Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Το προπατορικό αμάρτημα Σε τι συνίσταται; π. Ιωάννη Ρωμανίδη





Πηγή:  "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.






Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εννοήσουμε σε τι συνίσταται το προπατορικό αμάρτημα από Ορθοδόξου πατερικής πλευράς. Στην συνέχεια, θα τονισθεί η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος.

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις σχετικά με αυτό το θέμα, στο οποίο φαίνεται η διαφορά της Ορθοδόξου θεολογίας, από άλλες ομολογίες.

Η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος είναι βαθύτερη από αυτήν που συνήθως αποδίδεται. Κατ' αρχάς οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν από την εμπειρία τους, ότι ο άνθρωπος έχει δύο ειδών μνήμες - είναι η μνήμη των κυττάρων του σώματός του που βοηθούν στην καλή λειτουργία του, και είναι η μνήμη της καρδιάς, στην οποία καταγράφεται το όνομα του Θεού και στην οποία γίνεται αδιάλειπτη νοερά προσευχή.

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα Αρχιμ. Γεώργιου Καψάνη Καθηγουμένου Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους



Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα
Αρχιμ. Γεώργιου Καψάνη
Καθηγουμένου Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Όσο καθαρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο αποκτά τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με το Θεό και τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα.
Όσοι βλέπουν τον άνθρωπο ρομαντικά και εξωτερικά μεταθέτουν το κακό από τα πρόσωπα στην κοινωνία, γι’ αυτό και πρεσβεύουν ότι η βελτίωση της κοινωνίας θα φέρει και βελτίωση των προσώπων. Αλλά οι Ορθόδοξοι χωρίς να αρνούμεθα τη σημασία της κοινωνικής επιδράσεως στα πρόσωπα, δίνουμε την προτεραιότητα στη μεταμόρφωση του προσώπου δια της μετανοίας και της Θ. Χάριτος.
Είναι μεγάλη πλάνη να θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να αγωνισθούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι η αλλαγή μερικών κοινωνικών θεσμών θα φέρει και την αλλαγή των ανθρώπων χωρίς μετάνοια.
Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνουν χειρότερα τους ανθρώπους. Το να θεραπεύουμε τις κοινωνικές αρρώστιες χωρίς να θεραπεύσουμε την προσωπική αρρώστια, αποτελεί μετάθεση του προβλήματος, άρνηση της αποδοχής της προσωπικής μας ευθύνης, υπεκφυγή από τη μετάνοια, κατάφαση στον εγωισμό μας, απροθυμία να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έθεσε την προσωπική μετάνοια σαν προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη Βασιλεία Του.
Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το έργο του διαβόλου στη διάλυση των προσώπων και των κοινωνιών και στην επικράτηση του κάκου. Η ανθρωπιστική απλούστευση των κοινωνικών προβλημάτων αρνείται την ύπαρξη του διαβόλου. Αντίθετα, στο Ευαγγέλιο και στη χριστιανική εμπειρία φανερώνεται η έκταση των διαβολικών ενεργειών σε πρόσωπα και κοινωνικές καταστάσεις και η ανάγκη αγώνος κατά του διαβόλου, αποταγής και εξορκισμού των πονηρών πνευμάτων. Έργο των χαρισματούχων ιερωμένων μοναχών και λαϊκών είναι η διάκριση των πνευμάτων, για να μη πέφτει ο Χριστιανός στις παγίδες που του στήνει ο πονηρός, όταν εμφανίζεται με το προσωπείο του καλού.
Τονίσαμε τη δύναμη των αντιθέτων αντιευχαριστιακών και αντικοινωνικών δυνάμεων όχι για να δείξουμε την αδυναμία υπερνικήσεώς τους, αλλά την ανάγκη να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ο Χριστός ενίκησε τις δυνάμεις αυτές και ο Χριστιανός μπορεί με τη δύναμη του Χριστού και τη συνεργασία της Θείας Χάριτος να συμμετάσχει στη νίκη αυτή του Χριστού.

Ὁ π. Σεραφεὶμ Rose καὶ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία



O π. Σεραφεὶμ Ρόουζ ἦταν ἕνας Ἀμερικανὸς προτεστάντης, ποὺ πέρασε κατόπιν ἀπ᾽ ὅλα σχεδὸν τὰ σύγχρονά του ἀνατολικὰ θρησκευτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ῥεύματα. Μὲ τὴν ῥιζικὴ ὅμως μετάνοια καὶ τὴν μεταστροφή του στὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν σταυροαναστάσιμη πορεία της ἀφωμοίωσε κυριολεκτικὰ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ σκέψι σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ ἀνατρέψῃ κάθε σημερινὴ ἰδεολογία τῆς μεταπατερικῆς αἱρέσεως. Ἡ παρακάτω ἀνθοδέσμη – ἐκλογὴ ἀπὸ τὰ ἔργα του δείχνει περίτρανα πῶς χαριτώνει ὁ Θεὸς αὐτοὺς ποὺ πεθαίνουν γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὶς ἡδονές του, καὶ ζοῦν γι᾽ Αὐτόν, τὸν γλυκύτατον Χριστόν.

O π. Σεραφεὶμ ἔγραψε ἐναντίον τῆς προσπαθείας νὰ ὑποβιβασθοῦν τὰ πρότυπα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν οἱ ἀναζητοῦντες τὴ μεταρρύθμισι ὀρθόδοξοι συγκεντρώθηκαν τὸ 1971 γιὰ νὰ προετοιμάσουν τὴν «Ὀγδόη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο». Προφανῶς αὐτὴ ἡ Σύνοδος προωριζόταν νὰ γίνῃ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὅ,τι ἡ δευτέρα Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ γιὰ τὸν ῾Ρωμαιοκαθολικισμὸ ἕξι χρόνια πρίν. Μία ἀπὸ τὶς ἐκθέσεις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μὲ τίτλο «Ἀναθεώρησι τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων περὶ νηστείας σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς μας», πρότεινε, δεδομένου ὅτι οἱ περισσότεροι ὀρθόδοξοι πιστοὶ δὲν τηροῦν ὅλες τὶς νηστεῖες τῆς Ὀρθοδόδου Ἐκκλησίας, ἡ νηστεία νὰ γίνῃ εὐκολώτερη, ὥστε νὰ τοὺς ταιριάζῃ, «προκειμένου νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ προβλήματα συνειδήσεως λόγῳ τῆς παραβίασης τῶν αὐστηρῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιταγῶν».

«Μιὰ τέτοια προσέγγιση», ἔγραψε ὁ π. Σεραφείμ, «εἶναι ἐντελῶς ἀνορθόδοξη, καὶ ἀποτελεῖ προφανῆ καὶ ἀνεπεξέργαστη μίμησι τοῦ πνεύματος μεταρρύθμισης τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάργησι τῆς νηστείας. Ὁ ὀρθόδοξος κανόνας γιὰ τὴ νηστεία δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν “ἀποφυγὴ τῶν προβλημάτων συνειδήσεως”, ἀλλὰ μᾶλλον στὴν κλῆσι τῶν πιστῶν σὲ ἕνα δύσκολο, ἐμπνευσμένο καὶ ταπεινὸ πρότυπο χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐὰν οἱ πιστοὶ ὑστεροῦν ἐν σχέσει πρὸς τὰ πρότυπα, τουλάχιστον μποροῦν νὰ δοῦν πόσο μακριὰ εἶναι ἡ ζωή τους ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρότυπα, ἀπὸ τὸν κανόνα, ποὺ παραμένει πάντα ὁ ἴδιος. Ἡ παπικὴ ἰδέα, βασισμένη στὴν πλανερὴ σύγχρονη ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς αὐταρέσκειας, ἀφορᾷ εἴτε στὴν παραχώρησι μιᾶς εἰδικῆς “ἀπαλλαγῆς” ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσι συμμορφώσεως πρὸς τὰ πρότυπα (μιὰ ἰδέα ποὺ ἔχουν ἤδη εἰσαγάγει κάποιες Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις) εἴτε στὴν ἀλλαγὴ τῶν ἴδιων τῶν προτύπων, ἔτσι ὥστε ὁ πιστὸς νὰ μπορῇ νὰ ἐκπληρώσῃ εὔκολα τὸν κανόνα καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ λαμβάνῃ μιὰ αἴσθησι ἱκανοποιήσεως ἀπὸ τὴν “ὑπακοὴ στὸν νόμο”. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου· ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἀδιάκοπα ὅτι εἶναι ἕνας ἁμαρτωλὸς ἐπειδὴ ὑπολείπεται κατὰ πολὺ ἀπὸ τὰ πρότυπα ποὺ ἔχει θέσει ἡ Ἐκκλησία (κατὰ τὸ πνεῦμα ἐὰν ὄχι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου), ἐνῷ ὁ “σύγχρονος” ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ νιώθῃ δικαιωμένος, χωρὶς ὁποιονδήποτε πόνο συνειδήσεως γιὰ τὸ ὅτι ὑπολείπεται τῶν ἐκκλησιαστικῶν προτύπων».

Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος - Λόγος περί Δειλίας



ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ
Περὶ δειλίας
(Διὰ τὴν ἄνανδρον δειλίαν)
ΟΠΟΙΟΣ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὲ Κοινόβιο ἢ σὲ συνοδία, δὲν εἶναι συνηθισμένο νὰ πολεμῆται ἀπὸ τὴν δειλία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ εὑρίσκεται σὲ ἡσυχαστικώτερους τόπους, ἂς ἀγωνίζεται μήπως καὶ τὸν κυριεύση τὸ γέννημα τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, δηλαδὴ ἡ δειλία.

2. Ἡ δειλία εἶναι νηπιακὴ συμπεριφορὰ μιᾶς ψυχῆς ποὺ ἐγήρασε στὴν κενοδοξία. Ἡ δειλία εἶναι ἀπομάκρυνσις τῆς πίστεως, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀναμένονται ἀπροσδόκητα κακά.

3. Ὁ φόβος εἶναι κίνδυνος ποὺ προμελετᾶται. Ἢ διαφορετικά, ὁ φόβος εἶναι μία ἔντρομη καρδιακὴ αἴσθησις, ποὺ συγκλονίζεται καὶ ἀγωνιᾶ ἀπὸ ἀναμονὴ ἀπροβλέπτων συμφορῶν. Ὁ φόβος εἶναι μία στέρησις τῆς ἐσωτερικῆς πληροφορίας. Ἡ ὑπερήφανη ψυχὴ εἶναι δούλη τῆς δειλίας· ἔχοντας πεποίθησι στὸν ἑαυτόν της καὶ ὄχι στὸν Θεόν, φοβεῖται τοὺς κρότους τῶν κτισμάτων καὶ τὶς σκιές.

4. Ὅσοι πενθοῦν καὶ ὅσοι καταπονοῦνται χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ πόνους, δὲν ἀποκτοῦν δειλία. Πολλὲς φορὲς ὅσοι ὑποκύπτουν στὴν δειλία χάνουν τὸ μυαλό τους. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι εἶναι δίκαιος Ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαταλείπει τοὺς ὑπερηφάνους, ὥστε καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ μάθωμε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦμε.

5. Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι, ἀλλ᾿ ὅμως ὅλοι ὅσοι δὲν φοβοῦνται δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ταπεινόφρονες, ἀφοῦ καὶ οἱ λησταὶ καὶ οἱ τυμβωρύχοι δὲν ὑποκύπτουν εὔκολα στὴν δειλία.

Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος: Λόγος περί μνησικακίας



ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ
ΛΟΓΟΣ ΕΝΑΤΟΣ
Περὶ μνησικακίας
ΟΜΟΙΑΖΟΥΝ, οἱ μὲν εὐλογημένες καὶ ὅσιες ἀρετὲς μὲ τὴν κλίμακα τοῦ Ἰακώβ, οἱ δὲ ἀνόσιες κακίες μὲ τὴν ἁλυσίδα ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ κορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου (πρβλ. Πράξ. ιβ´ 7). Διότι οἱ μὲν πρῶτες, καθὼς ἡ μία ὁδηγεῖ στὴν ἄλλη, ἀνεβάζουν στὸν οὐρανὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸ ἐπιθυμεῖ. Ἐνῷ οἱ ἄλλες, οἱ κακίες, ἔχουν τὴ συνήθεια νὰ γεννοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ νὰ συσφίγγωνται μεταξύ τους. Διὰ τοῦτο καὶ μόλις προηγουμένως ἀκούσαμε τὸν ἀσύνετο θυμὸ νὰ ὀνομάζη ἰδικό του τέκνο τὴν μνησικακία. Τώρα λοιπὸν ποὺ τὸ καλεῖ ὁ καιρός, ἂς ὁμιλήσωμε καὶ γι᾿ αὐτήν.

