται.
Ἐάν ἐπιθυμοῦμε νά λάβουμε συγχώρηση, τότε καί ἐμεῖς οἰ ἴδιοι πρέπει νά συγχωροῦμε: «Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὀ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος»(Ματθ. 6,14).
Οἱ ἁμαρτίες πού δέ θά καθαρισθοῦν διά τῆς μετανοίας εἶναι μαῦρες κηλῖδες στήν ψυχή πού ἐκπλύνονται μόνο μέ τά δάκρυα τῆς καρδιακῆς μετανοίας.  Σημεῖο ἐγκαταλείψεως τῶν προηγούμενων ἁμαρτιῶν εἶναι ὄχι μόνο ἠ πραγματική ἀπομάκρυνση ἀπ’ αὐτές, ἀλλά καί ἡ ἀδιάκοπη μάχη ἐνάντια στίς ἐπιθυμίες τους πού πρέπει νά συνοδεύονται ἀπό τό φόβο, ὥστε νά μήν πέσουμε πάλι κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ Σατανᾶ, δηλαδή τό τέλειο μίσος πρός τίς ἀμαρτίες μας.  Πρέπει συνεχῶς νά θυμόμαστε τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά συγκρατοῦμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐπανάληψή τους. Ὅμως δέν πρέπει νά θυμίζουμε στόν ἑαυτό μας τίς λεπτομέρειές τους.  Αὐτό δέν εἶναι ὠφέλιμο ΄ ἀλλά πρέπει νά διατηροῦμε στήν μνήμη μας μόνο ὅτι εἴμαστε μεγάλοι ἁμαρτωλοί ἐνώπιον  τοῦ Θεοῦ.
Γιά νά λάβουμε ἄφεση ἁμαρτιῶν, δέ φθάνει νά προσευχόμαστε δυό –τρεῖς μέρες, ἀλλά πρέπει νά πραγματοποιήσουμε ἀλλαγή σ’ ὁλόκληρη τή ζωή μας καί, ἀφήνοντας τά ἐλαττώματά μας, νά παραμείνουμε σταθεροί σέ καλά ἔργα.
Ἡ μετάνοια εἶναι πόλεμος μέ τήν ἁμαρτία.  Γιά νά διαφυλάξεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν ἁμαρτία μετά τήν μετάνοια, προσπάθησε, ἰδιαιτέρως τίς πρῶτες στιγμές, ὅταν ἀκόμη δέν εἶσαι ἠθικά ἰσχυρός, νά ἀποφεύγεις τή συνάντηση μέ τήν ἁμαρτία.  Νά ἀπομακρύνεσαι ἀπό ἐκεῖνα τά πρόσωπα καί τούς τόπους, τά ὁποῖα μποροῦν νά δώσουν τήν εὐκαιρία νά ἁμαρτήσεις.
Πῶς μποροῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι ὁ Θεός θά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἐμεῖς δέ διορθώνουμε τό κακό τό ὁποῖο προέκυψε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας;  Πῶς ὁ Θεός νά δώσει ἄφεση γιά τίς ἀδικίες μας, ὅταν ἐμεῖς ὥς τώρα ἀκόμα χρησιμοποιοῦμε αὐτό πού ἀποκτήσαμε μέ ἀδικίες;  Πῶς ὀ Θεός θά λησμονήσει τίς προσβολές πού ἔγιναν ἀπό μᾶς στόν πλησίον μας, ὅταν οἰ ἀδικημένοι ἀπό μᾶς ὥς τώρα ἀκόμα ὑποφέρουν ἀπό μᾶς; Πῶς ὁ Θεός θά εἶναι σέ μᾶς εὔσπλαχνος, ὅταν ἀπό τήν ἀγριότητητά μας ἀκόμη τώρα ὑποφέρουν οἱ ἄλλοι;
Εἶναι καλύτερο γιά τίς βαρειές μας ἁμαρτίες νά λάβουμε ἐπιτίμια ἀπό τόν ἱερέα, παρά νά περιμένουμε τή θεία τιμωρία.
