Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Αρχική σελίδα \ Διάφορα Θέματα \ Αθεϊστικά εγκλήματα \ Χριστούγεννα στη Φυλακή Χριστούγεννα στη Φυλακή Χριστούγεννα στη Φυλακή Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα Τίργου - Όκνα - 1951 Όλος ο σοσιαλιστικός κόσμος είναι μια μεγάλη φυλακή, με κέντρο τις υψηλής έντασης φυλακές του. η διαδικασία που διεξάγεται έντονα στις φυλακές, κατόπιν σκορπίζεται σχεδόν διαλυμένη στο λαό, αλλά με συμπεράσματα εξίσου ολέθρια. Στις φυλακές βασανίζονται οι ισχυρές προσωπικότητες, που αντέχουν στην προσπάθεια αλέσματός τους, ενώ οι όχλοι εντυπωσιάζονται εύκολα από την πανίσχυρη προπαγάνδα και από τις καθημερινές απειλές αναφορικά με την οικογένεια, την υπηρεσία, την κατοικία, το μισθό και την ελευθερία, οι οποίες όλες μονοπωλούνται από το κόμμα. Δεν υπάρχει παρά μόνο η δυνατότητα να πειθαρχείς στο κόμμα, να εργάζεσαι γι’ αυτό, να εκμαυλίζεσαι όπως το ζητάει αυτό, διότι εξαρτιέσαι γενικά απ’ αυτό. Δεν έχουμε πια ιδιοκτησία, όχι για να μη μας εκμεταλλεύονται οι άλλοι, αλλά για να μας απομυζούν τα πάντα. Έχει καταργηθεί πια σ’ εμάς κάθε εξουσία, όχι για να μην τυραννούμε τους άλλους, αλλά για να μας τυραννούν οι άλλοι. Επομένως, ο λαός είναι η διακριτική ιδιοκτησία της κομμουνιστικής εξουσίας. Άρα οι λαοί μπορούν μόνο να υπακούουν, να εργάζονται, να ψεύδονται, να πολεμούν και να διαφθείρονται βαθμιαία, σύμφωνα με το σοσιαλιστικό μαρξιστικό-λενινιστικό κατεστημένο. Οι φυλακές είναι το κραταιό επιχείρημα-φόβητρο των κομμουνιστών. Έχω μάθει ότι ο θάνατος δεν είναι τελικά ο πιο μεγάλος φόβος. Η σκλαβιά που φέρνει τον εκμαυλισμό της ψυχής, είναι το βασικό κλειδί της απελπισίας, όταν το κακό γίνεται ανεπίστροφο και δυναμικότατο. Με μια τέτοια ζωντανή, πραγματική και πιεστική εμπειρία συνεχίζαμε να υπάρχουμε στις φυλακές μετά το 1950. Ήταν χειμώνας του 1951. Πάλι τα Χριστούγεννα. Ήμασταν στο θεραπευτήριο-δεσμωτήριο στο Τίργου Όκνα, ένα νέο θεραπευτήριο, προοριζόμενο να υποκρύπτει το αληθινό πρόσωπο των φυλακών. Οι εδώ φυματικοί βαστούσαν μέσα τους τις αναμνήσεις από το Πιτέστι, την Γκέρλα, το Κανάλι, από τα ορυχεία και τα φονικά στρατόπεδα. Είχαμε αρκετό φαγητό, αλλά δεν το ανέχονταν πια οι φωλιασμένες στα «σπήλαια» πληγές μας. Μας άφηναν στην αυλή του θεραπευτηρίου, αλλά περιβαλλόμασταν από δύο σειρές πολύ υψηλών τοίχων. Δεν ξυλοκοπιόμασταν πια, αλλά απειλούμασταν συνεχώς με την επιστροφή στο Πιτέστι ή στο Κανάλι. Υπήρχε μια ισχυρή σχέση μεταξύ μας, αλλά είχαμε ανάμεσά μας και πολλούς προδότες, προερχόμενους είτε από το Πιτέστι, είτε από άλλα φοβερά μέρη της τρομοκρατίας. Ήμασταν σ’ ένα θεραπευτήριο, αλλά είχαμε φάρμακα μόνο στον κατάλογο. Υπήρχε και μια γιατρίνα που μας νοσήλευε, αλλά ήμασταν εκατοντάδες ασθενείς και καθημερινά πέθαιναν ανά δύο-τρεις. Μ’ ένα φέρετρο, με το ίδιο πάντα βρόμικο φέρετρο, μεταφέρονταν όλοι οι νεκροί στο κοινό νεκροταφείο, χωρίς σταυρό ή ιερέα. Δεν επιτρεπόταν να προσευχηθείς ούτε στο θάνατο κάποιου ανθρώπου. Δεν υπήρχε δικαίωμα ούτε για ένα κερί, δικαίωμα τόσο πολύτιμο στη χριστιανική μας παράδοση. Δεν είχαμε καμία σχέση με τις οικογένειές μας, καμιά είδηση δεν είχαμε από τον κόσμο. Μαθαίναμε ανά έξι μήνες ή ακόμη ανά έτος ένα σπουδαίο πολιτικό γεγονός. Κι όμως ακόμη ελπίζαμε. Μερικοί είχαν μια παιδαριώδη πολιτική ευπιστία, ώστε περίμεναν ότι μια μέρα θα έρθουν οι Αμερικάνοι. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Δύση μας έχει εγκαταλείψει στον κομμουνισμό. Ακόμη δε μάθαμε τι είχε γίνει στη Γιάλτα και, ιδιαίτερα, πολλοί από μας δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι τα συμφωνητικά με τους σοβιετικούς θα ισχύουν και μετά το θάνατό μας. Οι ιερείς μας στραγγαλίζονταν μαζί με τους λόγιους, τους εργάτες και τους αγρότες. Ήταν δεκαπλάσιοι εργάτες στις φυλακές από εκείνους που βρίσκονταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και αυτό γινόταν σ’ ένα καθεστώς δήθεν εργατικό. Λόγω των κρατουμένων, που ανήκαν στην υψηλή κοινωνία, η ατμόσφαιρα στο δεσμωτήριο του Τίργου Όκνα ήταν πολύ υψηλής ποιότητας. Πρώτα καλλιεργούνταν μια ειλικρινής θρησκευτικότητα, με μία εντυπωσιακή και πηγαία επικοινωνία μεταξύ τους, που γινόταν κοντά και γύρω από τον Βαλέριο Γκαφένκου, έναν έξυπνο και καλοκάγαθο άνθρωπο, στον οποίο κατοικούσε ο Χριστός. Εκεί ζούσε κανείς το Χριστιανισμό στην πρωτογενή του μορφή. Βιωνόταν η νοερά προσευχή, όπως στις εποχές της παραδοσιακής παλαιάς πνευματικότητας. Οι ψυχές καθαρίζονταν μέσω της ιεράς εξομολόγησης και μέσω ειλικρινών και φιλικών εξομολογήσεων μεταξύ μας. Η αγάπη μεταξύ μας ήταν τόσο δυνατή ώστε δεν μπορούσε να την χαλάσει η πιο οδυνηρή τρομάρα στην οποία ζούσαμε. Όσο μας έσφιγγε ο κλοιός του μίσους, τόσο μας ένωσε η αγάπη μεταξύ μας. Δε χρειάζονταν ούτε λόγια διότι καταλαβαίναμε αμέσως το πνεύμα του καθενός, καλό ή κακό. Υπήρχε μεταξύ μας ένας μεγάλος συναγωνισμός αυτοθυσίας. Κανένας δεν ανήκε μόνο στον εαυτό του, αλλά στην κοινωνία. Τα πάντα ήταν κοινά και ο καθένας έδινε με χαρά και το πουκάμισο, και το ψωμί, και το φάρμακο, ακόμη και τη ζωή του. Ο ένας για τον άλλο, ο ένας για όλους και όλοι για έναν. Ήμασταν μια ψυχή, μια θέληση, ένας νους, μια ελπίδα. Ο καθένας ήταν ένας θησαυρός για όλους. Έτσι, καλλιεργούμασταν πνευματικά και ενωνόμασταν όλο και περισσότερο με τον Χριστό, τον οποίο νιώθαμε ζωντανό, παρόντα και ενεργό. Αλλά και ο αντίχριστος ήταν αιφνίδιος, θηριώδης και βασανιστικά παρών. Όταν ένας από μας ήταν σε ψυχικό κίνδυνο, και φοβισμένος μήπως πέσει, όλοι τον βοηθούσαν. Εκεί έμαθα πόσο αναγκαία ήταν όχι μόνο η προσευχή του ενός για τον άλλο, αλλά και η αγάπη, η ομολογία, ο λόγος, η ώθηση, το παράδειγμα, το θάρρος και ο κίνδυνος να σηκώνεις το βάρος του άλλου. Όλοι περνούσαμε δύσκολες σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες και αν δεν υπήρχε η στενή πνευματική μας σχέση, η ακαταπόνητη προστασία και η απόλυτη αυτοθυσία, όλοι θα πέφταμε, σ’ εκείνες τις αβάστακτες