2. Μνησικακία σημαίνει κατάληξις τοῦ θυμοῦ, φύλαξ τῶν ἁμαρτημάτων, μίσος τῆς δικαιοσύνης, ἀπώλεια τῶν ἀρετῶν, δηλητήριο τῆς ψυχῆς, σαράκι τοῦ νοῦ, ἐντροπὴ τῆς προσευχῆς (1), ἐκκοπὴ τῆς δεήσεως, ἀποξένωσις τῆς ἀγάπης, καρφὶ ἐμπηγμένο στὴν ψυχή, αἴσθησις δυσάρεστη ποὺ ἀγαπᾶται μέσα στὴν γλυκύτητα τῆς πικρίας της, συνεχὴς ἁμαρτία, ἀνύστακτη παρανομία, διαρκῆς κακία. Καὶ τοῦτο τὸ σκοτεινὸ καὶ δύσμορφο πάθος, ἡ μνησικακία δηλαδή, ἀνήκει στὰ πάθη ποὺ γεννῶνται ἀπὸ ἄλλα πάθη καὶ ὄχι σὲ αὐτὰ ποὺ γεννοῦν. Γι᾿ αὐτὸ δὲν σκοπεύομε νὰ ὁμιλήσωμε πολὺ περὶ αὐτῆς.

3. Ὅποιος κατέπαυσε τὴν ὀργή, αὐτὸς ἐφόνευσε τὴν μνησικακία, διότι γιὰ νὰ γεννηθοῦν τέκνα πρέπει νὰ ζῆ ὁ πατέρας.

4. Ὅποιος ἀπέκτησε τὴν ἀγάπη, ἔγινε ξένος της ὀργῆς. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ διατηρεῖ τὴν ἔχθρα, συσσωρεύει στὸν ἑαυτόν του ἄσκοπα ἐνοχλητικὰ βάρη.

5. Ἡ τράπεζα καὶ τὸ γεῦμα τῆς ἀγάπης διαλύουν τὸ μίσος, καὶ τὰ εἰλικρινῆ δῶρα μαλακώνουν τὴν ὠργισμένη ψυχή. Ἡ ἀπρόσεκτη συμπεριφορὰ κατὰ τὴν τράπεζα εἶναι μητέρα τῆς παρρησίας. Καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἀγάπης κάνει τὴν ἐμφάνισί της στὴν τράπεζα ἡ γαστριμαργία.

6. Εἶδα μίσος νὰ διασπᾶ πολυχρόνιο πορνικὸ δεσμό, καὶ εἶδα -πράγμα παράδοξο!- μνησικακία νὰ τὸν διατηρῆ πλέον ὁριστικὰ διαλελυμένο. Θαυμαστὸ πράγματι θέαμα! Ἕνας δαίμων νὰ θεραπεύη ἀπὸ ἄλλον δαίμονα! Πρόκειται μᾶλλον γιὰ ἔργο τῆς προνοίας καὶ ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι τῆς θελήσεως τῶν δαιμόνων.

7. Ἡ μνησικακία εὑρίσκεται μακρυὰ ἀπὸ τὴν φυσικὴ καὶ αὐθόρμητη καὶ στερεωμένη ἀγάπη.

Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος:Λόγος περί Κενοδοξίας



ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Περὶ κενοδοξίας
ΜΕΡΙΚΟΙ συνηθίζουν, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ τῶν παθῶν καὶ τῶν λογισμῶν, νὰ κατατάσσουν τὴν κενοδοξία σὲ ἰδιαίτερη τάξι, χωριστὰ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγουν ὅτι εἶναι ὀκτὼ οἱ πρῶτοι καὶ κυρίαρχοι πονηροὶ λογισμοί. Ἀντιθέτως ὁ Θεολόγος Γρηγόριος καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοὺς διδασκάλους τοὺς ἐμέτρησαν ἑπτά. Σ᾿ αὐτοὺς περισσότερο πείθομαι καὶ ἐγώ· διότι ποιὸς μπορεῖ νὰ ἔχη ὑπερηφάνεια, ἀφοῦ ἐνίκησε τὴν κενοδοξία; Τόση δὲ μόνο διαφορὰ ἔχουν μεταξύ τους, ὅση ἔχει ἐκ φύσεως τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ τὸ σιτάρι ἀπὸ τὸν ἄρτο. Τὸ πρῶτο δηλαδὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ δεύτερο τὸ τέλος. Τώρα λοιπὸν ποὺ τὸ καλεῖ ἡ περίστασις ἂς ὁμιλήσωμε μὲ συντομία γιὰ τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσι τῶν παθῶν, δηλαδὴ τὴν ἀνόσιο οἴησι. Λέγω μὲ συντομία, διότι ὅποιος ἐπιχειρεῖ νὰ φιλοσοφήση γι᾿ αὐτὴν εἰς μῆκος, ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ ματαιοπονεῖ προσπαθώντας νὰ ζυγίση τοὺς ἀνέμους.

2. Ἡ κενοδοξία εἶναι ὡς πρὸς μὲν τὴν μορφή, μεταβολὴ τῆς φυσικῆς τάξεως καὶ διαστροφὴ τῶν καλῶν ἠθῶν καὶ παρατήρησις παντὸς ἀξιομέμπτου πράγματος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ποιότητα, σκορπισμὸς τῶν καμάτων, ἀπώλεια τῶν ἱδρώτων, δόλιος κλέπτης τοῦ θησαυροῦ, ἀπόγονος τῆς ἀπιστίας, πρόδρομος τῆς ὑπερηφανείας, ναυάγιο μέσα στὸ λιμάνι, μυρμήγκι στὸ ἁλώνι, ποὺ εἶναι μὲν μικρό, ἀλλὰ ἀπειλεῖ νὰ κλέψῃ ἀθόρυβα ὅλον τὸν καρπὸ καὶ τὸν κόπο τοῦ γεωργοῦ.

3. Τὸ μυρμήγκι περιμένει νὰ γίνη τὸ σιτάρι, καὶ ἡ κενοδοξία νὰ συναχθῆ ὁ πνευματικὸς πλοῦτος. Καὶ τὸ μὲν μυρμήγκι τρέχει γιὰ νὰ κλέψη· ἡ δὲ κενοδοξία χαίρεται γιατί θὰ διασκορπίση. Τὸ πνεῦμα τῆς ἀπογνώσεως χαίρεται, ὅταν βλέπη νὰ πληθύνεται ἡ κακία, ἐνῷ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας χαίρεται, ὅταν βλέπη νὰ πληθύνεται ἡ ἀρετή. Εἴσοδος γιὰ τὸ πρῶτο εἶναι τὰ πλήθη τῶν τραυμάτων, ἐνῷ γιὰ τὸ δεύτερο ὁ πλοῦτος τῶν καμάτων.

4. Παρατήρησε καὶ θὰ ἰδῆς ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνόσιος, δηλαδὴ ἡ κενοδοξία, εἶναι ἀκμαία καὶ μέχρι τοῦ τάφου. Θὰ τὴν ἰδῆς στὰ ροῦχα καὶ στὰ μύρα καὶ στὴν νεκρικὴ πομπὴ καὶ στὰ ἀρώματα καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα.

5. Παντοῦ λάμπει ὁ ἥλιος ἄφθονα, καὶ παντοῦ σὲ κάθε ἔργο χαίρεται ἡ κενοδοξία. Π. χ. ὅταν νηστεύω, κενοδοξῶ, ἀλλὰ καὶ ὅταν καταλύω γιὰ νὰ μὴ φανῆ ἡ ἀρετή μου, πάλι κενοδοξῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶμαι συνετός. Ὅταν φορῶ λαμπρὰ ροῦχα νικῶμαι ἀπ᾿ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ ἀντικαταστήσω μὲ ταπεινὰ πάλι κενοδοξῶ. Ὅταν ὁμιλῶ νικῶμαι, ἀλλὰ καὶ ὅταν σιωπῶ πάλι νικῶμαι. Ὅπως καὶ ἂν τὴν ρίξεις αὐτὴ τὴν τρίβολο ἄκανθα, ἵσταται ὄρθιο τὸ κεντρί της.

6. Ὁ κενόδοξος δείχνει ὅτι εἶναι πιστός, ἐνῷ εἶναι εἰδωλολάτρης. Φαινομενικὰ μὲν σέβεται τὸν Θεόν, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἐπιζητεῖ νὰ ἀρέση στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι στὸν Θεόν. Κενόδοξος εἶναι κάθε ἐπιδεικτικὸς ἄνθρωπος. Τοῦ κενοδόξου ἡ νηστεία εἶναι χωρὶς μισθὸ καὶ ἡ προσευχὴ ἄκαιρη καὶ ἄστοχη. Διότι καὶ τὰ δυὸ τὰ κάνει γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο. Ὁ κενόδοξος ἀσκητὴς εἶναι διπλὰ ἀδικημένος, ἀφοῦ καὶ τὸ σῶμα του τὸ τυραννεῖ, καὶ μισθὸ δὲν παίρνει.

7. Ποιὸς δὲν θὰ γελάση μὲ τὸν ἐργάτη τῆς κενοδοξίας ποὺ παρίσταται στὴν ψαλμῳδία καὶ ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ αὐτήν, ἄλλοτε γελᾶ καὶ ἄλλοτε κλαίει ἐνώπιον ὅλων;

8. Ἀποκρύπτει πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ μάτια μας καὶ τὰ καλὰ ποὺ ἔχομε ἀποκτήσει. Ἦλθε ὅμως αὐτὸς ποὺ συνηθίζει νὰ ἐπαινῆ, ἢ μᾶλλον νὰ πλανᾶ, καὶ μὲ τοὺς ἐπαίνους μᾶς ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ μόλις αὐτὰ ἄνοιξαν, ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ μέσα μας ὁ πνευματικὸς πλοῦτος.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου, περί Αρετής και περί πίστεως και γνώσεως