Οἱ σαρκικές ἁμαρτίες περισσότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο καθαρίζονται μέ νηστεία καί τήν ταπείνωση.
Μή θαυμάζεις πού ἁμαρτάνεις καθημερινά.  Τόσο μετανοήσες κι ὄμως ἀμέσως πάλι ἁμάρτησες.  Στάσου σέ προσευχή καί πές: «Κύριε! Ἔπεσα, βοήθησέ με. Ἐάν Ἐσύ δέ μέ βοηθήσεις, θά καταστραφῶ τελείως.  Κατά τό κρίμα Σου, σῶσε με, γιατί θά χαθῶ».
Ἐάν κάθε μέρα πέφτεις στήν ἁμαρτία, ἀμέσως νά μετανοεῖς. Ἐάν ὁρμᾶς νά κατανικήσεις τά ἁμαρτωλά πάθη, τότε ὁ Κύριος χάριν τῆς ἐγκάρδιας ἐπιθυμίας σου  θά σε βοηθήσει καί θιά ἀναδειχθεῖς νικητής ἐπί τοῦ διαβόλου.
Μήν ἀποθαρρύνεσθε, ἔστω κι ἄν ἄναρίθμητες φορές ἁμαρτάνετε, ἀλλά ἀμέσως νά μετανοεῖτε μέ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.  Σπεύσατε σ’ Αὐτόν μέ συντετριμμένη καρδία καί κλάψτε καί θρηνήσατε γιά τίς ἁμαρτίες σας καί ἱκετεύσατε τόν Κύριο γιά νά νικήσετε τά πάθη σας.  Καί ὁ Κύριος χάριν τῆς ταπεινώσεώς σας θά νικήσει τά πάθη σας καί θά σᾶς σώσει.
Ξεπλένοντας μέ δάκρυα μετανοίας τήν ψυχή μας, λευκαίνοντας τό χιτῶνα τοῦ γάμου πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό φόβο Του, μέ βαθειά ταπείνωση καί ἀγάπη ἄς πλησιάσουμε στήν Πηγή τῆς Ζωῆς, στήν Τράπεζα τῆς Ἀθανασίας γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς Αἰωνίου Ζωῆς καί γιά νά μή γίνει ἡ Κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων εἰς κρῖμα ἤ εἰς κατάκριμα, ἀλλά εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον.
Ἡ μετάνοια μέ τήν ὁποία ἐπιτυγχάνεται ἡ ἄφεση ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν κατεβάζει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τό Πανάγιο Πνεῦμα καί δι’ Αὐτοῦ δίνεται στόν πιστό ἡ ἐγγύηση τῆς αἰωνίου σωτηρίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. « Τά δάκρυα τῆς μετανοίας »




ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ
Μετάφραση ἀπό τη ρωσική γλῶσσα:
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος 
Διδαχές τοῦ στάρετς Σάββα
 Ἀποσπάσματα πού ἐλήφθησαν ἀπό τά κηρύγματά του (320-322)
Τά δάκρυα τῆς μετανοίας


Μακάριοἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται
(Ματθ.5,4)


Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου γεννᾶ τό θρῆνο γιά τίς ἁμαρτίες μας καί γιά τή φοβερή μοῖρα πού ἀναμένει τόν ἁμαρτωλό μετά τόν τάφο.  Αὐτός ὀ θρῆνος δέν εἶναι μιά περιστασιακή θλίψη τῆς καρδιᾶς πού ἀναλύεται σέ δάκρυα, ἀλλά ἀδιάκοπος πόνος τῆς μετανοούσης ψυχῆς, πού φθάνει μέχρι τή λήθη τοῦ ἑαυτοῦ της.  Αὐτά τά δάκρυα εἶναι μερίδιο τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου ἀναπόφευκτο, ἄν ὄχι σ’ αὐτή τή ζωή, τότε μετά θάνατον, στήν αἰωνιότητα. Ὅποιος ἐδῶ δέ θρηνήσει τόν ἑαυτό του, θά θρηνεῖ ἐκεῖ αἰώνια.