συνθήκες. Οι δυνάμεις της αντοχής μας συγκεντρώνονταν γύρω από το πρόσωπο του Βαλερίου, ο οποίος μας ενίσχυε πνευματικά. Πηγαίναμε σ’ αυτόν να πάρουμε ενίσχυση όποτε αδυνατούσαν οι ψυχές μας. Τον νιώθαμε σαν μια πηγή χάριτος που μας ένωνε με τον ουρανό και μας προφύλαγε από την κόλαση στην οποία ζούσαμε. Γύρω του κάθονταν, χωρίς εκ των προτέρων να έχει καθορισθεί η θέση τους, όλοι για να ακούσουν κάτι το πνευματικό από το στόμα του. Εκεί, τότε, άλλοι για πρώτη φορά γνώριζαν κάτι για την πίστη, άλλοι προσπαθούσαν, και άλλοι, πιο απόμακροι, έδειχναν μόνο ένα σεβασμό χωρίς υποκρισία. Αλλά κι αυτοί ανέπνεαν τον ίδιο αέρα. Οι πιο απόμακροι ήταν οι αναμορφωτές και οι προδότες, που αποτελούσαν τον πύρινο κύκλο στον οποίο καίγονταν οι ψυχές μας. Προσπάθησαν πολλές φορές και οι αναμορφωτές να δημιουργήσουν ένα κέντρο συγκέντρωσης των πνευμάτων του σκότους, αλλά δεν το κατάφεραν. Απέναντι στους κομμουνιστές και τους δεσμοφύλακες αμυνόμασταν πιο εύκολα, διότι μας διαχώριζαν οι στολές και το νομικό καταστατικό. Αυτοί ήταν οι άρχοντες, εμείς οι δούλοι. Πολύ πιο δύσκολα όμως μπορούσαμε να προφυλαχθούμε από τους αναμορφωτές, από τους οποίους, παρόλο που ζούσαμε τόσο κοντά, μέσα στους ίδιους τοίχους και ροκανισμένοι από τους ίδιους βακίλους της φυματίωσης, ήμασταν όμως ρητά, κατηγορηματικά και δραματικά χωρισμένοι. Ωστόσο, ήμασταν ευτυχείς που δεν είχαμε κρυφούς προδότες κατασκόπους. Γνωριζόμασταν πολύ καλά μεταξύ μας και ζούσαμε σε δύο ξεχωριστούς κόσμους. Ήμασταν δύο ομάδες ανθρώπων που είχαμε διαφοροποιηθεί μέσω της θωριάς, της ματιάς, των χειρονομιών, των κινήσεων και της συμπεριφοράς. Ο τύπος ενός χριστιανού ήταν ήρεμος, ήπιος, απασχολημένος με λογισμούς, που εκδηλώνονταν σε καλές πράξεις, στη διάθεση αυτοθυσίας, στη μεγάλη υπομονή, σε μια περιεκτική και βαθειά αντίληψη των πραγμάτων, ώστε η ματιά ήταν φωτεινή, τα πρόσωπα γελαστά, οι κινήσεις σοβαρές και προσεκτικές. Ήταν άνθρωποι που χαροποιούσαν και τον αέρα και κατέβαζαν τον ουρανό στη γη. Διαφορετικός απ’ αυτούς ήταν ο τύπος του σατανά. Ήταν ανήσυχος, βιαστικός, αμφίβολος, φοβισμένος, τεταμένος, άδειος εσωτερικά, πάντα κυνηγημένος από τη δική του συνείδηση, με υαλώδη ματιά, με περιφρονητικό χαμόγελο, με πονηριά στο πρόσωπο και μίσος στο λόγο. Ήταν ανειλικρινείς άνθρωποι, πάντα σε καρτέρι, εγωιστικοί, με την ύβρη στο στόμα και έτοιμοι να εκτελέσουν διαταγές για φρικιαστικά εγκλήματα. Υπήρξαν και μερικοί αναμορφωτές που κατάφεραν να διορθωθούν και δέχθηκαν με θερμότητα το χριστιανικό ήθος. Υπήρξαν και άλλοι που προσποιήθηκαν τη μετάνοια για να μας κατασκοπεύσουν, αλλά αυτοί διακρίνονταν πολύ εύκολα, διότι οι ψυχές μας ήταν τόσο πολύ ευαισθητοποιημένες, ώστε διέκριναν εύκολα τα πνεύματα. Παρόλο που οι αναμορφωτές μας τρομοκρατούσαν, τους συμπαθούσαμε και προσευχόμασταν γι’ αυτούς, διότι στους περισσότερους βλέπαμε παλαιούς φίλους, καλούς ανθρώπους, μεταμορφωμένους σε παλιανθρώπους δια της τρομάρας της μαρξιστικής-λενινιστικής «αναμόρφωσης». Αυτή η «αναμόρφωση» ήταν ένας μηχανισμός δήθεν λογικός, ο οποίος διέλυε εσωτερικά τον άνθρωπο και μετά προσπαθούσε με εκτρωματικές μεθόδους, να τον κάνει σοσιαλιστή, ενώ στην αλήθεια τον μετέτρεπε σε άγριο θηρίο. Και κανένας δεν μπορεί να γλυτώσει χωρίς ταλαιπωρίες από τη σειρά των βασανιστηρίων της υλιστικής-διαλεκτικής «αναμόρφωσης». Τα αποτελέσματα της «αναμόρφωσης» και της μαρξιστικής αγωγής είναι αποκλειστικώς εγκληματικά, θηριώδη, παρηκμασμένα, απάνθρωπα, τα οποία καθαιρούν την ίδια την ανθρώπινη φύση. Άρπαξαν από τους ανθρώπους τα υπάρχοντά τους, αλλά αυτοί έγιναν πιο εγωιστές, πιο κλέφτες, γιατί ποτέ δεν τα παραχώρησαν με τη βούλησή τους. Τους επιβλήθηκε αυτή η κατάσταση από το Κόμμα, τη δήθεν δικαιοσύνη, και την κοινωνική ισότητα, αλλά οι άνθρωποι μισούνται περισσότερο μεταξύ τους, αλληλοβασανίζονται και γίνονται σαδιστές, διότι δεν πηγάζουν από μέσα τους ούτε η αγάπη για τους συνανθρώπους τους, ούτε η καλοσύνη, ούτε η ισότητα. Ήταν αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο. Υποσχέθηκαν στους ανθρώπους τον παράδεισο εδώ στη γη, αλλά το Κόμμα τους απαγόρευσε ταυτόχρονα τον παράδεισο του ουρανού. Τους προσφέρθηκε η απόλαυση των αισθήσεων, αλλά έχασαν τη χαρά της ψυχής. Τους υποσχέθηκαν ότι όλα θα είναι καλά και όμορφα, αλλά μέσα τους δεν υπήρχε ούτε το καλό, ούτε η ομορφιά και, όταν εξαφανίστηκε και η λαχτάρα των ουρανών, ένιωσαν ότι είναι φυλακισμένοι στη γη. Και όταν δελεάστηκαν με τα σαρκικά πάθη, έγιναν θηρία και κτήνη, χωρίς ψυχές ή συνείδηση, αμαυρώνοντας τα πάντα γύρω τους. Διότι τελικά οι άνθρωποι, που δεν αγιάζονται μέσα τους, βρομίζουν τον κόσμο με ό,τι πιο κακό και ακάθαρτο έχουην στην ψυχή τους. Επομένως, όλο το… καλό που εκβιαστικά γίνεται δεκτό από τις συνειδήσεις τους, μόνο κακό και ανατρεπτικό μπορεί να είναι. Στο Τίργου Όκνα ήταν άνθρωποι που ποθούσαν να είναι του Χριστού, σαν τους αγίους. Άλλοι άνθρωποι τρομοκρατημένοι από το καθεστώς, τελικά έγιναν μαρξιστές και ήταν σαν τους δαίμονες. Δεν ήταν έντονη στο δεσμωτήριο μόνο η πνευματική ζωή, αλλά ταυτόχρονα και η διανοητική, η πολιτική και η ανθρώπινη ζωή. Σ’ εκείνες τις δύσκολες συνθήκες ο καθένας διέθετε στους άλλους ό,τι ήξερε. Ο ένας μιλούσε για την ιατρική, ο άλλος για τη φιλολογία, ο άλλος για την ιστορία, ο άλλος για την επιστήμη, ο άλλος για την πολιτική. Ακόμη και οι ταπεινές γνώσεις, όπως είναι η δουλειά των αγροτών και των βοσκών, συζητούνταν και γίνονταν κοινά αγαθά. Μαθαίναμε να σκεφτόμαστε πολιτικά, διότι κάθε πολιτική έχει τη φιλοσοφία της, τις μεθόδους της, την πνευματικότητά της και το επίπεδο της μεγάλη ανθρώπινης σημασίας της. Εμβαθύναμε στις ιδεολογίες και στις ψυχολογίες μέχρι να βρούμε το πνευματικό τους περιεχόμενο. Μελετούσαμε και τα διάφορα πολιτικά-κοινωνικά μοντέλα, μέχρι τα τελευταία τους αποτελέσματα. Έτσι μάθαμε πολιτική, χωρίς να γνωρίζουμε τα όριά της. Καταλάβαμε ότι η τελευταία ελπίδα απολύτρωσης των ανθρώπων είναι η