ABBA ΙΣΑΑΚ TOY ΣΥΡΟΥ
  • Ο Θεός αγαπά τόσο πολύ τους ταπεινούς, όπως τα Σεραφείμ!... 
  • Ω αγάπη! Μακάριος είναι εκείνος, που βρήκε εσένα, το λιμάνι κάθε χαράς!... 
  • Μη κάνεις φίλους αυτούς που αγαπούν τους γέλωτες και αυτούς που θεατρίζουν τους άλλους. 
  • Σ' αυτόν, που κατηγορεί τους άλλους, σκυθρώπαζε!... 
  • Στον υπερήφανο και φθονερό μη μιλάς καθόλου ή μίλα με πολλή προσοχή!... 
 ****
  • Στ' αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάσαι για τους κακούς και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς περισσότερον και από τους δικαίους!...
  • Δίνε με χαρωπό πρόσωπο την ελεημοσύνη σου και παρηγόρει πάντοτε τους θλιβομένους!...
  • Τη μέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άρρωστο, να βλέπεις τον εαυτό σου σαν μάρτυρα για το Χριστό!...
  • Σ' όλα σου τα έργα, έχε αγαθή συνείδηση!... Η δικαιολογία δεν είναι για τους Χριστιανούς!...
  • Κατηγόρησα κάποιον, είμαι νεκρός κι εγώ και τα έργα μου εκείνη τη μέρα!... Κάνε συντροφιά με λεπρούς, παρά με υπερήφανους!...
  • Πένθησε μετά των αμαρτανόντων και χαίρε μετά των μετανοούντων!... Γίνε φίλος όλων και άπεχε απ' όλους!...
  • Σκέπασε τον αμαρτάνοντα και βλέπε όλους σαν αγίους!...
  • Αν δεν είσαι άγιος κατά την καρδιά, γίνε καθαρός κατά το σώμα, δηλαδή, μη κάνεις σαρκικές αμαρτίες.
  • Αν δεν είσαι πράος, ειρήνευε τουλάχιστον με τον εαυτό σου.
  • Ναός της Θείας Χάριτος είναι όποιος ενθυμείται πάντοτε το Θεό!...
  • Το να θέλεις το καλό, είναι δικό σου. Το να πράξεις όμως το καλό είναι του Θεού...
  • Η ανάπαυση του σώματος βλάπτει μόνον τους νέους. Η μη προσοχή των αισθήσεων και τους γέροντες!...
  • Να μη λυπούμεθα όταν σφάλουμε σε κάτι, αλλ' όταν επιμένουμε στο σφάλμα μας!...
  • Μη μισείς τον αμαρτωλό, αλλά την αμαρ¬τία. Αφού νομίζεις τον εαυτό σου δίκαιο, που είναι η αγάπη σου προς τον αμαρτωλό;
  • Νεκρός είναι όποιος δεν αγαπά τους τιμώντας, ουδέ καταφρονεί τους ατιμάζοντας αυτόν. Όταν έχω την ευχή δεν θυμώνω, δεν είμαι γαστρίμαργος!...
*****
  • Αγάπησε, άνθρωπε, το Θεό όχι για τα μέλλοντα αγαθά, που υπόσχεται να σου δώσει στην άλλη ζωή, αλλά για όσα σου δίνει σ' αυτή τη ζωή. Διότι η Θεία Χάρη με την οποία μας αναγεννά, «νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας», είναι κατά πολύ ανώτερη εκείνης της Χάριτος με την οποία μας έφερε «εκ του μη όντος εις το είναι» σωματικά.
  • Ο ζήλος είναι ο σκύλος που φυλάσσει το νόμο του Θεού, που είναι η αρετή. Ο ζηλωτής, ως καιόμενος φούρνος θερμαίνεται, σαν τα Χερουβείμ και προσέχει κάθε στιγμή τις πανουργίες και τις εφόδους των πονηρών πνευμάτων.
  • Εξασθενεί ο ζήλος, όταν ο άνθρωπος απιστεί στη Θεία Πρόνοια και λησμονεί το Θεό.
  • Ο αγωνιστής, όταν βγει στον κόσμο, αγαπά τους επαίνους και πέφτει στην κενοδοξία και ναυαγεί εν καιρώ γαλήνης.
  • Η ψυχρότης του ζήλου της αρετής έρχεται:
    α) Όταν ελαττωθεί ή επιθυμία τής αρετής, και
    β) Όταν θαρρεύσουμε στον εαυτό μας και δεν φοβούμεθα τους δαίμονες.
  • Η πίστη είναι έννοια νηπιώδης, σε καρδιά απλή. Η γνώση εξετάζει και συζητεί κάτι, αν είναι αληθινό. Η γνώση φυλάσσει τους φυσικούς νόμους. Τη γνώση ακολουθεί ο φόβος, τη δε πίστη η ελπίδα. Η γνώση που κατέχει ο άνθρωπος είναι φτωχή και ελλειπής. Τούς θησαυρούς όμως της πίστεως δεν χωρούν ο Ουρανός και η Γη!...
  • Ο βασιζόμενος στη γνώση, δεν περιπατεί επί υδάτων ή επί του πυρός. Με τη δύναμη όμως της πίστεως, πολλοί και σε ύδατα και επί του πυρός περπάτησαν και έμειναν αβλαβείς!...
  • Η πίστη έχει ακένωτους θησαυρούς και γεμίζει ηδονή την καρδιά του πιστού. Η γνώση χρειάζεται μόνο σαν σκαλοπάτι, για να φθάσει κανείς  στην πίστη...
  • Όποιος αξιωθεί να γευθεί τη γλυκύτητα της πίστεως και στραφεί προς την ανθρώπινη γνώση, ομοιάζει με άνθρωπο, που ανταλλάσσει πολύτιμο μαργαρίτη με χάλκινο οβολό!...
Αγιορείτου Μοναχού
475 Αποφθέγματα του θεοπνεύστου Αγίου Ισαάκ του Σύρου
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

O Αββάς Ισαάκ ο Σύρος και η άσκηση στην ζωή μας



Αρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος 
Ο ΑΒΒΑΣ  ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ
ΚΑΙ
Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ
Ρώτησαν κάποτε ένα γέροντα οι υποτακτικοί του: ''Γέροντα, τι πρέπει να μελετούν οι αρχάριοι στην πνευματική ζωή; Και εκείνος τους απάντησε: Διαβάζετε Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι και Αββά Ισαάκ. Τον ρώτησαν πάλι: και όσοι έχουν προχωρήσει κάπως στα πνευματικά, τι πρέπει να διαβάζουν; Ο γέροντας τους είπε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και όταν πάλι για Τρίτη φορά τον ρώτησαν: Γέροντα, και όσοι έχουν εμβαθύνει στα θεία νοήματα και έχουν φθάσει ψηλά στα πνευματικά πράγματα, τι πρέπει να διαβάζουν; Τότε, ο γέροντας τους απάντησε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και επειδή οι υποτακτικοί απόρησαν διότι ο γέροντας για Τρίτη φορά τους συμβούλευσε να διαβάζουν Αββά Ισαάκ, ζήτησαν να τους το εξηγήσει. Και ο σοφός γέροντας τους απάντησε:"Μην απορείτε. Τα ασκητικά κείμενα του Αββά Ισαάκ είναι ωφέλιμα και για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην πνευματική ζωή, και για αυτούς που έχουν ξεπεράσει το στάδιο των αρχαρίων, αλλά και για εκείνους που αγωνίζονται και έχουν προχωρήσει πολύ στα πνευματικά, πάλι Αββά Ισαάκ να διαβάζουν. Από όταν ξεκίνησα ως δόκιμος μοναχός μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα χρόνια ποτέ το βιβλίο του Αββά Ισαάκ δεν έλειψε από το προσκεφάλι μου, αυτό ήταν το πνευματικό μου ανάγνωσμα στο μικρό κελλί μου. Για όσους επιδιώκουν την άσκηση και την αρετή, για όσους αγωνίζονται κατά των πειρασμών και των λογισμών, ο Αββάς Ισαάκ είναι ο καλύτερος οδηγός για τα πνευματικά''.
Ο όσιος Ισαάκ, ο μεγάλος αυτός ασκητής και αγωνιστής των αρετών, ήταν συριακής καταγωγής. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την ζωή του. Ωστόσο είναι εξακριβωμένο ότι σε νεαρά ηλικία μαζί με τον αδελφό του, εγκατέλειψαν τα εγκόσμια για να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα, να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο, με πολλές γυμνασίες, ασκητικούς αγώνες και κόπους, διά των οποίων προέκοψε στην πρακτική αρετή και κατεπολέμησε τα πάθη, καθυποτάσσοντας την σάρκα στο πνεύμα. Αργότερα, έφυγε από το κοινόβιο για να ζήσει ερημική ζωή αφιερωμένος στην πνευματική θεωρία, την μελέτη των θείων νοημάτων και την νοερά προσευχή. Αναγκάσθηκε να διακόψει για λίγο τον ησυχαστικό βίο για να αναλάβει την επισκοπή της Νινευί. Αμέσως μετά την εις επίσκοπον χειροτονία του, εμφανίσθηκαν μπροστά στον όσιο Ισαάκ  δύο χριστιανοί Νινευίτες που είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους για να την επιλύσει ο επίσκοπος. Ο ένας είχε δανεισθεί από τον άλλον χρήματα και ο δανειστής πίεζε τον χρεωφειλέτη να του αποδώσει το ποσό. Όταν ο αββάς Ισαάκ τους υπενθύμισε το ανάλογο περιστατικό του Ευαγγελίου και ζήτησε από τον δανειστή να δείξει ευσπλαγχνία, εκείνος του απάντησε με αναίδεια, άφησε, πάτερ, το ευαγγέλιο κατά μέρος. Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο όσιος Ισαάκ συλλογίσθηκε: ''Εάν αυτοί δεν υπακούουν στα προστάγματα του ευαγγελίου, τι λοιπόν ήρθα εγώ εδώ να πράξω;'. Και ανεχώρησε από την πόλη, επέστρεψε στο κελλί του όπου παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του.
Τους ασκητικούς αγώνες που ανέλαβε ο αββάς Ισαάκ κατά του πονηρού και του θελήματος της σάρκας, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, τα στάδια που διήλθε για να αποκτήσει την πρακτική και θεωρητική αρετή, τα χαρίσματα που αξιώθηκε από τον Θεό η αγιασμένη αυτή μορφή, μπορούμε να τα αντιληφθούμε καθώς διαβάζουμε τα ασκητικά του κείμενα. Τις εμπειρίες του αυτές από την πνευματική άσκηση ο όσιος Ισαάκ τις κατέγραψε, όπως λέει ο ίδιος ''αυτά έγραψα προς δική μου ανάμνηση, αλλά και για τον καθένα που θα διαβάσει το σύγγραμμα αυτό, καθώς τα έλαβα από την θεωρία των γραφών, και από τα αληθή στόματα (γερόντων διδασκάλων), και από την μικρή μου πείρα'' (Ασκητικά, Λόγος ΙΕ ), ''για πολύ καιρό δοκιμάζοντας πειρασμούς εκ δεξιών και εξ αριστερών, και τον εαυτό μου δοκίμασα και δέχθηκα από τον ενάντιο αναρίθμητες πληγές, και αφού αξιώθηκα μεγάλων αντιλήψεων, απεκόμισα για τον εαυτό μου πείρα από τα πολλά έτη, και αυτά έμαθε εν δοκιμασία και χάριτι Θεού'' (Λόγος Κ'). Από αγάπη και πνευματικό ενδιαφέρον για τους αδελφούς χριστιανούς που κάνουν τον δικό τους αγώνα είτε μέσα στον κόσμο είτε σε κάποια μονή, ο όσιος Ισαάκ κατέγραψε τους ασκητικούς αυτούς λόγους, όπως λέει ''διότι δεν υπομένω να φυλάξω το μυστήριο του Θεού στην σιωπή, αλλά γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών. Διότι αυτή είναι η αγάπη η αληθινή, που δεν μπορεί να αποκρύβει κάποιο από τα μυστήρια του Θεού από αυτούς που αγαπούν αυτήν (δηλ. την αληθινή αγάπη, την χριστιανική του Θεού)''.
Γι' αυτό λοιπόν ο όσιος Ισαάκ, αν και ευρισκόμενος στην  έρημο, απεφάσισε να καταγράψει τις εμπειρίες του στον πνευματικό αγώνα ώστε με τις διδασκαλίες αυτές να ωφεληθούν πολλές ψυχές. Από τους θησαυρούς των Ασκητικών Λόγων του αββά Ισαάκ θα αντλήσουμε και εμείς πολύτιμα διδάγματα που θα βοηθήσουν και στην δική μας προσπάθεια.