Στούς ἀρχάριους ἡ προέλευση τῶν δακρύων ἔχει πολλές καί ποικίλες μορφές.  Συγκεκριμένα:συμβαίνουν δάκρυα ἐκ φύσεως, ἀπό τό Θεό, ἀπό θλίψη ἀξιοκατάκριτη ἤ ἐπαινετή, ἀπό κενοδοξία, ἀπό ἀκολασία, ἀπό ἀγάπη, ἀπό μνήμη τοῦ θανάτου καί ἀπό πολλές ἄλλες αἰτίες.
Εἶναι πολύ παρήγορο ὅτι ὅλων τῶν εἰδῶν τά δάκρυα μέσῳ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά στραφοῦν σέ δάκρυα καθαρῶς πνευματικά καί σωτήρια.
Ἡ ἀληθινή κατάνυξη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί τά δῶρα Του ὁ Θεός τά δίνει μόνο σ’ αὐτούς πού τά ζητοῦν, ἀνοίγει σέ ὅσους κρούουν, καί μόνο οἱ βιαστές ἁρπάζουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Μαθτ. 11,12).
Γιά νά ἀποκτήσουμε τό ὑψηλό δῶρο τῶν δακρύων εἶναι ἀπαραίτητο νά κάνουμε ὄχι καί μικρή πορσπάθεια καί νά χρησιμοποιήσουμε κάθε εἴδους μέσα, ὅπως τή μνήμη τοῦ θανάτου καί τῶν αἰώνιων βασάνων, τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν ὑπομονή, τήν αὐταπάρνηση, τήν ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος, τήν ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος γιά τίς ξένες ἁμαρτίες, τή φυλακή τῆς γλώσσας, τήν ἐγκράτεια στόν ὕπνο, τήν τροφή καί τή σωματική ἀνάπαυση.

Ὅμως, ὄχι σπάνια, συμβαίνει ὥστε κανένας στοχασμός, καμιά θλιβερή κατάσταση νά μή μποροῦν νά ἀποσπάσουν τό σωτήριο δάκρυ ἀπό μιά νεκρή καί πέτρινη καρδιά.  Κι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ματαίως ζητώντας μέ ἐπιμονή τό δάκρυ θεωροῦν τόν ἑαυτό τους δυστυχισμένο καί παραπονοῦνται καί ἀποθαρρύντονται.
Αὐτά πού κάνουν, ἄν θεωροῦνται ἀπ’ αὐτούς ὡς καθόλου ὠφέλιμα, ἀκινδύνως ἀναπληρώνουν τά δάκρυα.  Διότι τά δάκρυα συχνά ὀδηγοῦν σέ ἔπαρση τούς ἐπιπόλαιους ἀνθρώπους καί γι’ αὐτό σέ κάποιους δέ δίνονται.
Ἔχοντας τό χάρισμα τῶν δακρύων, κράτησέ το μέ ὅλη σου τή δύναμη, γιατί αὐτό πάρα πολύ εὔκολα χάνεται ἀπό τίς κοσμικές μέριμνες, ἀπό τήν πολυτελῆ ζωή, ἰδιαιτέρως ἐξ αἰτίας τῆς πολυλογίας καί τῶν ἀστειοτήτων.
Σημεῖα τῆς ἀπουσίας τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀληθηνῆς συντριβῆς τῆς καρδιᾶς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι: ἡ ἀγανάκτηση γιά τίς προσβολές, ἡ θλίψη γιά πράγματα πού σοῦ κλέψανε, ἡ σύγχυση γιά ψευδεῖς κατηγορίες, ἡ προθυμία νά ἀκοῦς ἐπαίνους, ἡ ἐπιθυμία σου νά συζητᾶς μέ τούς ἄλλους καί ν’ ἀποκτοῦν τά λόγια σου ὑπεροχή, καί πικρία, ὅταν τά λόγια σου περιφορονοῦνται.
Εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀνοίγουμε τά μάτια τοῦ νοῦ μας, γιά νά γνωρίσουμε τόν ἑαυτό μας καί νά κατανοοῦμε ὅτι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἀκολουθεῖ τό θέλημά Του. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζοντας τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καί τήν προσωπική του ἀδυναμία, πρέπει νά ὑπατάσσεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἐν τρόμῳ νά παραμένει πάντοτε στό φόβο καί τήν ἔγνοια γιά τή μετά θάνατο μοῖρα του καί νά μήν ἐπαίρεται ὅσο βρίσκεται ἐν σώματι.
Μακάριος εἶναι ὅποιος γνώρισε τήν ἀδυναμία του καί δέ βασίστηκε στά ἔργα του, ὅποιος κλαίει γιά τίς ἁμαρτίες του, δέν κρίνει τούς ἄλλους, ἀλλά παραχωρεῖ τήν κρίση στό Θεό, τόν Κριτή.
Ὅσα μεγάλα κατορθώματα κι ἄν ἐπιτύχουμε, ἄν δέν ἔχουμε πάσχουσα καρδιά εἶναι ψεύτικα και τίποτε δέν ἀξίζουν.
Σέ τίποτε δέν εὐαρεστεῖται ὁ Θεός ὅπως στίς κακοπάθειες εἴτε τίς σωματικές χάριν Αὐτοῦ εἴτε στίς στερήσεις, καί τίποτε δέν ἑλκύει τή φιλανθρωπία Του, ὅσο τά δάκρυα.
Ὅπως ἡ φωτιά καταβροχθίζει τά καλάμια, ἔτσι καί τά καθαρά δάκρυα κάθε ἀκαθαρσία νοερή ἤ φανερή.
Εἶναι πολύ καλό νά στέκεσαι τή νύκτα καί να προσεύχεσαι μέ συντριβή καί δάκρυα.  Νά, πότε ὁ θρῆνος καί τά δάκρυα εἶναι καλά.  Στήν ἐκκλησία ὅμως νά πνίγεις τά δάκρυά σου καί μόνο τό πνεῦμα νά κρατᾶς συντριμμένο.  Δέν πρέπει νά δείχνεις τά δάκρυα, γιατί αὐτά εἶναι πνευματικά μαργαριτάρια, τά ὁποῖα μέ τήν ἐπίδειξη θαμπώνουν καί χάνουν τή λάμψη καί τήν ἀξία τους.
Ὅταν κατά τό χρόνο τῆς προσευχῆς χύνεις ποταμό δακρύων, καθόλου νά μήν τό παίρνεις ἀπάνω σου σάν νά εἶσαι ἀνώτερος ἀπό πολλούς ἄλλους.
Αὐτή τή βοήθεια τήν ἔλαβε ἄνωθεν ἡ προσευχή σου, ὥστε ἐσύ πρόθυμα, ἀφοῦ ἐξομολογηθεῖς τίς ἀμαρτίες σου, μέ τά δάκρυα νά ἐξιλεώσεις τό Δεσπότη.
Ἡ ἄβυσσος τοῦ κλαυθμοῦ θά βρεῖ τήν παραμυθία, ἀλλά ἡ καθαριότητα τῆς καρδιᾶς λαμβάνει φωτισμό.  Στή γῆ δέν ὑπάρχει γλυκύτερη χαρά ἀπό ἐκείνη πού προκύπτει ἀπό τήν κατάνυξη.
Κι ἔτσι, ὅποιος θέλει νά ἀναζητήσει τήν ἁγία χαρά καί τή μακαριότητα στή γῆ, ἄς τά ἀναζητήσει στά δάκρυα τῆς προσευχῆς.