πνευματικότητα και ότι όλα τα άλλα επίπεδα πρέπει να υποτάσσονται σ’ αυτήν. Και η πνευματικότητα σημαίνει πρώτα ελευθερία, αλλά με την αληθινή της έννοια· διότι αλλιώς η ίδια η ελευθερία ανοίγει τις πύλες της άρνησης του καλού και της διολίσθησης από πλάνη σε πλάνη, μέχρι το μεγάλο σκοτάδι της αθεΐας. Πέρα από πολιτική και φιλοσοφία, στα δεσμωτήρια της πόλεως Τίργου Όκνα διδασκόταν και η λογοτεχνία, ιδιαίτερα η ποίηση, καθώς και η μουσική. Επίσης, μαθαίνονταν απέξω τα Ευαγγέλια, οι Χαιρετισμοί και χιλιάδες άλλοι στίχοι. Έμαθαν οι κρατούμενοι ξένες γλώσσες και μερικοί έγιναν πραγματικά γλωσσομαθείς. Μάθαιναν τις λέξεις προφορικά ή συχνά με σημειώματα σε σαπούνι, στη ζώνη ή σ’ ένα μπουκαλάκι φαρμάκων σκεπασμένο με λιπαρά και με ταλκ-πούδρα. Γράφονταν οι λέξεις με μια ακίδα σύρματος ή με ένα λεπτό ξύλο σαν σουβλί. Έγιναν ακόμη και συστηματικά μαθήματα, στο τέλος των οποίων οι φοιτητές κρατούμενοι ήταν έτοιμοι να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβαν ποτέ εκείνη την ευτυχισμένη μέρα. Γίνονταν φιλοσοφικές και επιστημονικές εισηγήσεις μεγάλης διανοητικής αξίας. Απλοί άνθρωποι ανέπτυσσαν ευχερώς εκλεκτικές ιδέες και θεωρίες, θαμπώνοντας συχνά με την ικανότητά τους για σύνθεση ακόμη και τους πιο σπουδαίους λογίους. Όλα αυτά, και πολλά όμοια, εμπλούτισαν τις ψυχές και τις σκέψεις των εκεί κρατουμένων. Εκεί οι άνθρωποι δε διαχωρίζονταν σε πολιτικά κόμματα, ούτε σε κοινωνικές τάξεις ή σε υπηκοότητες. Εκεί ανώτατη αξία ήταν ο άγιος άνθρωπος, η αγία ζωή, το αγιασμένο πνεύμα. Οι αξίες ιεραρχούνταν μόνες τους, όπως και οι άνθρωποι, που δεν είχαν στη φυλακή πια τα μέσα για να κρύψουν τα κουσούρια τους. Ήμασταν φυλακισμένοι εκεί, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης, τρομοκρατημένοι, άρρωστοι και απομονωμένοι. Πολλοί ήταν ανάπηροι και καθηλωμένοι στο κρεβάτι. Αυτοί μεταφέρονταν στα δωμάτια του ισογείου, ενώ εμείς, από τον πρώτο και το δεύτερο όροφο, οι πιο υγιείς, είχαμε διοργανώσει ένα πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας γι’ αυτούς. Η αφοσίωση της διακονίας μας ήταν ολική, μέχρι τα όρια της αντοχής μας. Με αγάπη υπηρετούσαμε τους φυματικόυς, και οι φυματικοί απαντούσαν με ίδια αγάπη, με ευγνωμοσύνη και αισθητικότητα. Τους βαρύτερα από μας ασθενείς τους ταΐζαμε, τους πλέναμε, τους ξεβρομίζαμε, δηλαδή τους εξυπηρετούσαμε σε όλες τις ανάγκες τους. Ο χοντρός, υπόκωφος, ξερός βήχας τους αντιβούιζε συνεχώς και συνοδευόταν με το περίεργο κελάηδημα των κουκουβαγιών. Οι αιμοπτύσεις είχαν γοργή εξέλιξη και εξαντλούσαν τους ασθενείς, αλλά και τους ερασιτέχνες νοσοκόμους. Είχαμε μάθει πόσο καιρό ακόμη έχει να ζήσει ο καθένας, από την όψη, την οσμή, τη γενική κατάστασή του, πέρα από τις ιατρικές διαγνώσεις. Τα δωμάτια 3 και 4 ήταν οι νεκροθάλαμοι. Εδώ πέθαναν οι περισσότεροι από μας. Εδώ τους υπηρετούσαμε μέρα νύχτα. Και επειδή ήμουν από τους σχεδόν έγκρίτους κρατουμένους, τη νύχτα των Χριστουγέννων ήθελα να υπηρετώ στο δωμάτιο 4. Ήταν ένας ατάραχος χειμώνας, με χιόνια, αλλά χωρίς παγωνιά. Οι γύρω λόφοι είχαν ασπρίσει. Οι καμπάνες της κοντινής Σκήτης μας ανήγγειλαν τις προσευχές των μοναχών και ενωνόμασταν μαζί μ’ αυτούς και με όλη τη χριστιανική κοινωνία σε μια μυστική προσευχή. Σκεπάζονταν, ωστόσο, οι σιωπηλές αέρινες προσευχές μας, απ’ αυτούς τους βλάσφημους ανθρώπους που καταριόνταν και ύβριζαν τους κρατουμένους, που ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτές οι προσευχές μας έφθαναν στους ουρανούς και τους κατέβαζαν στη γη, και πιστεύω ότι ο Θεός θα ελεήσει αυτόν τον κόσμο και γι’ αυτές τις μεγάλες και πιστές ψυχές από το (δεσμωτήριο) του Τίργου Όκνα. Στο δωμάτιο 4 ήταν τότε τοποθετημένοι, μεταξύ των άλλων, και ο αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Ίσκου, δίπλα του ένας Εβραίος και πρώην σοβιετικός, τώρα σιωνιστής και, τέλος, ο Ιωάννης, ο φίλος μου από το Πιτέστι, που ήταν βαρειά άρρωστος. Στη δεξιά πλευρά του δωματίου, σ’ ένα κρεβάτι ήταν ο Βαλέριος, ο πιο αγαπημένος μου αδελφός. Ο Ιωάννης και ο πατήρ Γεράσιμος ήταν ετοιμοθάνατοι. Ο Βαλέριος είχε ξαποστάσει λίγο και, μετά από την κανονική βραδινή προσευχή, τώρα συγκεντρωνόταν για να συνθέσει κάποια ποιήματα. Επίσης, ήθελε αυτή τη νύχτα να αφιερώσει ιδιαίτερα κάλαντα για το Τίργου Όκνα. Πλησίασα απλά τον πατέρα Γεράσιμο, που καθόταν με τα μάτια κλειστά. Ήταν αδύνατος σαν ένα φάντασμα. Ήταν στο Κανάλι, όπου εργαζόταν 16 ώρες σε διαχειριστικό πρόγραμμα. Είχε μεταφερθεί εκεί στην ειδική ταξιαρχία για ιερείς, με γρήγορο κανονισμό αφανισμού. Στο Κανάλι ο πατήρ Γεράσιμος ενεθάρρυνε πολύ τους φίλους του, βοηθούσε πολλούς στη δουλειά και ήταν στη διάθεση όλων για ορθόδοξες Ακολουθίες. Εξασκούσε τη νοερά προσευχή και είχε πνευματικά εφόδια, που τον κρατούσαν ακέραιο παρ’ όλες τις βρομιές. Οι προδότες όμως τον πρόδωσαν πάρα πολλές φορές ότι εξομολογούσε και κοινωνούσε άλλους κρατουμένους. Οπότε τον χτύπησαν άγρια, τον απομόνωσαν, του επέβαλαν αναγκαστική πείνα και τον τρομοκράτησαν. Όμως το πνεύμα του δε βλάφτηκε. Ο αγιασμένος ασκητής αρρώστησε από φυματίωση, έπεσε στο κρεβάτι και, σχεδόν ετοιμοθάνατος, μεταφέρθηκε στο Τίργου Όκνα, να πεθάνει… ανθρωπιστικά. Η παρουσία του στο θεραπευτήριο ήταν αποκαλυπτική της τέχνης που διέθετε για να μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να τους ενθαρρύνει. Ήταν πολύ έμπειρος εξομολόγος. Προσφερόταν με χαρά στους φυλακισμένους που τον ζητούσαν, παρόλο που ο ίδιος υπέφερε από τους πόνους του. Έδινε ακόμη οδηγίες για ησυχαστική ζωή, όχι μόνο από αυτά που είχε διαβάσει, αλλά και από την πλούσια μυστική εμπειρία του. Με δέος, λοιπόν, τον πλησίασα, για να δω πώς πάει. Με αντιλήφθηκε και άνοιξε τα μεγάλα, μελανά και βαθειά του μάτια: – Ήρθες; …χαίρομαι. Ήμουν μακριά, σε μέρη με πρασινάδες, με ψαλμωδίες και ευωδίες, μέσα στο φως του Θεού. Εκεί είναι θαυμάσια. Είναι ειρήνη. Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια τι είναι εκεί. Είναι τόση ευτυχία, ώστε ακόμη και η χαρά της όψης σου φαίνεται σαν θλίψη. Θα φύγω σύντομα, μπορεί και τώρα, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Και αυτό είναι ένα δώρο του Θεού. Δεν ξέρω πώς να Τον ευχαριστήσω… Δεν ξέρω πώς να κάνω τους ανθρώπους να ζουν τον Θεό, την απόλυτη χαρά. Έχω τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, συμμετέχω ήδη σ’ αυτήν. Δεν με φοβίζει ούτε η Κρίση, διότι πάω με ταπεινή σκέψη και με ελπίδα μόνο στο έλεος και στην Χάρη του Κυρίου… Τα πνεύματα του σκότους τώρα κυβερνούν τους ανθρώπους, αλλά να μην φοβάστε. Ο Χριστός είναι κοντά. Και ο κόσμος χρειάζεται πολλή θλίψη, για να συνέλθει… Οι εχθροί νομίζουν ότι έχουμε νικηθεί, αλλά αρνούνται την ενέργεια του Θεού στην ιστορία και δεν γνωρίζουν τα θελήματά Του… Σταμάτησε λίγο, ανάπνευσε βαθειά, μετά συνέχισε: – Εδώ κάποτε θα γίνονται προσκυνήματα… Σήμερα είμαστε λίγοι, αλλά ακόμη υπάρχει πίστη στον κόσμο και ο κόσμος θα λυτρωθεί. Αυτό τώρα φαίνεται απίστευτο, αλλά υπάρχει μια θεϊκή παιδαγωγική και αυτή θα αναγεννήσει την ανθρωπότητα. Λοιπόν, να είστε ευλογημένοι! Γνώρισα εδώ ανθρώπους μπροστά στους οποίους ο νους μου ταπεινώνεται. Πες στον Βαλέριο να προσεύχεται για μένα. Να προσευχηθείτε κι εσείς! Είμαι ευτυχής που έφτασα σ’ αυτή την ώρα…. Μιλούσε αργά, αλλά με μεγάλη δύναμη, ώστε ήμουν βαθειά εντυπωσιασμένος. Έκλεισε πάλι τα μάτια και αποτραβήχτηκε στην πόρτα της αιώνιας ζωής. Τη συνομιλία μου με τον πατέρα Γεράσιμο την είχε ακούσει συγκινημένος ο Εβραίος Ιάκωβος, που ήταν στο διπλανό κρεβάτι. Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του. – Έχεις πυρετό; τον ρώτησα. – Όχι, μου απάντησε. Αισθάνομαι καλά… εδώ είναι ένας κόσμος που δεν έχω σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχει. Πάντως είναι ένας τελείως αντίθετος κόσμος σε σύγκριση μ’ εκείνον που έχω εγώ. Είναι συνταρακτικό για μένα να σμίξω πνευματικά στη χριστιανική ατμόσφαιρα που την απώθησα με εμπάθεια σ’ όλη τη ζωή μου, πρώτον μέσω του υλισμού και δεύτερον, διά του σιωνισμού. Η νύχτα των Χριστουγέννων, η οποία πάντα προκαλούσε λαχτάρα στην ψυχή μου, σήμερα με πλημμυρίζει διά της θεϊκής της πραγματικότητας. Διότι αυτά που γίνονται εδώ δεν είναι ανθρώπινες και φυσικές ενέργειες, αλλά θεϊκές. Το λέει αυτό ένας υλιστής, ένας άθεος κι ένας Εβραίος!... Και η ομολογία μου δεν είναι μια φάρσα. Μπροστά στο θάνατο ο άνθρωπος γίνεται ειλικρινής και έχει τη δυνατότητα να δει την αλήθεια. Μάλλον σε ξαφνιάζει αυτή η ομολογία, αλλά αυτή γεννήθηκε μέσα μου σιγά σιγά, πέρα από τη θέλησή μου. Είναι μια απαραίτητη αναγνώριση της πραγματικότητας. Ο αληθινός Θεός είναι ο Χριστός! Λέγοντας αυτά τα λόγια, έκλαιγε. Ήταν βαθειά συγκινημένος. Προσπαθούσα να τον καταλάβω, να συμμετάσχω στη δραματική στιγμή που ζούσε. Σιώπησε για ένα διάστημα. Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι, κρατώντας το χέρι του στα χέρια μου. Προσευχόμουν από την καρδιά μου. Τι περισσότερο θα μπορούσα να κάνω; Ήξερα καλά ότι δεν μπορώ να καταλάβω τον ψυχικό συναισθηματισμό του, διότι εγώ γεννήθηκα χριστιανός και έχω ζήσει χριστιανικά, ενώ αυτός ήταν Εβραίος, έγινε κομμουνιστής και τώρα σιωνιστής. Μια τέτοια ψυχή περνάει μέσα από οδυνηρούς τραυματισμούς κάθε φορά που κάνει μια καινούρια ανακάλυψη στα πνευματικά. Και η τωρινή χριστιανική ομολογία του ήταν μια κατηγορηματική και ανεπίστρεπτη αναστροφή ολοκλήρου του παρελθόντος. – Σ’ ευχαριστώ που με αφουγκράστηκες, μου είπε μετά από ένα διάστημα. Μπορεί σύντομα να είμαστε αδέλφια εν Χριστώ! – Να σε βοηθήσει ο Θεός! του είπα συγκινημένος, και σηκώθηκα να πάω στον Ιωάννη. Ο Ιωάννης ανέπνεε γρήγορα και είχε πυρετό. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και εξουθενωμένο. Η φύση όμως διατηρούσε ακόμη μια ζωτική ισορροπία μέσα του. ήξερα ότι ο θάνατος ήταν κοντά. Το ήξερε και ο ίδιος. – Σήμερα εξομολογήθηκα και ετοιμάσθηκα για αναχώρηση, μου είπε. Λυπάμαι, όμως, που πεθαίνω και δε βλέπω τη λύτρωση της Χώρας…. Σταμάτησε για να ξεκουραστεί. Ανέπνεε δύσκολα. Σε λίγο συμπλήρωσε: – Μόνο η πίστη στον Θεό μού παρέμεινε. Μάλλον τουλάχιστο τώρα, σ’ αυτή την ιστορική στενότητα, ο κόσμος θα καταλάβει τι είναι όντως η πίστη στον Θεό!... Τώρα για μένα είναι αργά… Σβήνω… Συχνά έχω την εντύπωση ότι γίνεται σκοτάδι, μετά ξεσπάει ένα εκθαμβωτικό φως. Από την πόρτα του θανάτου τα μυστήρια της ζωής φαίνονται πιο κοντά. Κρίμα που δεν τα είδα έτσι σ’ όλη τη ζωή μου! Ο αδελφός μου, ο πολεμιστής, ήταν ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος άνθρωπος από μένα, ένας οραματιστής! – Ησύχασε! του είπα. Είσαι καταβεβλημένος. – Έτσι ήταν γραμμένο, να πεθάνω στα χέρια σου, συνέχισε. Σε αγάπησα και σε θαύμασα πολύ. Ο Θεός να σε βοηθήσει! – Αδελφέ, του απάντησα, σου οφείλω αμέτρητα. Ήσουν πιο ανδρείος από μένα. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε ανταμείψει για την αγάπη που έδειξες στη ζωή σου, αγάπη για μένα, για τους άλλους. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ! Ύστερα από μια μεγάλη σιωπή, μου είπε: – Σε παρακαλώ, πες στον Ιάκωβο να με συγχωρέσει. Είχα συχνές παρεξηγήσεις μαζί του. Με νευρίαζαν οι κομμουνιστικές και εβραϊκές του εκδηλώσεις. Το είπα στον Ιάκωβο. Εκείνος σηκώθηκε και ήρθε δίπλα στον Ιωάννη. – Είμαι αναστατωμένος, του λέει, που θέλεις να ζητήσεις συγγνώμη από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει σε λάθος δρόμο. Από υπερηφάνεια πήρα λάθος δρόμο; Μάλλον είναι η ανικανότητά μου να γνωρίσω την αλήθεια. Αυτό το ψέμα, που ακολούθησα, με ξεσήκωσε σ’ όλη τη ζωή μου εναντίον του Ιησού, αλλά σήμερα ανακαλύπτω την πραγματικότητά του. Μόνο ο σατανάς μπορεί να εμφυσά τόσα ψέματα και μίσος εναντίον της αλήθειας. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το οδυνηρό δράμα που ζω αυτές τις στιγμές. Εγώ αντιστάθηκα στην αλήθεια και εσύ μου είπες την αλήθεια και ποτέ δεν ήσουνα κακός μαζί μου. Εγώ σε μίσησα, αλλά εσύ με αγαπούσες· εγώ ήμουνα στην πλάνη, εσύ στην αλήθεια. Εγώ, άρα, πρέπει να συγχωρεθώ από σένα, όπως ο Παύλος συγχωρέθηκε από τον Χριστό. Νομίζω ότι κι εγώ θα είμαι χριστιανός. Ποθώ να γίνω χριστιανός, αλλά ακόμη δεν κυβερνώ τη δική μου ψυχή. Σας παρακαλώ να είστε ανεξίκακοι μαζί μου! Ο Ιωάννης έκλαιγε. Του έδωσε το χέρι του και τον παρηγόρησε. – Ο Θεός να σε βοηθήσει! Η ομολογία σου μού ανοίγει πορείες φωτός και ελπίδας για τον κόσμο, που τον εγκαταλείπω σε τέτοιες άθλιες συνθήκες. Θαυμάσια είναι τα θελήματα του Κυρίου! Ο Ιάκωβος έφυγε. Ο Ιωάννης μου ζήτησε να πάω στον πατέρα Γεράσιμο για να έχει την άνεση να του δώσει την τελευταία ευλογία. Όλα ηρέμησαν κι εγώ πλησίασα τον Βαλέριο. Καθόταν με την πλάτη στην άκρη του κρεβατιού, με το κεφάλι σκυφτό στο στήθος του, αλλά είχα την εντύπωση ότι με κοιτάει. Τα γαλανά του μάτια ανοίχθηκαν πελώρια, φωτεινά, και μ’ αγκάλιασε με τη ζεστασιά τους. Χαμογέλασε ευτυχής και είπε: – Τι καλά είναι να σε νιώθω δίπλα μου! Σε λίγο θα τελειώσω μια ωραία ψαλμωδία για το Τίργου Όκνα. – Κάτσε ήρεμος, του είπα, και κάθισα σε μια καρέκλα για να αποκοιμηθώ. Αυτός, όμως, μου είπε: Εσύ θα είσαι ο πρώτος που θα ακούσει τα κάλαντά μου. Να σου πω τους στίχους…. (Αναφέρουμε εδώ μόνο δύο ιδέες απ’ αυτούς τους στίχους: ότι ο Κύριος έκανε τις καρδιές των κρατουμένων φάτνη για την Γέννησή Του και ότι σήμερα τα Χριστούγεννα μετακόμισαν από το ουράνιο παλάτι του Κυρίου στη φυλακή, εκεί που ο ίδιος ο Κύριος είναι φυλακισμένος, μαζί με τους πιστούς δούλους Του). Με κοίταξε λίγο και μετά πρόσθεσε: – Αυτά τα κάλαντα τα αφιερώνω στον πατέρα Γεράσιμο. Αυτός είναι το παιδί για το οποίο μιλάνε οι τελευταίοι στίχοι. Ο Βαλέριος ήταν ειρηνικός, ήρεμος και χαρούμενος. Τον ευχαρίστησα για τα κάλαντα. Μου χαμογέλασε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Ήταν τόση η ησυχία, ώστε άκουγα το αγκομαχητό των ασθενών, και τους χτύπους της καρδιάς μου. Σ’ εκείνη τη δόλια ανάμειξη φυλακής και φυματίωσης υπήρχε μια αναμφίβολη ψυχική δόνηση, ώστε όλα φαίνονταν απόκοσμα, θαυμάσια. Ο χρόνος περνούσε γαλήνια. Ο νους δελεαζόταν από ορίζοντες φώτων. Ήμασταν έγκλειστοι, αλλά με τις ψυχές εκτός φυλακής· ήμασταν άρρωστοι σωματικά, αλλά γεροί πνευματικά· ήμασταν ετοιμοθάνατοι, αλλά ο θάνατος καταπινόταν από τη ζωή. Η προσευχή γινόταν μαζί με τους αγγέλους και νιώθαμε γύρω μας τους καλανδιστές (ψάλτες των καλάνδων). Εκείνο το βράδυ είχα περίεργες εντάσεις κοινωνίας με τον Θεό. Ήμουν νηφάλιος και ζούσα στην πραγματικότητα, αλλά η ύλη για μένα ήταν πνεύμα και το πνεύμα ήταν ύλη. Καμμιά αντίθεση δε με διατάρασσε. Κάθε τόσο πλησίαζα τον Ιωάννη και τον πατέρα Γεράσιμο, που έσβηναν ήρεμα, όλο και πιο ζωντανοί, εφ’ όσον πλησίαζαν το θάνατο. Ο Ιάκωβος δεν κοιμόταν. Τον είδα με τα μάτια ανοιχτά, αλλά δε μου είπε τίποτε. Αργά τη νύχτα, πριν τα ξημερώματα, κατάλαβα ότι πρέπει να έχω κοντά μου το κερί και το σπίρτο, απαγορευμένα με αυστηρότητα, αλλά τα κρατούσα κρυμμένα σ’ ένα στρώμα και τα χρησιμοποιούσα τα βράδια, μόνο για δύο τρία λεπτά, όταν κάποιος από μας έφευγε από τη ζωή. Πρώτος πέθανε ο Ιωάννης, σαν ένα παιδί. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Η τελευταία του ματιά ήταν πονεμένη και γεμάτη αγάπη. Μάλλον ήταν μέσα της η προσευχή και η λάμψη της ελπίδας. Μόλις τελείωσα με τον Ιωάννη, πήγα στον πατέρα Γεράσιμο. Άνοιξε ξανά τα βαθειά του μάτια, βαθουλωμένα στις κόγχες. – Να σας δω ακόμη μια φορά, παιδιά μου, αγαπητοί μου, αδελφοί μου, πατέρες μου! μόλις μπόρεσε και είπε. Μετά έβηξε και, τελικά, πρόσθεσε: – Φεύγω! Ο Θεός να σας ευλογήσει! Ανάσανε βαθειά, τεντώθηκε λίγο και ξεψύχησε. Του έκλεισα τα μάτια. Έχω κλείσει τα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων, και ήξερα καλύτερα πώς πέθανε ο καθένας παρά πώς ζούσε. Νομίζω ότι η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής είναι πιο χαρακτηριστική για την περιγραφή των ανθρώπων παρά η ίδια η ζωή. Παρόλο που εκείνη τη νύχτα ήταν πολύ δύσκολη και δεν είχα ξεκουραστεί καθόλου, δεν ένιωθα καμιά κούραση, δεν ένιωθα να πενθώ. Η πραγματικότητα της ζωής περικλείεται μέσα στην πραγματικότητα της αθανασίας. Το σώμα μου φαινόταν αέρινο. Ο χρόνος ήταν διαπλατυσμένος. Δεν καταλάβαινα πώς περνούσε. Τους ένιωθα εξίσου παρόντες τους ζωντανούς και τους πεθαμένους. Μια απροσμέτρητη ειρήνη είχε στρωθεί μέσα μου. Σ’ εκείνη την ψυχική κατάσταση έκανα την προετοιμασία για την ταφή των δύο. Κάθε τόσο κοιτούσα τον Βαλέριο. Ήταν πρόσχαρος, ευτυχής μέσα του, με τα μάτια κλειστά, με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος. Ούτε αυτός δεν μπόρεσε να ξεκουραστεί εκείνη τη νύχτα. Μετά, που τελείωσα την προετοιμασία, με κάλεσε με τα μάτια του και μου είπε: – Τα κάλαντα είναι τελειωμένα. Μάλλον αυτοί οι στίχοι θ’ αποτελούν και τη διαθήκη μου…. Η ησυχία σκέπασε ξανά το δωμάτιο για ένα διάστημα. Η προσευχή, σαν μια ουράνια σκάλα, κατέβαζε αγγέλους από τους ουρανούς στη γη. Οι ουρανοί ήταν εδώ, οι ουρανοί ήταν παντού. Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα Εκδόσεις: Ορθόδοξος Κυψέλη Αγοράστε online το βιβλίο Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω: Ρουμάνοι Νεομάρτρες 20ου αι. - Μνημείο Aiud Ρουμανίας Ρουμάνοι Νεομάρτρες 20ου αι. - Μνημείο Aiud Ρουμανίας




Χριστούγεννα στη Φυλακή


Χριστούγεννα στη Φυλακή
Τίργου - Όκνα - 1951

Όλος ο σοσιαλιστικός κόσμος είναι μια μεγάλη φυλακή, με κέντρο τις υψηλής έντασης φυλακές του. η διαδικασία που διεξάγεται έντονα στις φυλακές, κατόπιν σκορπίζεται σχεδόν διαλυμένη στο λαό, αλλά με συμπεράσματα εξίσου ολέθρια. Στις φυλακές βασανίζονται οι ισχυρές προσωπικότητες, που αντέχουν στην προσπάθεια αλέσματός τους, ενώ οι όχλοι εντυπωσιάζονται εύκολα από την πανίσχυρη προπαγάνδα και από τις καθημερινές απειλές αναφορικά με την οικογένεια, την υπηρεσία, την κατοικία, το μισθό και την ελευθερία, οι οποίες όλες μονοπωλούνται από το κόμμα. Δεν υπάρχει παρά μόνο η δυνατότητα να πειθαρχείς στο κόμμα, να εργάζεσαι γι’ αυτό, να εκμαυλίζεσαι όπως το ζητάει αυτό, διότι εξαρτιέσαι γενικά απ’ αυτό.