Ο Θεός ως κριτής ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ
 ΠΕΡΙ TOY ΘΕΟΥ ΩΣ ΚΡΙΤΟΥ
Η αιωνία ευαγγελική αλήθεια περί του Θεού ως Κριτού δεν είναι βιαίως επιβεβλημένη εις την ανθρωπίνην συνείδησιν ούτε είναι αφύσικη η θέσις της μεταξύ των αποκεκαλυμμένων αληθειών. Είναι φυσικόν και συστατικόν μέρος της θείας Αποκαλύψεως εν τω Θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν η λογική της Αποκαλύψεως δεν θα ήτο θεία και η θεανθρωπίνη Οικονομία της σωτηρίας δεν θα ήτο ολοκληρωμένη. Χωρίς αυτήν η θεία Αποκάλυψις θα ήτο παρομοία με τον κόσμον χωρίς τον ουρανόν επάνω του. Αυτή είναι η στέγη η καλύπτουσα και ολοκληρούσα τον μαργαρίτινον ναόν των θεανθρωπίνων αληθειών περί του ανθρώπου και του κόσμου. Η φύσις των άλλων αγίων δογμάτων και αληθειών είναι και η ιδική της φύσις. είναι ομοούσιος με αυτάς. ευρίσκεται μέσα τους όπως και αυταί εντός αυτής. έχει την αυτήν αξίαν και ζωτικήν δύναμιν με αυτάς, δεν δύναται να χωρισθή απ' αυτάς, επειδή όλαι μαζί αποτελούν ένα αχώριστον θεανθρώπινον οργανισμόν. Είναι φυσικόν, ο Θεός ο οποίος είναι Δημιουργός, Σωτήρ και Αγιασμός, να είναι ταυτοχρόνως και Κριτής. Διότι ως Κτίστης μας εισήγαγεν από το μη είναι εις το είναι, ορίσας ως σκοπόν της υπάρξεώς μας την εξομοίωσιν με τον Θεόν δια του θεοειδούς της ψυχής μας, ληφθέντος ως δώρου, και δια της αυξήσεως εις την αύξησιν του Θεού «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Κολ. 2, 19. Εφ. 4, 13). ως Σωτήρ, μας έσωσε από την αμαρτίαν, από τον θάνατον και από τον διάβολον, εισαγαγών εις την φύσιν του ανθρώπου, θνητοποιημένου δια της αμαρτίας, την αρχήν και την δύναμιν της αναστάσεως και της αθανασίας. ως Αγιασμός, μας έδωσε μέσα εις το θεανθρώπινον Σώμα Του όλα τα μέσα της χάριτος και όλας τας θείας δυνάμεις, δια την οικείωσιν του θεανθρωπίνου έργου Του της σωτηρίας και την επίτευξιν του σκοπού της υπάρξεώς μας. ως Κριτής, σταθμίζει, κρίνει και λαμβάνει απόφασιν περί της συμπεριφοράς μας προς Εκείνον ως τον Κτίστην και προς τον εαυτόν μας ως το θεοειδές κτίσμα, προς Εκείνον ως τον Σωτήρα και προς τον εαυτόν μας ως αντικείμενον της σωτηρίας, προς Εκείνον ως τον Θεάνθρωπον - την Εκκλησίαν - τον Αγιασμόν, και προς τον εαυτόν μας ως αντικείμενον αγιασμού, θεώσεως και θεανθρωποποιήσεως. Εις αυτό το τετραπλούν έργον Του ο Θεός πάντα ενεργεί «κατά την βουλήν του θελήματος αυτού» (Εφ. 1, 11), δηλαδή κατά το προαιώνιον σχέδιόν Του περί του κόσμου και του ανθρώπου, με τον σκοπόν «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ, τα τε εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφ. 1, 10. Πρβλ. Κολ. 1, 16-17 και 20).
Ο Θεός έβαλε εις το φύραμα του ανθρωπίνου είναι την ζύμην του έρωτος προς τον Χριστόν, ώστε ο άνθρωπος, και μαζί του και όπισθέν του όλη η κτίσις, να ποθή και να τείνη προς τον Χριστόν. Όθεν όλη η κτίσις είναι εις τον πυρήνα της Χριστοκεντρική και τείνει και φέρεται προς τον Χριστόν ως προς το φυσικόν κέντρον της και σκοπόν (πρβλ. Ρωμ. 8, 19-23. Κολ. 1, 16-17. Εφ. 1, 4-5). Ενώ εις το δημιουργικόν, σωτηριώδες και αγιαστικόν έργον Του ο Θεός εμφανίζεται ως ο αροτριών, ο σπορεύς και ο καλλιεργητής, εις το δικαστικόν έργον Του εμφανίζεται ως ο θεριστής και ο αλωνιστής. Είναι εντελώς φυ­σικόν ο ουράνιος Σπορεύς, ο πλουσιοπαρόχως σπείρας το σπέρμα των αιωνίων θείων αληθειών εις την γην των ανθρωπίνων ψυχών, να έλθη και να ιδή πόσον από το σπέρμα αυτό έχει σαπίσει εις την λάσπην των ηδονών, πόσον έχει πνιγεί εις τα αγκάθια των παθών, πόσον έχει μαρανθή εις την φωτιάν της φιλαμαρτησίας, και πόσον έχει καρποφορήσει και φέρει τον θείον καρπόν, και να θερίση και αλωνίση τους ώριμους βλαστούς του επιγείου σίτου. Επειδή είναι, ακριβώς, ο αροτριών, ο σπορεύς και ο καλλιεργητής, έχει το δικαίωμα να είναι και ο θεριστής και ο αλωνιστής. επειδή έχει δωρήσει εις τους ανθρώπους όλα τα μέσα τα αναγκαία διά την επίτευξιν του από τον Θεόν οριζομένου σκοπού της ζωής, έχει δικαίωμα να είναι και ο Κριτής.

Αγάπη προς τον πλησίον Οσίου Ισαάκ του Σύρου



Οσίου Ισαάκ του Σύρου
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
Βίασε τον εαυτό σου, σαν συναντήσεις τον διπλανό σου, να τον τιμήσεις πα­ραπάνω από το μέτρο του. Φίλησε τα πόδια του και τα χέρια του, και κράτησέ τα πολλές φορές με πολλή τιμή, και βάλε τα επάνω στα μάτια σου, και παίνεψέ τον ακόμα και για κείνα που δεν έχει. Και σαν χωριστεί από σένα, πες γι' αυτόν κάθε καλό και τιμημένο, γιατί μ’ αυτά και με τέτοια τον τραβάς στο καλό και τον κάνεις να ντρέπεται από τα καλά τα λόγια που του είπες, και σπέρνεις σ’ αυτόν σπόρους της αρετής.
Κι’ από την τέτοια συνήθεια πού συνηθίζεις τον εαυτό σου, τυπώνεται μέσα σου τύπωμα καλό, και θ’ αποκτήσεις ταπείνωση μέσα σου, και χωρίς κόπο κα­τορθώνεις τα μεγάλα. Κι όχι μονάχα αυτό, μα κι αν έχει κάποια ελαττώματα, σαν τιμηθεί από σένα, εύκολα παραδέχεται από σένα τη γιατρειά του, επειδή ντρέπεται από την τιμή πού του έδωσες.
Τούτον τον τρόπο να ‘χεις πάντα, να γλυκομιλάς και να τιμάς όλους τούς ανθρώπους, και να μην ερεθίζεις κανέναν, είτε να τον πεισμώνεις, μήτε για την πίστη του, μήτε για τα κακά τα έργα του. Φύλαγε τον εαυτό σου να μην προσβάλεις κανένα σε κάποιο πράγμα. Γιατί έχουμε στον ουρανό κριτή πού δεν κοιτάζει πρόσωπο.
Οσίου Ισαάκ του Σύρου
Φίλοι φυλακισμένων
Σύλλογος συμπαραστάσεως κρατουμένων «Ο Ονήσιμος»
Τεύχος 11, Φθινόπωρο Χειμώνας 2010.

Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: Ένας μεγάλος Ασκητής και δάσκαλος της Εκκλησίας μας



ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ  
 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού    
Οι ασκητική γραμματεία κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση στη διδασκαλία και στη ζωή της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για σπουδαιότατα κείμενα αγίων ασκητών, προϊόντα βαθύτατου πνευματικού στοχασμού και σοφίας. Περιέχουν την εμπειρία των αγίων γερόντων, οι οποίοι βίωσαν την ευλογημένη πορεία της ασκήσεως και των αρετών και την κατέγραψαν, για να είναι εσαεί στους πιστούς πολύτιμο βοήθημα μεθόδων άσκησης και πνευματικής προκοπής.
Στην κορυφή της ασκητικής γραμματείας βρίσκονται και το κείμενα ενός μεγάλου ασκητή της Εκκλησίας μας, του αββά Ισαάκ του Σύρου. Τα βαθυστόχαστα και ψυχωφελή του συγγράμματα είναι από τα κυριότερα αναγνώσματα των μοναχών και όλων όσων αγωνίζονται για την αρετή και την απαλλαγή από τα πάθη και τα άλγη της αμαρτίας.
Δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ λίγα για το βίο και την προσωπικότητα του μεγάλου άνδρα, και αυτά από έμμεσες πηγές. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 7ου αιώνα πιθανότατα στη Συρία. Κατ’ άλλους στη Νινευή της Μεσοποταμίας, και κατ’ άλλους στην αραβική χερσόνησο, στο σημερινό Κατάρ. Δε γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του, ούτε για τα παιδικά του χρόνια. Εικάζουμε ότι οι γονείς του ήταν χριστιανοί και του εμπέδωσαν από μικρό την πίστη και την ευσέβεια. Μόνο που ανήκαν στους αιρετικούς νεστοριανούς, οι οποίοι αποσκίρτησαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την καταδίκη του αρχηγού της αίρεσης πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου το 431.  Όταν έγινε έφηβος, αποφάσισε με τον αδελφό του να αφιερωθούν στη μοναχική ζωή. Έτσι αποσύρθηκαν στη Μονή του αγίου Μάρτυρα Ματθαίου. Ο Ισαάκ έδειξε ασυνήθιστη προσαρμογή και ζήλο για τον μοναχισμό. Σύντομα αναδείχτηκε ως ο πλέον  αξιοσέβαστος αδελφός της Μονής.
Μετά από λίγο καιρό ζήτησε από τον ηγούμενο της Μονής να φύγει για την έρημο, διότι πίστευε πως η ησυχία της ερήμου θα τον βοηθούσε περισσότερο στον πνευματικό του αγώνα. Έφυγε λοιπόν για μια ερημική περιοχή, όπου μόνος με το Θεό, με άσκηση, προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, κατόρθωσε να καθαρθεί από τα πάθη του και να ανέβει σε ύψη αρετής και αγιότητας. Όμως οι αδελφοί της Μονής αισθάνθηκαν το κενό που άφησε η απουσία του Ισαάκ και γ’ αυτό τον παρακαλούσαν να γυρίσει στη Μονή και να γίνει ο πνευματικός τους καθοδηγητής. Αλλά ο αββάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει την αγαπημένη του ερημική ζωή.
Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι μοναχοί, το κατόρθωσε ο επίσκοπος της περιοχής. Του ζήτησε να κατέβει στον κόσμο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία. Ο άγιος ασκητής υπάκουσε και κατέβηκε. Ο καθολικός νεστοριανός επίσκοπος Γεώργιος τον χειροτόνησε επίσκοπο της μεγάλης πόλεως Νινευή. Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό έμεινε στον επισκοπικό θρόνο. Πιθανότατα παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την έρημο. Οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο αββάς Ισαάκ ως επίσκοπος συνειδητοποίησε την αιρετική «εκκλησία» που ανήκε και γι’ αυτό πέντε μήνες μετά τη χειροτονία του, παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την αγαπημένη του έρημο, κοντά στην οροσειρά Chuzistan, στην περιοχή της αρχαίας Σουσιανής και αργότερα στη Μονή Rabban Sabor.

Το γεγονός της Θείας Μεταμορφώσεως ως ανατρεπτικό πλανών και αιρέσεων μέσω της Υμνογραφίας



ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΩΣ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΠΛΑΝΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εν Πειραιεί 5-8-2013
πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος  εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Η πλάνη της ειδωλολατρίας
Τήν πολυαρχία καί πολυθεΐα των Ελλήνων-ειδωλολατρών ανατρέπει ο ιερός Μελωδός όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μέ τό δεύτερο τροπάριο του δευτέρου κανόνος της αγίας Μεταμορφώσεως του Χριστού, τό οποίο λέει˙ «Ως ουρανού δεσπόζοντι καί της γης βασιλεύοντι καί καταχθονίων τήν κυρείαν έχοντι, Χριστέ σοί παρέστησαν, εκ μέν της γης Απόστολοι, ως εξ ουρανού δέ, ο Θεσβίτης Ηλίας˙ Μωσής δέ εκ νεκάδων, μελωδούντες συμφώνως˙ Λαός υπερυψούτε Χριστόν εις τούς αιώνας». Στό τροπάριο αυτό αναφέρει ο ιερός Μελωδός όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τήν συμπαράσταση των προφητών Μωϋσέως και Ηλιού καί των ιερών Αποστόλων γιά τόν εξής λόγο. Επειδή οι Έλληνες-ειδωλολάτρες φλυαρούσαν ότι άλλος Θεός εξουσιάζει τά ουράνια, άλλος τά επίγεια καί άλλος τά καταχθόνια, ελέγχει ο ιερός Μελωδός αυτήν τήν φλυαρία τους, λέγοντας πρός τόν Χριστό˙ Ω ηλιόμορφε Χριστέ, επειδή Εσύ εξουσιάζεις τόν ουρανό καί βασιλεύεις στή γη καί έχεις τήν κυριότητα των καταχθονίων, γι’αυτό από αυτά τά τρία μέρη του κόσμου παραστάθηκαν σ’ Εσένα στό Θαβώρ, από μέν τή γη οι Απόστολοι, στήν οποία αυτοί ως ζώντες ακόμη περπατούσαν καί ανάπνεαν τόν αέρα γύρω από τήν γη, από δέ τόν ουρανό παραστάθηκε ο προφήτης Ηλίας καί από τόν άδη παραστάθηκε ο προφήτης Μωϋσης, γυμνή ψυχή χωρίς σώμα. Όλοι αυτοί τότε στήν Μεταμόρφωσή Σου μελωδούσαν καί οι πέντε μέ συμφωνία, γιά νά δείξουν ότι Εσύ είσαι Αυτός, πού τούς ένωσες, καί ότι μέσα στό χέρι Σου περιέχεται ο ουρανός, η γη καί ο Άδης[1].
Αλλά καί στό δεύτερο τροπάριο της γ΄ ωδής του δευτέρου κανόνος της αγίας Μεταμορφώσεως του Χριστού ανατρέπεται αυτή η ελληνική-ειδωλολατρική πλάνη. Λέει το τροπάριο˙ «Θεός όλος υπάρχων, όλος βροτός γέγονας, όλη τη Θεότητι μίξας, τήν ανθρωπότητα, εν υποστάσει σου, ην εν δυσί ταις ουσίαις, Μωϋσής Ηλίας τε, είδον εν όρει Θαβώρ». Κατά τόν Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο Μελωδός όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί τήν ένσαρκο οικονομία του Θεού Λόγου καί δογματίζει, λέγοντας˙ Ω Θεάνθρωπε Χριστέ, Σύ υπάρχεις πρό των αιώνων όλος Θεός, δηλαδή έχεις όλο τό πλήρωμα της Θεότητος. Γιατί, η Θεότης στήν Αγία Τριάδα δέν είναι μεριστή, ώστε άλλο μέν μέρος νά έχει ο Πατήρ, άλλο δέ ο Υιός, άλλο δέ τό Πνεύμα τό Άγιον. Άπαγε! Αυτά τά φλυαρούσαν καί έπαιζαν οι Έλληνες-ειδωλολάτρες, μοιράζοντας τήν μέν εξουσία του ουρανού στόν Δία, τήν δέ εξουσία της θαλάσσης στόν Ποσειδώνα καί τήν εξουσία του Άδου καί των υπογείων στόν Πλούτωνα. Εμείς, όμως, οι Ορθόδοξοι δέν μοιράζουμε έτσι τήν Θεότητα της Αγίας Τριάδος, αλλά δοξάζουμε καί φρονούμε ότι καί ο Πατήρ είναι όλος Θεός καί ο Υιός είναι ωσαύτως όλος Θεός καί τό Πνεύμα τό Άγιον απαραλλάκτως είναι όλος Θεός. Γιατί, η Θεότητα δέν μοιράζεται σ’αυτούς, αλλά όλη υπάρχει σέ κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος καί όλη είναι καί στά τρία μαζί[2].
Επεξηγώντας ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τήν έννοια του δευτέρου τροπαρίου της στ΄ ωδής του α΄ κανόνος της Μεταμορφώσεως, ο οποίος είναι ποίημα του Οσίου Κοσμά επισκόπου Μαϊουμά, «Ανελθών εν όρει, Θαβώρ μετεμορφώθης Χριστέ, καί τήν πλάνην πάσαν, αμαυρώσας φως εξέλαμψες», αναφέρει τήν αιτία γιά τήν οποία μεταμορφώθηκε ο Κύριος στό Θαβώριον όρος. Οι Έλληνες-ειδωλολάτρες, πού λάτρευαν τά είδωλα καί τά δαιμόνια στά ψηλά όρη καί στά χαμηλά βουνά, συνήθιζαν νά θυσιάζουν τίς ακάθαρτες θυσίες, νά καίνε τό σκοτεινό πυρ καί νά θυμιάζουν τά βρωμερά θυμιάματα, καθώς αναφέρει η θεία Γραφή˙ «Καί εποίησεν Ιωάς (Βασιλεύς Ιούδα) τό ευθές ενώπιον Κυρίου πάσας τάς ημέρας, ας εφώτισεν αυτόν Ιωδαέ ο Ιερεύς˙ πλήν των υψηλών ου μετεστάθησαν, καί εκεί έτι λαός εθυσίαζε καί εθυμίων εν τοις υψηλοίς»[3]. Γι’αυτό είπε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στόν λόγο του στήν Γέννηση του Χριστού˙ «Διά τούτο μικρός (ο Χριστός), ότι διά σέ ταπεινός˙ ότι επί τό πλανώμενον ήλθεν ο ποιμήν ο καλός, ο τιθείς τήν ψυχήν υπέρ των προβάτων, επί τά όρη καί τούς βουνούς, εφ’ους εθυσίαζες». Γνωρίζοντας όλα αυτά, λέει ο Μελωδός˙ Εσύ, Χριστέ φωτεινότατε, ανέβηκες πάνω στό Όρος Θαβώρ καί μεταμορφώθηκες, έτσι ώστε, διά μέσου του Όρους Θαβώρ, τό οποίο φωτίσθηκε από τό άυλο πυρ της Θεότητός Σου, νά διαλύσεις τήν πλάνη καί τήν λατρεία των δαιμόνων, πού ενεργούνταν στά όρη καί τά βουνά, καί ακολούθως νά λαμπρύνεις μέ τό φως της θεογνωσίας αυτούς, πού λατρεύουν τά αναίσθητα είδωλα[4].

Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος. o Φωστήρ της Καισαρείας



Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος
Ο Φωστήρ της Καισαρείας
Υπό  (†) Βασιλείου Λ. Δεντάκη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο μέγας και οικουμενικός διδάσκαλος εγεννήθη πλησίον της Νεοκαισαρείας του Πόντου περί το 330 μ.Χ. Ο πατήρ του, Βασίλειος επίσης καλούμενος, η μήτηρ του Εμμέλεια και η μάμμη του Μακρίνα, επεμελήθησαν της ανατροφής αυτού. Εσπούδασεν εις τας σχολάς Καισαρείας, Βυζαντίου και Αθηνών ρητορικήν, γραμματικήν, φιλοσοφίαν, φυσικήν, γεωμετρίαν, ιατρικήν και θεολογίαν. Εγκατασταθείς εν συνεχεία εις την Καισάρειαν, έδρασεν επ’ ολίγον ως καθηγητής της ρητορικής, ησπάσθη εις ώριμον ηλικίαν τον μοναχικόν βίον, ανέλαβε δε μετά ταύτα ταξίδιον εις Συρίαν, Παλαιστίνην, Μεσοποταμίαν και Αίγυπτον προς γνωριμίαν των περιφημοτέρων ασκητών της εποχής του και του τρόπου της ζωής αυτών. Επανελθών διένειμε την περιουσίαν του όλην εις τους πτωχούς, εμόνασεν εις τον Πόντον και επεδόθη μεγάλως εις την ανάπτυξιν του μοναχικού βίου. Μετά φόβου ατενίζων την ιερωσύνην εχειροτονήθη μόλις το 362 εις διάκονον, είτα δε εις πρεσβύτερον.
Κατά το έτος 370 εξελέγη επίσκοπος Καισαρείας, αναδείξας εαυτόν εις υπόδειγμα και πρότυπον επισκόπου, πλήρους πίστεως και ευσεβείας, αληθούς πατρός και γνησίου  ποιμένος, ανυστάκτως ενδιαφερομένου διά τον πιστόν λαόν του Θεού, αγωνιστού ιεράρχου και προασπιστού των δικαίων της Εκκλησίας και φύλακος αγρύπνου έναντι των αιρετικών. Η εν γένει υπέρ του ποιμνίου διαρκής προσπάθεια ωδήγησεν αυτόν προώρως εις την μετάστασιν προς την αιώνιον ζωήν, πριν ή συμπληρώση το 50ον έτος της ηλικίας του (379). Πλήθος, πρωτοφανές εις όγκον και αριθμόν πιστών, εξεδήλωσε την προς αυτόν αγάπην του κατά την κήδευσιν του.
Συνδυάσας ως άριστα, τον ασκητικόν-μοναχικόν και τον κοινωνικόν βίον, τους οποίους καλλιεργεί περιοδικώς μεν, αλλά κατά μεγάλα εκάτερον διαστήματα, μορφώνει οριστικώς τον χαρακτήρα του, αναπτύσσει τεραστίαν εις έκτασιν κοινωνικήν δράσιν και αναδεικνύεται εις εξαίρετον και μοναδικόν συγγραφέα, του οποίου τα έργα, μεστά πίστεως και ορθοδόξου θεολογίας, φιλοσοφικής σκέψεως και ακριβείας, τοποθετούν αυτόν, κατ’ έκτασιν και ποιότητα και ποικιλίαν θεμάτων, εις την πρώτην γραμμήν των εκκλησιαστικών συγγραφέων όλων των εποχών.
Εκ της λίαν περιληπτικώς αναφερθείσης ανωτέρω δράσεως αναφέρομεν ελάχιστά τινα χαρακτηριστικά σημεία, κατ’ επιλογήν, επί τη ευκαιρία της αγίας μνήμης του.
* * *
Δια τον Μέγαν Βασίλειον οι ποιμένες γενικώς και οι επίσκοποι ιδιαιτέρως είναι «πατέρες και τροφοί ιδίων τέκνων, εν πολλή διαθέσει της εαυτών αγάπης ευδοκούντες μεταδούναι ου μόνον το ευαγγέλιον, αλλά την εαυτών ψυχήν». Είναι, ούτως ειπείν, μία «δευτέρα κατηγορία πατέρων» των Χριστιανών, ως γράφει εις μίαν παραμυθητικήν επιστολήν του.

Όσιος Παΐσιος ο Μέγας Μεγάλος στάρετς του μοναστηριού Νεάμτς (1722-1794)



Όσιος Παΐσιος ο Μέγας
Μεγάλος στάρετς του μοναστηριού Νεάμτς
(1722-1794)
Α) Η ζωή του
Ο όσιος Παΐσιος από το Νεάμτς ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στάρετς που εγνώρισε ποτέ ο Ρουμανικός μοναχισμός.
Κατά πάσα πιθανότητα ήταν στην καταγωγή Μολδαβός, ίσως να καταγόταν από το γένος των Καντεμίρ. Λόγω των συχνών επιθέσεων των Οθωμανών και Τατάρων, οι πρόγονοί του μετώκησαν και εγκατεστάθησαν στην πόλι Πολτάβα της Μικρορωσίας*. Ο όσιος στάρετς Παΐσιος γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1722 στην Πολτάβα από γονείς ευλαβείς. Ο πατήρ του ήταν ιερεύς στον καθεδρικό ναό της Πολτάβας. Σ’ αυτό το σπίτι υπήρχε η ευλογία του Θεού. Ο Πέτρος (αυτό ήταν το κατά κόσμον όνομα του στάρετς) ήταν το ενδέκατο παιδί από τα δώδεκα αδέλφια. Ορφάνεψε μικρός από πατέρα, και δόθηκε από την μητέρα του για να σπουδάση στην Ακαδημία Μοβιλεάνα του Κιέβου το 1735. Μετά από τέσσερα χρόνια σπουδών, η ψυχή του δεν εύβρισκε ανάπαυσι σ’ αυτά. Αισθανόταν το κάλεσμα για την μοναχική πολιτεία. Το φθινόπωρο του έτους 1739, όταν ήταν μόλις 17 ετών, ανεχώρησε αναζητώντας ένα μοναστήρι και έναν καλό Πνευματικό που θα ήταν τόσο αναγκαίος για την ψυχή του. Επί επτά χρόνια περιπλανιόταν στις περισσότερες σκήτες και μοναστήρια, μεταξύ των οποίων και στην λαύρα Πετσέρσκα. Στο μοναστήρι Μεντβεντέσκι έγινε ρασοφόρος με το όνομα Πλάτων. Μα επειδή δεν ευρήκε ανάπαυσι και πνευματική ησυχία στα μοναστήρια της Ουκρανίας, παρακινήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και πέρασε στη Μολδαβία το 1745. Εδώ αγωνίζονταν πολλοί μοναχοί από την Μικρορωσία. Ο Πλάτων εγκαταστάθηκε στην σκήτη Τρεστιένι. Ύστερα επήγε στην σκήτη Κίρνουλ, κοντά στον ποταμό Μπουζάου, όπου ευρισκόταν τότε εκεί και ο ερημίτης Ονούφριος. Το καλοκαίρι του 1746 ανεχώρησε για τον Άθωνα και έζησε λίγο καιρό στην έρημο, κοντά στην Μονή του Παντοκράτορος. Το 1750 ο στάρετς Βασίλειος έκειρε μοναχό τον ερημίτη Πλάτωνα, δίνοντάς του το όνομα Παΐσιος. Απ’ αυτό το έτος ο ταπεινός Παΐσιος άρχισε να δέχεται μαθητάς στην σκήτη του αγίου Προφήτου Ηλιού (Ρωσική), όπου και διέμενε. Έλαβε κατόπιν την ιερωσύνη και έζησε στο Άγιον Όρος συνολικά 17 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1763 ήλθε στην Μολδαβία με τους μαθητάς του και κατώκησε στο μοναστήρι Ντραγκομίρνα. Εδώ έμεινε 12 χρόνια -μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1775- αφού δημιούργησε μιαν αδελφότητα από 350 μοναχούς. Το φθινόπωρο του 1775 ήλθε στο μοναστήρι του Σέκου, συνοδευόμενος από 200 μαθητάς. Πάλι το καλοκαίρι του 1779 μετώκησε για τελευταία φορά στην μεγάλη Λαύρα της Μολδαβίας, στο μοναστήρι Νεάμτς.

Ο μητροπολίτης Βενιαμίν Κωστάκε από την Μητρόπολι Μολδαβίας και Σουτσεάβας (1768-1846)



Ο μητροπολίτης Βενιαμίν Κωστάκε
από την Μητρόπολι Μολδαβίας και Σουτσεάβας (1768-1846)

Α) Η ζωή του
Ο μεγάλος μητροπολίτης Βενιαμίν Κωστάκε ήταν ένας από τους μεγαλυτέρους ιεράρχας της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας. Αυτός εποίμανε την επαρχία Μολδαβίας με τα σπάνια χαρίσματά του επί μισό αιώνα. Πολύ μορφωμένος, θαρραλέος ιεράρχης, ακαταπόνητος μεταφραστής των βιβλίων, κτίτωρ εκκλησιών και σχολείων, πνευματικός πατήρ της Μολδαβίας, εκλεκτός λειτουργός της Εκκλησίας του Χριστού, διδάσκαλος, έμπειρος χειραγωγός των ψυχών και αφοσιωμένος μοναχός.
Ο μητροπολίτης Βενιαμίν γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1768 στο χωριό Ροσιέστ περιοχής Φαλτσίου από καλό γένος και πιστούς γονείς, τον Γρηγόριο Κωστάκε και την Μαρία Κατακουζηνού. Από τα πέντε παιδιά των τα τέσσερα ήταν αφιερωμένα στον μοναχικό βίο. Απ’ αυτά ο Ματθαίος ήταν μεγάλος νηστευτής. Ο δεύτερος αδελφός, ο Κωνσταντίνος, έγινε μοναχός με το όνομα Καισάριος. Ο τρίτος αδελφός, ο Βασίλειος, έγινε ονομαστός μητροπολίτης της Μολδαβίας. Το τέταρτο παιδί, η μεγαλόσχημη μοναχή Ελισάβετ, εχρημάτισε ηγουμένη του μοναστηριού Αγαπία επί 32 χρόνια. Ο τελευταίος αδελφός, ο Σερμπάνος, ήταν σύμβουλος του μητροπολίτου Βενιαμίν, και εκάρη μοναχός με το όνομα Σωφρόνιος.
Από μικρός ο νεαρός Βασίλειος δόθηκε από τους γονείς του να σπουδάση στο γενικής μορφώσεως σχολείο του μοναστηρίου των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου. Σε ηλικία 15 ετών προσελήφθη από τον επίσκοπο Ιακώβ Σταμάτη ως υποτακτικός στην Επισκοπή του Χους. Μετά από ένα χρόνο εκάρη μοναχός με το όνομα Βενιαμίν. Το έτος 1788 χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρετούσε στον καθεδρικό ναό του Ιασίου. Ύστερα ακόμη από ένα χρόνο έγινε ιερεύς και ωνομάσθηκε μέγας εκκλησιάρχης. Ήταν τότε μόνο 20 ετών. Το ίδιο έτος 1789 εξελέγη ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Σπυρίδωνος του Ιασίου.
Το έτος 1793 ο αρχιμανδρίτης Βενιαμίν εξελέγη και χειροτονήθηκε επίσκοπος στο Χους από τον Πνευματικό του, τον πατέρα Ιακώβ Σταμάτη. Ήταν μόνο 24 ετών όταν έλαβε τον βαθμό του αρχιερέως και από την αρχή αναδείχθηκε πολύ συνετός και αληθινός ποιμήν του ποιμνίου του Χριστού. Τον Νοέμβριο του 1794 εστάλη ως αντιπρόσωπος του Μητροπολίτου στην κηδεία του οσίου Παϊσίου από το μοναστήρι Νεάμτς.

Η ανάβασις προς την κορυφή - Η ζωή και το μαρτύριο του π. Igor Rozin



- Ἡ ἀνάβασις πρὸς τὴν κορυφὴ - Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ π. Igor Rozin (α΄)
Ἡ πόλις Turnyauz βρίσκεται στὰ βουνὰ τῆς δημοκρατίας Karbardino-Balkar, στὴν περιοχὴ Elbrus (στὴν Ῥωσικὴ ὁμοσπονδία). Εἶνε μιὰ μικρὴ πόλι μὲ 21.000 κατοίκους, ὅπου ὅλοι γνωρίζονται μεταξύ τους ἀπὸ παιδιά. Τὸ ἐνενήντα τοῖς ἑκατὸ τοῦ πληθυσμοῦ εἶνε μουσουλμᾶνοι καὶ ἔτσι ἡ διάκρισι μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν Ῥώσων καὶ τῶν μουσουλμάνων εἶνε πολὺ φανερή. Ὅπως σὲ ὅλο τὸν Βόρειο Καύκασο, ἔτσι καὶ στὴν Τurnyauz ὁ καθένας μπορεῖ νὰ γίνῃ θῦμα τῶν βιαίων πράξεων καὶ τῶν μυκτηρισμῶν τῶν μουσουλμάνων μόνο ἐπειδὴ εἶνε Ῥῶσος, καὶ ἀκόμα πιὸ πολὺ ἐπειδὴ εἶνε ὀρθόδοξος. Ἂν δὲν γνώριζες τὴν τοπικὴ διάλεκτο, δὲν σοῦ μιλοῦσαν, ἀκόμα καὶ σὲ δημόσια μέρη. Μέσα σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον ζοῦσε καὶ ὁ Igor, ὁ ὁποῖος ἦταν Ῥῶσος ἀλλὰ δὲν πίστευε σὲ τίποτα.

Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι χρονῶν, ὁ Igor εἶδε ἕνα ὄνειρο. Τὸν εἶχαν περικυκλώσει οἱ μουσουλμᾶνοι καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν μαχαιρώνουν σ᾽ ὅλο τὸ σῶμα του. Τὸ ὄνειρο αὐτὸ τοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι. Δὲν ξέρουμε πῶς τὸ ἀντιμετώπισε ἐσωτερικά, ἀφοῦ τότε ἦταν ἀκόμα ἕνας ἄπιστος νέος, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν πρεσβυτέρα του μετὰ ἀπὸ τὸ ὄνειρο αὐτὸ πάντα ὑπῆρχε μιὰ λύπη καὶ αὐτοσυγκέντρωσι στὰ μάτια του.

Ὁ Igor ἀρεσκόταν πολὺ νὰ περπατάῃ στὰ βουνά, καὶ ἔτσι γνώρισε τὴν μέλλουσα σύζυγό του σὲ ἕναν ἀγῶνα ὀρειβασίας. Ἡ Κατερίνα ἦταν μιὰ ἁπλῆ Ῥωσίδα• γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε σὲ μιὰ πολύτεκνη φτωχὴ οἰκογένεια σὲ ἕνα χωριὸ τῶν Οὐραλίων ὀρέων. Εἶχε βαπτισθῆ ὅταν ἦταν παιδί, ἀλλὰ ἦταν ἄπιστη σὰν τὸν Igor.

Ἡ νέα οἰκογένεια μετακόμισε στὸ χωριὸ Terskol, ποὺ ἔχει ὑψόμετρο 2.200 μέτρα. Ὁ Igor ἐργαζόταν σὲ μιὰ ὑπηρεσία διασώσεως ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῶν χιονοστιβάδων καὶ ἦταν ὁ ὑπεύθυνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Τὸ κράτος παρεχώρησε ἕνα σπίτι στὴν οἰκογένεια• ἕνα μικρὸ προκατασκευασμένο σπίτι, χωρὶς τρεχούμενο νερὸ καὶ ἄλλες εὐκολίες, μὲ δύο δωμάτια καὶ ὑπόστεγο. Ἔζησαν ἐκεῖ μέχρι τὴ γέννα τοῦ τετάρτου παιδιοῦ τους καὶ μόνο τότε τοὺς δόθηκε ἕνα πιὸ κατάλληλο σπίτι. Ἀλλὰ ὅπως λέει ἡ πρεσβυτέρα Κατερίνα• «Ἐπιζήσαμε καὶ ἤμασταν εὐτυχισμένοι».

Κάθε χρόνο ἡ οἰκογένεια μεγάλωνε. Ὁ πρωτότοκος ἦταν ὁ Μάξιμος καὶ ἀκολούθησαν ὁ Ἠλίας, ἡ Ἀλεξάνδρα, ἡ Εὐγενία καὶ ὁ Ἀνδρέας. «Μετὰ τὴ γέννα τοῦ τρίτου παιδιοῦ, οἱ ἄνθρωποι μᾶς κοιτοῦσαν σὰν νὰ ἤμασταν πολὺ παράξενοι. Ὅταν εἶδαν ὅτι ἤμουν ἔγκυος στὸ πέμπτο παιδὶ προσπάθησαν νὰ μᾶς πείσουν νὰ τὸ κάνουμε ἔκτρωσι». Ἀλλὰ τὸ ἀντρόγυνο ἔμεινε σταθερὸ καὶ δὲν ἔπραξε φόνο, παρ᾽ ὅλη τὴν οἰκονομικὴ δυσκολία τους.

Σύμφωνα μὲ τὴν πρεσβυτέρα ἡ οἰκογένεια ζοῦσε ἁρμονικά• δὲν ὑπῆρχαν μαλώματα ἢ συγκρούσεις καὶ οἱ γονεῖς ἀγαποῦσαν πολὺ τὰ παιδιά τους. Ὁ Igor περνοῦσε τὸν περισσότερο χρόνο του στὰ βουνά, ἀλλὰ τὸν ἐλεύθερο χρόνο του τὸν ἀφιέρωνε ὅλο στὴν οἰκογένειά του. Ποτέ δὲν τοὺς τιμώρησε, ἀλλὰ καὶ δὲν τοὺς ἄφηνε ποτὲ νὰ δείξουν παρρησία. Τοὺς μιλοῦσε μὲ πολλὴ σοβαρότητα.

Ἡ πόρτα τῆς οἰκογενείας Rozin ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε περαστικό, γνωστὸ καὶ ἄγνωστο. Ἀκόμα κι ὅταν ἔλειπε ἡ οἰκογένεια πάντα ἄφηναν ἕνα σημείωμα στὴν πόρτα γιὰ τὸν κάθε περαστικὸ ἐξηγώντας ποῦ βρίσκεται τὸ κλειδί. Ἡ οἰκογένεια διακρινόταν γιὰ τὴ φιλοξενία της καὶ πάντα εἶχε κάποιον ξένο στὸ σπίτι. Εἶχε συμβῆ καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικό.

Ο Φυλακισμένος Προφήτης: Η τεχνολογική εποχή και ο χρυσός μόσχος Ιωάννου Ιανόλιδε