Δεν έχουμε πια ιδιοκτησία, όχι για να μη μας εκμεταλλεύονται οι άλλοι, αλλά για να μας απομυζούν τα πάντα. Έχει καταργηθεί πια σ’ εμάς κάθε εξουσία, όχι για να μην τυραννούμε τους άλλους, αλλά για να μας τυραννούν οι άλλοι. Επομένως, ο λαός είναι η διακριτική ιδιοκτησία της κομμουνιστικής εξουσίας. Άρα οι λαοί μπορούν μόνο να υπακούουν, να εργάζονται, να ψεύδονται, να πολεμούν και να διαφθείρονται βαθμιαία, σύμφωνα με το σοσιαλιστικό μαρξιστικό-λενινιστικό κατεστημένο.
Οι φυλακές είναι το κραταιό επιχείρημα-φόβητρο των κομμουνιστών. Έχω μάθει ότι ο θάνατος δεν είναι τελικά ο πιο μεγάλος φόβος. Η σκλαβιά που φέρνει τον εκμαυλισμό της ψυχής, είναι το βασικό κλειδί της απελπισίας, όταν το κακό γίνεται ανεπίστροφο και δυναμικότατο. Με μια τέτοια ζωντανή, πραγματική και πιεστική εμπειρία συνεχίζαμε να υπάρχουμε στις φυλακές μετά το 1950.
Ήταν χειμώνας του 1951. Πάλι τα Χριστούγεννα. Ήμασταν στο θεραπευτήριο-δεσμωτήριο στο Τίργου Όκνα, ένα νέο θεραπευτήριο, προοριζόμενο να υποκρύπτει το αληθινό πρόσωπο των φυλακών. Οι εδώ φυματικοί βαστούσαν μέσα τους τις αναμνήσεις από το Πιτέστι, την Γκέρλα, το Κανάλι, από τα ορυχεία και τα φονικά στρατόπεδα.
Είχαμε αρκετό φαγητό, αλλά δεν το ανέχονταν πια οι φωλιασμένες στα «σπήλαια» πληγές μας. Μας άφηναν στην αυλή του θεραπευτηρίου, αλλά περιβαλλόμασταν από δύο σειρές πολύ υψηλών τοίχων. Δεν ξυλοκοπιόμασταν πια, αλλά απειλούμασταν συνεχώς με την επιστροφή στο Πιτέστι ή στο Κανάλι. Υπήρχε μια ισχυρή σχέση μεταξύ μας, αλλά είχαμε ανάμεσά μας και πολλούς προδότες, προερχόμενους είτε από το Πιτέστι, είτε από άλλα φοβερά μέρη της τρομοκρατίας.
Ήμασταν σ’ ένα θεραπευτήριο, αλλά είχαμε φάρμακα μόνο στον κατάλογο. Υπήρχε και μια γιατρίνα που μας νοσήλευε, αλλά ήμασταν εκατοντάδες ασθενείς και καθημερινά πέθαιναν ανά δύο-τρεις. Μ’ ένα φέρετρο, με το ίδιο πάντα βρόμικο φέρετρο, μεταφέρονταν όλοι οι νεκροί στο κοινό νεκροταφείο, χωρίς σταυρό ή ιερέα. Δεν επιτρεπόταν να προσευχηθείς ούτε στο θάνατο κάποιου ανθρώπου. Δεν υπήρχε δικαίωμα ούτε για ένα κερί, δικαίωμα τόσο πολύτιμο στη χριστιανική μας παράδοση. Δεν είχαμε καμία σχέση με τις οικογένειές μας, καμιά είδηση δεν είχαμε από τον κόσμο. Μαθαίναμε ανά έξι μήνες ή ακόμη ανά έτος ένα σπουδαίο πολιτικό γεγονός.
Κι όμως ακόμη ελπίζαμε. Μερικοί είχαν μια παιδαριώδη πολιτική ευπιστία, ώστε περίμεναν ότι μια μέρα θα έρθουν οι Αμερικάνοι. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Δύση μας έχει εγκαταλείψει στον κομμουνισμό. Ακόμη δε μάθαμε τι είχε γίνει στη Γιάλτα και, ιδιαίτερα, πολλοί από μας δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι τα συμφωνητικά με τους σοβιετικούς θα ισχύουν και μετά το θάνατό μας. Οι ιερείς μας στραγγαλίζονταν μαζί με τους λόγιους, τους εργάτες και τους αγρότες. Ήταν δεκαπλάσιοι εργάτες στις φυλακές από εκείνους που βρίσκονταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και αυτό γινόταν σ’ ένα καθεστώς δήθεν εργατικό.
Λόγω των κρατουμένων, που ανήκαν στην υψηλή κοινωνία, η ατμόσφαιρα στο δεσμωτήριο του Τίργου Όκνα ήταν πολύ υψηλής ποιότητας. Πρώτα καλλιεργούνταν μια ειλικρινής θρησκευτικότητα, με μία εντυπωσιακή και πηγαία επικοινωνία μεταξύ τους, που γινόταν κοντά και γύρω από τον Βαλέριο Γκαφένκου, έναν έξυπνο και καλοκάγαθο άνθρωπο, στον οποίο κατοικούσε ο Χριστός. Εκεί ζούσε κανείς το Χριστιανισμό στην πρωτογενή του μορφή. Βιωνόταν η νοερά προσευχή, όπως στις εποχές της παραδοσιακής παλαιάς πνευματικότητας. Οι ψυχές καθαρίζονταν μέσω της ιεράς εξομολόγησης και μέσω ειλικρινών και φιλικών εξομολογήσεων μεταξύ μας. Η αγάπη μεταξύ μας ήταν τόσο δυνατή ώστε δεν μπορούσε να την χαλάσει η πιο οδυνηρή τρομάρα στην οποία ζούσαμε. Όσο μας έσφιγγε ο κλοιός του μίσους, τόσο μας ένωσε η αγάπη μεταξύ μας. Δε χρειάζονταν ούτε λόγια διότι καταλαβαίναμε αμέσως το πνεύμα του καθενός, καλό ή κακό.
Υπήρχε μεταξύ μας ένας μεγάλος συναγωνισμός αυτοθυσίας. Κανένας δεν ανήκε μόνο στον εαυτό του, αλλά στην κοινωνία. Τα πάντα ήταν κοινά και ο καθένας έδινε με χαρά και το πουκάμισο, και το ψωμί, και το φάρμακο, ακόμη και τη ζωή του. Ο ένας για τον άλλο, ο ένας για όλους και όλοι για έναν. Ήμασταν μια ψυχή, μια θέληση, ένας νους, μια ελπίδα. Ο καθένας ήταν ένας θησαυρός για όλους. Έτσι, καλλιεργούμασταν πνευματικά και ενωνόμασταν όλο και περισσότερο με τον Χριστό, τον οποίο νιώθαμε ζωντανό, παρόντα και ενεργό. Αλλά και ο αντίχριστος ήταν αιφνίδιος, θηριώδης και βασανιστικά παρών.
Όταν ένας από μας ήταν σε ψυχικό κίνδυνο, και φοβισμένος μήπως πέσει, όλοι τον βοηθούσαν. Εκεί έμαθα πόσο αναγκαία ήταν όχι μόνο η προσευχή του ενός για τον άλλο, αλλά και η αγάπη, η ομολογία, ο λόγος, η ώθηση, το παράδειγμα, το θάρρος και ο κίνδυνος να σηκώνεις το βάρος του άλλου. Όλοι περνούσαμε δύσκολες σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες και αν δεν υπήρχε η στενή πνευματική μας σχέση, η ακαταπόνητη προστασία και η απόλυτη αυτοθυσία, όλοι θα πέφταμε, σ’ εκείνες τις αβάστακτες συνθήκες.
Οι δυνάμεις της αντοχής μας συγκεντρώνονταν γύρω από το πρόσωπο του Βαλερίου, ο οποίος μας ενίσχυε πνευματικά. Πηγαίναμε σ’ αυτόν να πάρουμε ενίσχυση όποτε αδυνατούσαν οι ψυχές μας. Τον νιώθαμε σαν μια πηγή χάριτος που μας ένωνε με τον ουρανό και μας προφύλαγε από την κόλαση στην οποία ζούσαμε. Γύρω του κάθονταν, χωρίς εκ των προτέρων να έχει καθορισθεί η θέση τους, όλοι για να ακούσουν κάτι το πνευματικό από το στόμα του. Εκεί, τότε, άλλοι για πρώτη φορά γνώριζαν κάτι για την πίστη, άλλοι προσπαθούσαν, και άλλοι, πιο απόμακροι, έδειχναν μόνο ένα σεβασμό χωρίς υποκρισία. Αλλά κι αυτοί ανέπνεαν τον ίδιο αέρα. Οι πιο απόμακροι ήταν οι αναμορφωτές και οι προδότες, που αποτελούσαν τον πύρινο κύκλο στον οποίο καίγονταν οι ψυχές μας.