Ιωάννου Ιανόλιδε
Νέου Ομολογητού της Πίστεως
(1985)
Η τεχνολογική εποχή και ο χρυσός μόσχος 
Ζούμε στο απόγειο της τεχνολογικής εποχής. Αυτή προετοιμάστηκε από τον 19ον αιώνα διά του δήθεν προοδευτισμού και υλισμού... Ο κόσμος των λευκών έχει εκτοξεύσει στην ανθρωπότητα αυτήν την αντίληψη και νοοτροπία και τώρα ήδη γενικεύεται. 
Το αμερικανικό καπιταλιστικό σύστημα έχει πραγματοποιήσει την μέγιστη τεχνικό-οικονομική ευδαιμονία της καταναλωτικής κοινωνίας, παρόλο που αυτή είναι ο βασικός στόχος του ιστορικού μαρξιστικού υλισμού. Αλλά η Σοβιετική Ρωσία δεν έχει πραγματοποιήσει τις επιδόσεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Και η κομμουνιστική Κίνα τρέχει με μεγάλα βήματα προς τον συγχρονισμό. Όλα τα έθνη της Ασίας, της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής ονειρεύονται την τεχνολογική πρόοδο. 
Η έλξη της ανθρωπότητας προς την καταναλωτική κοινωνία είναι μεγαλύτερη από τις πολιτικές ιδεολογίες και επαναστάσεις, μόνο που η κομμουνιστική επανάσταση διεγείρει την προοδευτική αντίληψη, ενώ ο καπιταλισμός την εμπορεύεται. Η βαλμένη στην υπηρεσία της πολιτικής τεχνολογία αποδεικνύεται πιο γερή από την εμπορευόμενη τεχνολογία, γι' αυτό στα τελευταία σαράντα χρόνια η ανθρωπότητα έγινε σοβιετική σ' ένα τρίτο του πληθυσμού της. 
Οι καπιταλιστικές χώρες έχουν αντιληφτεί τον κίνδυνο της διεθνούς επανάστασης και άρχισαν την τεχνική-στρατιωτική επίθεση. Έτσι έφθασαν στους δύο ατομικούς κολοσσούς της δεκαετίας του '80, οι οποίοι αποσκοπούν στην κατάκτηση όλου του κόσμου. Οι ηγέτες του σημερινού κόσμου είναι εξίσου μανιακοί από την πρόοδο, όπως και οι θεωρητικοί του προοδευτισμού. 
Ο προοδευτισμός είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Ποτέ η ανθρωπότητα δεν ήταν τόσο ομόφωνα απασχολημένη από μία αντίληψη μόνο όπως έγινε στην εποχή της τεχνολογίας. Ο νους των ανθρώπων υλοποιείται. Έχει προσηλωθεί, μορφωθεί και επιδιώκει όλες τις ενέργειες για να πραγματοποιήσει την μέγιστη, απεριόριστη και απόλυτη τεχνική ανάπτυξη. 
Ο χρυσός μόσχος, ο πανάρχαιος θεός φανερώνεται σήμερα σαν ένα πανίσχυρο εργοστάσιο εντός της ψυχής της ανθρωπότητας. Ο κόσμος προσκυνεί το μηχάνημα. Είναι μία ψευδό-θρησκεία των υλικών δογμάτων, του υλικού νοήματος και του μηδενικού τέλους. Διότι η ύλη είναι μηδέν και το πνεύμα των ανθρώπων έχει μηδενιστεί διά της θεοποίησης της ύλης. Η ύλη έχει γίνει σκοπός και όχι μέσο του πνεύματος. Η ανθρωπότητα δεν έχει πια υπερβατικότητα και η συνέπεια είναι η ψυχική ανισορροπία, η ηθική αποσύνθεση, η πολιτική τυραννία, η καταστροφή της φύσης, η αλλοτρίωση και, τελικά, ο ατομικός πόλεμος. 
Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει αναπτύξει σταδιακά το δικό του τέλος, διότι είναι ο πιο ανισόρροπος κόσμος που υπήρξε ποτέ. Η τεράστια δύναμή του και το τέλος του είναι καταστρεπτικά.
Οδεύοντας την πορεία του ειρηνικού προοδευτισμού ο κόσμος θα χαθεί διά της αισθησιοκρατίας, της αναρχίας, της τυραννίας, του μίσους, της μόλυνσης της φύσης, της κατάπτωσης των εφοδίων της φύσεως, των συγκρούσεων, της φθοράς και της αλλοτρίωσης των ανθρώπων. 
Το κράτος το όποιο έχει το μονοπώλιο των σοφιστικών όπλων, της γενετικής μηχανολογίας και της τεχνικής του ελέγχου των συνειδήσεων θα είναι πανίσχυρο και θα εξοντώσει την ανθρωπότητα. 
Κανένας δεν εγγυάται την ελευθερία των ανθρώπων σ' αυτόν τον πολιτισμό και κανένας δεν μπορεί να κυβερνήσει της τεχνολογικές δυνάμεις. Γι' αυτό η ανθρωπότητα ζει στο απόγειο της απελπισίας. 
Για να παραμένει άνθρωπος ο άνθρωπος και να είναι άρχοντας στον κόσμο ο όποιος του δόθηκε να επιβιώνει και μόνος του να τον οικοδομεί, είναι αναγκαίο το τέλος του αιώνος και η αρχή ενός νέου αιώνος.
Ιωάννου Ιανόλιδε
Νέου Ομολογητού της Πίστεως
(1985)
Ο ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Η τελευταία επιστολή του π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ *
 
Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Μαρωνείας κ.κ. Δαμασκηνόν
Πρόεδρον της Σ.Ε. επί των αιρέσεων
Ιερά Σύνοδος
 
10.1.1996
 
Σεβασμιώτατε,
Κατ’ αρχήν επιτρέψτε μου να σας ευχαριστήσω για την αγάπην και την στοργήν που δείξατε κατά το διάστημα της μακρόχρονης δοκιμασίας μου που συνεχίζεται. Σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας. Σας παρακαλώ ευχαριστήσατε τον Μακαριώτατον και την Ιεράν Σύνοδον για την αγάπην που έδειξαν τα μέλη Της για μένα.
Σήμερα, στις 10.30 θα ολοκληρώσω ένα πρώτο κύκλο εξετάσεων (υπερηχογράφημα) για να βρεθεί η αιτία τρομακτικών κρίσεων που έρχονται κατά διαστήματα. Θα εξαρτηθεί αν θα πρέπει να ξαναμπώ στο νοσοκομείο για μία επέμβαση αλλαγής σωληναρίου μεταξύ ύπατος και χωλής.
Δεν ξεθαρεύω να βγω ακόμη γιατί είμαι πολύ ευαίσθητος σε προσβολές. Η χημειοθεραπεία (θα κάνω και σήμερα) θα συνεχιστεί επί εξάμηνο.
Σ’ αυτό το διάστημα, με όσες δυνάμεις διαθέτω, ασχολούμαι με την μελέτη και την παρακολούθηση των θεμάτων του γραφείου, συνεργαζόμενος στενά με τον π. Κυριακό και με όλους τους πολύτιμους εθελοντές συνεργάτες της ΠΕΓ και, ιδιαίτερα με την Υπηρεσία Ενημερώσεως, Διαλόγου και Πολιτισμού της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Τους τελευταίους μήνες, με την ευλογία του γέροντός του και του Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας κ. Συνεσίου, έρχεται από τη Μονή Αγίου Αρσενίου Χαλκιδικής ο μοναχός π. Αρσένιος Βλιαγκόφτης, εντεταλμένος της Ιεράς Μητροπόλεως Κασσανδρείας και πρόεδρος του Πνευματικού Συμβουλίου της «Παμμακεδονικής Ενώσεως Γονέων διά την προστασίαν του Ελληνορθοδόξου Πολιτισμού, της Οικογενείας και του Ατόμου», που δημιουργήθηκε με την συνεργασία των δύο γειτονικών προς το Βουδιστικό Κέντρο του Χολομώντος Ιερών Μητροπόλεων Κασσανδρείας και Ιερισσού (εντεταλμένος π. Χρυσόστομος Μαϊδώνης), πρωτοβουλία των εντεταλμένων τους, ως όργανα ασκήσεως πολιτικής πιέσεως και δράσεως προς τα έξω.
Τα τελευταία γεγονότα της εναντίον μας πολεμικής απέδειξαν πόσο βασική είναι η ύπαρξη και η δραστηριότητα της ΠΕΓ, που δεν είναι απλώς ένας οικονομικός φορέας, αλλά ο πλέον ουσιαστικός και στενός συνεργάτης της Σ.Ε. επί των αιρέσεων και της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Διαλόγου και Πολιτισμού. Γι’ αυτό έγινε και στόχος επιθέσεων. Τον τελευταίο καιρό, όπως γνωρίζετε, άρχισε αξιοθαύμαστη δραστηριότητα και στον νομικό τομέα.
Σεβασμιώτατε, πριν φύγετε για την επαρχία Σας θα ήθελα να έχουμε μία τηλεφωνική επικοινωνία.
Αυτό που αυτή τη στιγμή με απασχολεί είναι η απρόσκοπτη συνέχιση της εργασίας μας, ανεξάρτητα από την κατάσταση της υγείας μου και ανεξάρτητα από το πρόσωπό μου.
Χαίρομαι διότι βρίσκεται και πάλι κοντά μας ο π. Αρσένιος, ο οποίος με αντικαθιστά, σε στενή συνεργασία με τον π. Κυριακό, σε όλα τα προβλήματα, τα οποία δεν μπορεί λόγω ελλείψεως χρόνου να παρακολουθήσει ο π. Κυριακός, ο οποίος εκτιμά αφάνταστα τον π. Αρσένιο και τις ικανότητές του. Στο διάστημα της εδώ παρουσίας του φιλοξενείται στο ίδρυμα της Αρχιεπισκοπής στην Αγία Παρασκευή.
Με άπειρο σεβασμό
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος


_______________
* Τέσσερις μήνες προ της κοιμήσεώς του, ο π. Αντώνιος απέστειλε προς τον τότε Πρόεδρο της Σ.Ε. επί των αιρέσεων την δημοσιευόμενη επιστολή.

Εκ του περιοδικού Διάλογος

Ο Ασκητής και ο Ληστής



Άγνωστες Ιστορίες της Ερήμου
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ
Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν και αποκάλυψιν εκ Θεου. Και ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ και να ιδώ κανένα μυστήριον».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν». Ταύτα του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας λη­στής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέ­ροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ. Διότι ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντί­δα και μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κά­μνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώ­ρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα. Όμως ευχα­ριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως».

Αποκάλυψη του Αγίου Αντωνίου για τη Μοναχική χάρη



Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε: «Παρακάλεσα τον Θεό ζητώντας να μου δείξει με ποια βοήθεια είναι προικισμένος ο Μοναχός για την καλογερική χάρη και μου έδειξε μεγάλη πύρινη λαμπάδα και πλήθος οπλισμένων Αγγέλων, οι οποίοι κυκλώνουν τον Μοναχό που προθυμοποιείται να σωθεί. Και ακούστηκε φωνή από το Άγιο Πνεύμα η οποία έλεγε στους Αγγέλους: «Σε όλη του τη ζωή να μην απομακρυνθείτε από αυτόν».

Όταν είδα τόσο μεγάλη βοήθεια, αναστέναξα και είπα στον εαυτό μου. Αλίμονο σε σένα, Αντώνιε! Πόση βοήθεια σου έστειλε ο Θεός για να σε προφυλάξει και εσύ αμελείς!

Πάλι έκανα προσευχή και είπα: «Κύριε, πώς εξαπατά ο Διάβολος και παραπλανά τον Μοναχό, όταν αυτός είναι περικυκλωμένος με τόση βοήθεια;» Και άκουσα πάλι εκείνη τη φωνή να μου λέει: «Να το ξέρεις ότι ο Διάβολος δεν έχει δύναμη να νικήσει τον Μοναχό επειδή με την ενσάρκωσή μου κομμάτιασα τη δύναμή του, αλλά ο καθένας νικιέται από την δική του αμέλεια και την ελλιπή φροντίδα».

Και εγώ είπα∙ «Κύριε, άραγε όλοι οι Μοναχοί έχουν τέτοια βοήθεια;»
      
Και μου έδειξε ο Κύριος μεγάλο πλήθος Μοναχών και καθένας από αυτούς είχε την προσωπική του βοήθεια την οποία είδα την πρώτη φορά, δηλαδή μια μεγάλη λαμπάδα πύρινη και γύρω από αυτόν μια στρατιά Αγγέλων. Όταν τα είδα αυτά είπα: Μακάριο είναι και ευτυχισμένο το γένος των χριστιανών και ιδιαίτερα μακάριοι είναι οι Μοναχοί οι οποίοι έχουν για βοήθειά τους τέτοιον Δεσπότη καλό, φιλάνθρωπο και ελεήμονα. Λοιπόν και εμείς, αδελφοί, ας φροντίζουμε χωρίς αμέλεια για την σωτηρία της ψυχής, για να αξιωθούμε την Βασιλεία των Ουρανών, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ταιριάζει κάθε δόξα μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη"

Αρπαγή νοός


                  Αρπαγή νοός - Θαυμαστόν όραμα*
Εις ένα «Πατερικόν» βιβλίον της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους ευρίσκεται γραμμένη η ακόλουθος διήγησις, την οποίαν και μεταφέρω εδώ δια ψυχικήν σας ωφέλειαν.
«Είπε κάποιος από τους αγίους Γέροντας. ότι μίαν φοράν όπου ήμουν εις το κελλίον μου, μου ήλθε λύπη, ακηδία και κακή καρδία. και επήγα προς κάποιον Γέροντα, όπου ήτον άγιος άνθρωπος, και τον εχαιρέτησα παρακαλώντας τον να μου ειπή κανένα λόγον ωφελείας, δια να στραφή η ταλαίπωρος ψυχή μου από την αμέλειαν και την ακηδίαν εκείνην όπου είχα, προς τα καλά και σωτήρια της αρετής και της αγιότητος έργα.
 Ο δε Γέρων εκείνος ο άγιος και θαυμαστός, επειδή ήτον θεοφόρος και ωδηγείτο υπό της θείας χάριτος εις το να πράττη το θέλημα του Θεού εις την ζωήν του, μου εδιηγήθηκε πολλά γλυκύτατα και σωτήρια λόγια όπου ήσαν ικανά και άξια να στηρίζουν και να οικοδομούν κάθε ψυχήν και να την προτρέπουν με φιλοτιμίαν να πορεύεται την οδόν της μετανοίας. Εστερεώθη η καρδία μου και ευχαρίστησα τον Θεόν. Κατόπιν ηρώτησα τον Γέροντα να μου ειπή περί καθαράς και ειρηνικής και αγίας προσευχής. Και αποκριθείς ο άγιος Γέρων είπεν:
     