Προσπάθησαν πολλές φορές και οι αναμορφωτές να δημιουργήσουν ένα κέντρο συγκέντρωσης των πνευμάτων του σκότους, αλλά δεν το κατάφεραν. Απέναντι στους κομμουνιστές και τους δεσμοφύλακες αμυνόμασταν πιο εύκολα, διότι μας διαχώριζαν οι στολές και το νομικό καταστατικό. Αυτοί ήταν οι άρχοντες, εμείς οι δούλοι. Πολύ πιο δύσκολα όμως μπορούσαμε να προφυλαχθούμε από τους αναμορφωτές, από τους οποίους, παρόλο που ζούσαμε τόσο κοντά, μέσα στους ίδιους τοίχους και ροκανισμένοι από τους ίδιους βακίλους της φυματίωσης, ήμασταν όμως ρητά, κατηγορηματικά και δραματικά χωρισμένοι. Ωστόσο, ήμασταν ευτυχείς που δεν είχαμε κρυφούς προδότες κατασκόπους. Γνωριζόμασταν πολύ καλά μεταξύ μας και ζούσαμε σε δύο ξεχωριστούς κόσμους. Ήμασταν δύο ομάδες ανθρώπων που είχαμε διαφοροποιηθεί μέσω της θωριάς, της ματιάς, των χειρονομιών, των κινήσεων και της συμπεριφοράς.
Ο τύπος ενός χριστιανού ήταν ήρεμος, ήπιος, απασχολημένος με λογισμούς, που εκδηλώνονταν σε καλές πράξεις, στη διάθεση αυτοθυσίας, στη μεγάλη υπομονή, σε μια περιεκτική και βαθειά αντίληψη των πραγμάτων, ώστε η ματιά ήταν φωτεινή, τα πρόσωπα γελαστά, οι κινήσεις σοβαρές και προσεκτικές. Ήταν άνθρωποι που χαροποιούσαν και τον αέρα και κατέβαζαν τον ουρανό στη γη.
Διαφορετικός απ’ αυτούς ήταν ο τύπος του σατανά. Ήταν ανήσυχος, βιαστικός, αμφίβολος, φοβισμένος, τεταμένος, άδειος εσωτερικά, πάντα κυνηγημένος από τη δική του συνείδηση, με υαλώδη ματιά, με περιφρονητικό χαμόγελο, με πονηριά στο πρόσωπο και μίσος στο λόγο. Ήταν ανειλικρινείς άνθρωποι, πάντα σε καρτέρι, εγωιστικοί, με την ύβρη στο στόμα και έτοιμοι να εκτελέσουν διαταγές για φρικιαστικά εγκλήματα.
Υπήρξαν και μερικοί αναμορφωτές που κατάφεραν να διορθωθούν και δέχθηκαν με θερμότητα το χριστιανικό ήθος. Υπήρξαν και άλλοι που προσποιήθηκαν τη μετάνοια για να μας κατασκοπεύσουν, αλλά αυτοί διακρίνονταν πολύ εύκολα, διότι οι ψυχές μας ήταν τόσο πολύ ευαισθητοποιημένες, ώστε διέκριναν εύκολα τα πνεύματα.
Παρόλο που οι αναμορφωτές μας τρομοκρατούσαν, τους συμπαθούσαμε και προσευχόμασταν γι’ αυτούς, διότι στους περισσότερους βλέπαμε παλαιούς φίλους, καλούς ανθρώπους, μεταμορφωμένους σε παλιανθρώπους δια της τρομάρας της μαρξιστικής-λενινιστικής «αναμόρφωσης». Αυτή η «αναμόρφωση» ήταν ένας μηχανισμός δήθεν λογικός, ο οποίος διέλυε εσωτερικά τον άνθρωπο και μετά προσπαθούσε με εκτρωματικές μεθόδους, να τον κάνει σοσιαλιστή, ενώ στην αλήθεια τον μετέτρεπε σε άγριο θηρίο. Και κανένας δεν μπορεί να γλυτώσει χωρίς ταλαιπωρίες από τη σειρά των βασανιστηρίων της υλιστικής-διαλεκτικής «αναμόρφωσης».
Τα αποτελέσματα της «αναμόρφωσης» και της μαρξιστικής αγωγής είναι αποκλειστικώς εγκληματικά, θηριώδη, παρηκμασμένα, απάνθρωπα, τα οποία καθαιρούν την ίδια την ανθρώπινη φύση. Άρπαξαν από τους ανθρώπους τα υπάρχοντά τους, αλλά αυτοί έγιναν πιο εγωιστές, πιο κλέφτες, γιατί ποτέ δεν τα παραχώρησαν με τη βούλησή τους. Τους επιβλήθηκε αυτή η κατάσταση από το Κόμμα, τη δήθεν δικαιοσύνη, και την κοινωνική ισότητα, αλλά οι άνθρωποι μισούνται περισσότερο μεταξύ τους, αλληλοβασανίζονται και γίνονται σαδιστές, διότι δεν πηγάζουν από μέσα τους ούτε η αγάπη για τους συνανθρώπους τους, ούτε η καλοσύνη, ούτε η ισότητα. Ήταν αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο.
Υποσχέθηκαν στους ανθρώπους τον παράδεισο εδώ στη γη, αλλά το Κόμμα τους απαγόρευσε ταυτόχρονα τον παράδεισο του ουρανού. Τους προσφέρθηκε η απόλαυση των αισθήσεων, αλλά έχασαν τη χαρά της ψυχής. Τους υποσχέθηκαν ότι όλα θα είναι καλά και όμορφα, αλλά μέσα τους δεν υπήρχε ούτε το καλό, ούτε η ομορφιά και, όταν εξαφανίστηκε και η λαχτάρα των ουρανών, ένιωσαν ότι είναι φυλακισμένοι στη γη. Και όταν δελεάστηκαν με τα σαρκικά πάθη, έγιναν θηρία και κτήνη, χωρίς ψυχές ή συνείδηση, αμαυρώνοντας τα πάντα γύρω τους. Διότι τελικά οι άνθρωποι, που δεν αγιάζονται μέσα τους, βρομίζουν τον κόσμο με ό,τι πιο κακό και ακάθαρτο έχουην στην ψυχή τους. Επομένως, όλο το… καλό που εκβιαστικά γίνεται δεκτό από τις συνειδήσεις τους, μόνο κακό και ανατρεπτικό μπορεί να είναι.
Στο Τίργου Όκνα ήταν άνθρωποι που ποθούσαν να είναι του Χριστού, σαν τους αγίους. Άλλοι άνθρωποι τρομοκρατημένοι από το καθεστώς, τελικά έγιναν μαρξιστές και ήταν σαν τους δαίμονες.
Δεν ήταν έντονη στο δεσμωτήριο μόνο η πνευματική ζωή, αλλά ταυτόχρονα και η διανοητική, η πολιτική και η ανθρώπινη ζωή. Σ’ εκείνες τις δύσκολες συνθήκες ο καθένας διέθετε στους άλλους ό,τι ήξερε. Ο ένας μιλούσε για την ιατρική, ο άλλος για τη φιλολογία, ο άλλος για την ιστορία, ο άλλος για την επιστήμη, ο άλλος για την πολιτική. Ακόμη και οι ταπεινές γνώσεις, όπως είναι η δουλειά των αγροτών και των βοσκών, συζητούνταν και γίνονταν κοινά αγαθά.
Μαθαίναμε να σκεφτόμαστε πολιτικά, διότι κάθε πολιτική έχει τη φιλοσοφία της, τις μεθόδους της, την πνευματικότητά της και το επίπεδο της μεγάλη ανθρώπινης σημασίας της. Εμβαθύναμε στις ιδεολογίες και στις ψυχολογίες μέχρι να βρούμε το πνευματικό τους περιεχόμενο. Μελετούσαμε και τα διάφορα πολιτικά-κοινωνικά μοντέλα, μέχρι τα τελευταία τους αποτελέσματα.
Έτσι μάθαμε πολιτική, χωρίς να γνωρίζουμε τα όριά της. Καταλάβαμε ότι η τελευταία ελπίδα απολύτρωσης των ανθρώπων είναι η πνευματικότητα και ότι όλα τα άλλα επίπεδα πρέπει να υποτάσσονται σ’ αυτήν. Και η πνευματικότητα σημαίνει πρώτα ελευθερία, αλλά με την αληθινή της έννοια· διότι αλλιώς η ίδια η ελευθερία ανοίγει τις πύλες της άρνησης του καλού και της διολίσθησης από πλάνη σε πλάνη, μέχρι το μεγάλο σκοτάδι της αθεΐας.