Μίαν φοράν εις τον καιρόν της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής έτυχε και εσηκώθηκα από τον ύπνον πριν από το μεσονύκτιον. Και πρώτον μεν επροσκύνησα έως εδάφους μετά φόβου και σεβασμού και αγάπης τον υπό πάντων των ευσεβών και ορθοδόξου Χριστιανών προσκυνούμενον Θεόν. Έπειτα υψώσας τας χείρας μου και τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν προσηυχόμην επί πολλάς ώρας. Και όσον μου ήτο δυνατόν προσηυχόμην με πολλήν κατάνυξιν και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς. Και μοι εφαίνετο -καθώς είναι και η αλήθεια- ότι συνωμίλουν νοητώς και χωρίς λάλημα της φωνής μετά του αγαπητού και πολυποθουμένου μου Θεού.
Συνέβη λοιπόν τότε, εις τον καιρόν της προσευχής μου εκείνης -καθώς με εφάνη- ότι ηρπάγη ο νους μου, και ανέβη, και απέρασεν αυτόν τον φαινόμενον ουρανόν και ευρέθη μέσα εις κάποιαν πόλιν μεγάλην και πολυάνθρωπον. Το δε κάλλος της πόλεως εκείνης καθώς είναι, λογιάζω ότι δεν δύναται νους ανθρώπου να το ειπή και να το παραστήση καθώς πρέπει, πλην όσον δύναται ο νους μου και η γλώσσα μου να διηγηθώ: δια την ευμορφίαν και ευπρέπειαν όπου είχον τα τείχη της πόλεως εκείνης της ουρανίου. δια τον πολύτιμον και μεγαλοπρεπή στολισμόν όπου είχον αι θύρες της, δια την λαμπροτάτην και χρυσοειδή θεωρίαν όπου είχεν το έδαφός της, και δια όλην την άλλην θαυμαστήν σύνθεσιν και τεχνουργίαν, της οποίας τεχνίτην και δημιουργόν ελογίαζα τον Θεόν.
Ο δε πολύς και περισσός λαός και κόσμος, το πλήθος των ανθρώπων όπου ήσαν εκεί δεν είχαν μετρημόν ουδέ λογαριασμόν. Και ήσαν όλοι εστεφανωμένοι τας κεφαλάς, και εστολισμένοι με κάλλος, και με λαμπράς ενδυμασίας. Το δε είδος και η στολή ενός εκάστου δεν ήτον ομοία εις όλους, αλλ' ήτο πολλών λογιών.

Άλλων δηλαδή οι στέφανοι ήσαν ωσάν από γυαλί καθαρώτατον και λαμπροί ως κρύσταλλον. Άλλων ήσαν αργυροειδείς. άλλων χρυσοειδείς και εκ λίθων πολυτίμων. και άλλων μαργαροειδείς.

Κακόν το κρίνειν τους άλλους του αειμνήστου Δημητρίου Παναγόπουλου



Κακόν το κρίνειν τους άλλους
του αειμνήστου Δημητρίου Παναγόπουλου
Η κρίσις περί των άλλων, διά να έχη αγαθόν σκοπόν και αποτέλεσμα καλόν, δέον να γίνεται επί παρου­σία του κρινόμενου. Εν εναντία δε περιπτώσει ο σκοπός της κρίσεως, δεν είναι αγαθός και το αποτέλεσμα είναι πάντοτε επιβλαβές, και διά τον κρίνοντα και διά τον εν απουσία κατακρινόμενον. Το κρίνειν τας πράξεις τινός επί παρουσία του κρινόμενου σημαίνει διαφωτίζειν αυ­τόν και αναλόγως των προσώπων και των περιστάσεων παρατηρείν ή επιτιμάν, συνήθως μεν ιδιαιτέρως, εις ε­ξαιρετικός δε περιστάσεις παρόντων και άλλων, επί τω σκοπώ της επανορθώσεως και της βελτιώσεως των κα­κώς εχόντων. Τουναντίον δε, το κρίνειν και κατακρίνειν τον απόντα, σημαίνει κακόν χαρακτήρα, ήτοι εγωϊσμόν και εκδίκησιν κατά του κρινόμενου από μέρους του κρί­νοντος.
Οι κρίνοντες και κατακρίνοντες τους απόντας, και δικαίας κατ' αυτών κατηγορίας εάν λέγουν, επειδή «το καλόν ουκ εστί καλόν, εάν μη καλώς γένηται», βλάπτουν τους κατακρινομένους εξερεθίζοντες αυτούς διά του αντευαγγελικού των χαρακτήρος, είναι πάντοτε οπισθο­δρομικοί μη έχοντες καιρόν να καλλιεργήσουν εαυτούς, επειδή πάντοτε ασχολούνται περί την έρευναν των αλλό­τριων σφαλμάτων και την κατάκρισιν των άλλων. Ομοιάζει δε έκαστος, ούτως ενεργών, προς άνθρωπον κεκτημένον αγρόν μεγάλης εκτάσεως χρήζοντα συντόνου και σπουδαίας καλλιέργειας, αλλά μη επιχειρούντα ουδεμίαν επί του ιδίου αγρού εκκαθάρισιν, καλλιέργειαν και φυτουργίαν, επειδή απασχολείται διαρκώς με την επιθεώρησιν των διαφόρων αγρών των άλλων.
Η τοιαύτη μετά κακότητος επιπολαιότης μας πολεί σφοδρώς πάντας. Η κατάκρισις κατά των απόντων είναι σχεδόν κοινόν νόσημα, το όποιον κατά κράτος νι­α και τους θεωρούμενους και τους θέλοντας να φαίνωται κατά κόσμον ευγενείς, νικάται δε μόνον από τους σπανίως σήμερον απαντωμένους ισχυρούς χριστιανι­κούς χαρακτήρας, διότι μόνον ο Χριστός πράγματι εξευ­γενίζει τας ψυχάς και αναδεικνύει τους γενναίους και ι­σχυρούς χαρακτήρας, εξυψών τον άνθρωπον εις την απάθειαν διά της διδασκαλίας και του εσωτερικού καθαρ­μού διά των μυστηρίων της Εκκλησίας και άπαγορεύων ρητώς εις το Εύαγγέλιον επί ποινή αιωνίου κατακρίσεως πάσαν κατάκρισιν λέγων: «Μή κρίνετε, ίνα μη κριθήτε εν ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε αντιμετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. 7, 1). Πλην της καταδίκης, της κατακρίσεως, ο Κύριος διά του Ευαγγε­λικού Νόμου ενταύθα θέλει να αντικαταστήση τον αρχαίον Μωσαϊκόν Νόμον, ο οποίος κατεδίκαζεν εις θάνα­τον πολλούς εκ των αμαρτανόντων, ο δε λαός εκ σκληρότητος επεκρότει, ενώ και αυτός ήτο η εις τα ίδια ή εις άλλα επίσης θανάσιμα αμαρτήματα ένοχος. Τούτου ένε­κεν ο Κύριος, όπως τους φέρη εις συναίσθησιν των ι­δίων των αμαρτημάτων, είπε το: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω» (Ίωάν. 8, 8).
Πάντοτε ο μη τελείως κατά Χριστόν αναγεγεννημέ­νος άνθρωπος ζητεί τας εκδικήσεις φανταζόμενος εαυ­τον τέλειον, και ρέπει πάντοτε επί τα εύκολα και τα τα­πεινά. Τον χαρακτηρισμόν του τοιούτου, δηλ. του μη αναγεγεννημένου ανθρώπου, μας τον δίδουν και οι αρ­χαίοι.
Κατά γνωστόν φιλοσόφημα, αρχαίος φιλόσοφος ε­ρωτηθείς περί του τί είναι εύκολον και τί είναι δύσκολον διά τον άνθρωπον, απήντησεν, ότι δύσκολον μεν διά τον άνθρωπον είναι «το εαυτόν γνώναι», δηλονότι το να καταγίνη τις εις την αυτομελέτην και εις την γνώσιν του εαυτού του είναι δύσκολον πράγμα. Εύκολον δε είναι, εί­πε, «το άλλοις υποτίθεσθαι», ήτοι το να βλέπη, να κρίνη και να συμβουλεύη τους άλλους, αυτό είναι το διά τον άνθρωπον εύκολον πράγμα.
Ο Δημιουργός ημών και Σωτήρ της ανθρωπότητος, ο Κύριος και Θεός ημών Ιησούς Χριστός, ως σοφός και δυνατός κατ' απόλυτον έννοιαν οδηγεί ημάς επί τα δύ­σκολα και τα υψηλά. Τί εξετάζεις, λέγει, τί κάμνουν οι άλλοι, τα λάθη των άλλων; «Τί βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς; ή πώς ερείς τω αδελφώ σου, άφες εκβάλω το κάρφος από τον οφθαλμού σου, και ιδού ή δο­κός εν τω όφθαλμω σου; Υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τοτε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού του αδελφού σου».

Μή κρίνετε!



 Κρίση - Κατάκριση

Προφανώς ελαφρά η εντολή. Ελαφρά, διότι εάν με κά­ποιαν προσοχήν εξετάσωμεν το πράγμα, θα ίδωμεν ότι είναι εύκολον να αποφύγωμεν την κατάκρισιν, να προφυλάξωμεν την ψυχήν και το στόμα μας από αυτήν. Άλλωστε η κατάκρισις δεν είναι κάτι το εξ αρχής, το εκ γενετής ριζωμένον και ζυμωμένον με την ψυχήν μας. Είναι κάτι μάλλον το εξωτερικόν, όταν μάλιστα πρόκειται δια την κατάκρισιν εκείνην, που δεν γίνεται από εμπάθειαν και μίσος, αλλά από επιπολαιότητα και απροσεξίαν και από την συνήθη τάσιν να ομιλούμεν πάντοτε περί των άλλων.

Και όμως, η κατάκρισις δεν είναι μόνον ελαφρά αλλά και βαρειά αμαρτία, ευρύτατα, δυστυχώς, διαδεδομένη. Την συναντώμεν παντού. Αποτελεί μίαν μολυσμένην ατμόσφαιραν, την οποίαν συνεχώς αναπνέομεν. Είναι ένα συνηθισμένον φαινόμενον, που ημπορεί να πει κανείς ότι αποτελεί κατάστασιν πλέον δια τον άνθρωπον. «Ουδέν ούτως ηδύ τοις ανθρώποις, ως το κατακρίνειν τα αλλότρια» λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αυτή ακριβώς η ευρεία διάδοσις της κατακρίσεως κάμνει την αμαρτίαν αυτήν δυσπολέμητον και μας παρουσιάζει την θείαν εντολήν «μη κρίνετε» ως βαρείαν.

Κανείς δεν ημπορεί να αρνηθεί την θλιβεράν αυτήν πραγματι­κότητα, αλλά και κανείς ορθοφρονών δεν ημπορεί σοβαρώς να ισχυρισθεί ότι είναι δικαιολογημένος να κατακρίνει επειδή άλλοι κατακρίνουν. Αλλοίμονον, αν ως κριτήριον και κανόνα της ηθικής ημών ζωής βάλωμεν την άτακτον ζωήν των άλλων. Η ιδία η συνείδησίς μας, όσον και αν έχει επισκιασθεί από την κρατούσαν εις την κοινωνίαν μας σύγχυσιν και αταξίαν, θα διαμαρτυρηθεί και θα καταδικάσει την κατάκρισιν. Αυτή θα φωνάξη ότι κανών της ζωής μας πρέπει να είναι όχι η φωνή και η συνήθεια του κόσμου, αλλά η ιδική της φωνή, η οποία εις την τελευταίαν της ανάλυσιν είναι φωνή του Θεού. Δι' αυτό και ο κάθε άνθρωπος ευρίσκει ορθήν και δικαίαν την εντολήν του Θεού «μη κρίνετε», έστω και αν ο ίδιος παρασύρεται εις την κατάκρισιν.

       «Μη κρίνετε!» Αλήθεια, διατί να κρίνωμεν τον άλλον; Διατί να ασχολούμεθα μ' όσα λέγουν και κάμνουν οι άλλοι; Ποίος μας κατέστησεν ερευνητάς, ελεγκτάς και κριτάς της συμπεριφοράς των άλλων; Κανείς. Άλλωστε ημείς δεν αμαρτάνομεν; Εξ αντιθέτου ο λόγος του Θεού πολλές φορές και με έντονον τρόπον απαγορεύει αυτήν την κριτικήν, αυτήν την επίκρισιν των άλλων. «Μη κρίνετε», διατάσσει ο Κύριος. Διότι το δικαίωμα της κρίσεως το έχει Αυτός. Αυτός είναι ο νομοθέτης και ο κριτής. απέναντι αυτού είμεθα υπόλογοι όλοι οι άνθρωποι κρίνοντες και κρινόμενοι. Και επομένως η διάθεσις και η συνή­θεια ημών να κρίνωμεν και να επικρίνωμεν τους άλλους, είναι υφαρπαγή και σφετερισμός εξουσίας και δικαιωμάτων του Κυ­ρίου. Είναι ασέβεια απέναντι αυτού τούτου του δικαίου Κριτού.