Πέρα από πολιτική και φιλοσοφία, στα δεσμωτήρια της πόλεως Τίργου Όκνα διδασκόταν και η λογοτεχνία, ιδιαίτερα η ποίηση, καθώς και η μουσική. Επίσης, μαθαίνονταν απέξω τα Ευαγγέλια, οι Χαιρετισμοί και χιλιάδες άλλοι στίχοι. Έμαθαν οι κρατούμενοι ξένες γλώσσες και μερικοί έγιναν πραγματικά γλωσσομαθείς. Μάθαιναν τις λέξεις προφορικά ή συχνά με σημειώματα σε σαπούνι, στη ζώνη ή σ’ ένα μπουκαλάκι φαρμάκων σκεπασμένο με λιπαρά και με ταλκ-πούδρα. Γράφονταν οι λέξεις με μια ακίδα σύρματος ή με ένα λεπτό ξύλο σαν σουβλί.
Έγιναν ακόμη και συστηματικά μαθήματα, στο τέλος των οποίων  οι φοιτητές κρατούμενοι ήταν έτοιμοι να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβαν ποτέ εκείνη την ευτυχισμένη μέρα. Γίνονταν φιλοσοφικές και επιστημονικές εισηγήσεις μεγάλης διανοητικής αξίας. Απλοί άνθρωποι ανέπτυσσαν ευχερώς εκλεκτικές ιδέες και θεωρίες, θαμπώνοντας συχνά με την ικανότητά τους για σύνθεση ακόμη και τους πιο σπουδαίους λογίους.
Όλα αυτά, και πολλά όμοια, εμπλούτισαν τις ψυχές και τις σκέψεις των εκεί κρατουμένων. Εκεί οι άνθρωποι δε διαχωρίζονταν σε πολιτικά κόμματα, ούτε σε κοινωνικές τάξεις ή σε υπηκοότητες. Εκεί ανώτατη αξία ήταν ο άγιος άνθρωπος, η αγία ζωή, το αγιασμένο πνεύμα. Οι αξίες ιεραρχούνταν μόνες τους, όπως και οι άνθρωποι, που δεν είχαν στη φυλακή πια τα μέσα για να κρύψουν τα κουσούρια τους.
Ήμασταν φυλακισμένοι εκεί, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης, τρομοκρατημένοι, άρρωστοι και απομονωμένοι. Πολλοί ήταν ανάπηροι και καθηλωμένοι στο κρεβάτι. Αυτοί μεταφέρονταν στα δωμάτια του ισογείου, ενώ εμείς, από τον πρώτο και το δεύτερο όροφο, οι πιο υγιείς, είχαμε διοργανώσει ένα πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας γι’ αυτούς. Η αφοσίωση της διακονίας μας ήταν ολική, μέχρι τα όρια της αντοχής μας. Με αγάπη υπηρετούσαμε τους φυματικόυς, και οι φυματικοί απαντούσαν με ίδια αγάπη, με ευγνωμοσύνη και αισθητικότητα.
Τους βαρύτερα από μας ασθενείς τους ταΐζαμε, τους πλέναμε, τους ξεβρομίζαμε, δηλαδή τους εξυπηρετούσαμε σε όλες τις ανάγκες τους. Ο χοντρός, υπόκωφος, ξερός βήχας τους αντιβούιζε συνεχώς και συνοδευόταν με το περίεργο κελάηδημα των κουκουβαγιών. Οι αιμοπτύσεις είχαν γοργή εξέλιξη και εξαντλούσαν τους ασθενείς, αλλά και τους ερασιτέχνες νοσοκόμους. Είχαμε μάθει πόσο καιρό ακόμη έχει να ζήσει ο καθένας, από την όψη, την οσμή, τη γενική κατάστασή του, πέρα από τις ιατρικές διαγνώσεις.
Τα δωμάτια 3 και 4 ήταν οι νεκροθάλαμοι. Εδώ πέθαναν οι περισσότεροι από μας. Εδώ τους υπηρετούσαμε μέρα νύχτα. Και επειδή ήμουν από τους σχεδόν έγκρίτους κρατουμένους, τη νύχτα των Χριστουγέννων ήθελα να υπηρετώ στο δωμάτιο 4.
Ήταν ένας ατάραχος χειμώνας, με χιόνια, αλλά χωρίς παγωνιά. Οι γύρω λόφοι είχαν ασπρίσει. Οι καμπάνες της κοντινής Σκήτης μας ανήγγειλαν τις προσευχές των μοναχών και ενωνόμασταν μαζί μ’ αυτούς και με όλη τη χριστιανική κοινωνία σε μια μυστική προσευχή. Σκεπάζονταν, ωστόσο, οι σιωπηλές αέρινες προσευχές μας, απ’ αυτούς τους βλάσφημους ανθρώπους που καταριόνταν και ύβριζαν τους κρατουμένους, που ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτές οι προσευχές μας έφθαναν στους ουρανούς και τους κατέβαζαν στη γη, και πιστεύω ότι ο Θεός θα ελεήσει αυτόν τον κόσμο και γι’ αυτές τις μεγάλες και πιστές ψυχές από το (δεσμωτήριο) του Τίργου Όκνα.
Στο δωμάτιο 4 ήταν τότε τοποθετημένοι, μεταξύ των άλλων, και ο αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Ίσκου, δίπλα του ένας Εβραίος και πρώην σοβιετικός, τώρα σιωνιστής και, τέλος, ο Ιωάννης, ο φίλος μου από το Πιτέστι, που ήταν βαρειά άρρωστος. Στη δεξιά πλευρά του δωματίου, σ’ ένα κρεβάτι ήταν ο Βαλέριος, ο πιο αγαπημένος μου αδελφός.
Ο Ιωάννης και ο πατήρ Γεράσιμος ήταν ετοιμοθάνατοι. Ο Βαλέριος είχε ξαποστάσει λίγο και, μετά από την κανονική βραδινή προσευχή, τώρα συγκεντρωνόταν για να συνθέσει κάποια ποιήματα. Επίσης, ήθελε αυτή τη νύχτα να αφιερώσει ιδιαίτερα κάλαντα για το Τίργου Όκνα.
Πλησίασα απλά τον πατέρα Γεράσιμο, που καθόταν με τα μάτια κλειστά. Ήταν αδύνατος σαν ένα φάντασμα. Ήταν στο Κανάλι, όπου εργαζόταν 16 ώρες σε διαχειριστικό πρόγραμμα. Είχε μεταφερθεί εκεί στην ειδική ταξιαρχία για ιερείς, με γρήγορο κανονισμό αφανισμού. Στο Κανάλι ο πατήρ Γεράσιμος ενεθάρρυνε πολύ τους φίλους του, βοηθούσε πολλούς στη δουλειά και ήταν στη διάθεση όλων για ορθόδοξες Ακολουθίες. Εξασκούσε τη νοερά προσευχή και είχε πνευματικά εφόδια, που τον κρατούσαν ακέραιο παρ’ όλες τις βρομιές.
Οι προδότες όμως τον πρόδωσαν πάρα πολλές φορές ότι εξομολογούσε και κοινωνούσε άλλους κρατουμένους. Οπότε τον χτύπησαν άγρια, τον απομόνωσαν, του επέβαλαν αναγκαστική πείνα και τον τρομοκράτησαν. Όμως το πνεύμα του δε βλάφτηκε. Ο αγιασμένος ασκητής αρρώστησε από φυματίωση, έπεσε στο κρεβάτι και, σχεδόν ετοιμοθάνατος, μεταφέρθηκε στο Τίργου Όκνα, να πεθάνει… ανθρωπιστικά.
Η παρουσία του στο θεραπευτήριο ήταν αποκαλυπτική της τέχνης που διέθετε για να μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να τους ενθαρρύνει. Ήταν πολύ έμπειρος εξομολόγος. Προσφερόταν με χαρά στους φυλακισμένους που τον ζητούσαν, παρόλο που ο ίδιος υπέφερε από τους πόνους του.
Έδινε ακόμη οδηγίες για ησυχαστική ζωή, όχι μόνο από αυτά που είχε διαβάσει, αλλά και από την πλούσια μυστική εμπειρία του.
Με δέος, λοιπόν, τον πλησίασα, για να δω πώς πάει. Με αντιλήφθηκε και άνοιξε τα μεγάλα, μελανά και βαθειά του μάτια:
– Ήρθες; …χαίρομαι. Ήμουν μακριά, σε μέρη με πρασινάδες, με ψαλμωδίες και ευωδίες, μέσα στο φως του Θεού. Εκεί είναι θαυμάσια. Είναι ειρήνη. Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια τι είναι εκεί. Είναι τόση ευτυχία, ώστε ακόμη και η χαρά της όψης σου φαίνεται σαν θλίψη. Θα φύγω σύντομα, μπορεί και τώρα, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Και αυτό είναι ένα δώρο του Θεού. Δεν ξέρω πώς να Τον ευχαριστήσω… Δεν ξέρω πώς να κάνω τους ανθρώπους να ζουν τον Θεό, την απόλυτη χαρά.
Έχω τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, συμμετέχω ήδη σ’ αυτήν. Δεν με φοβίζει ούτε η Κρίση, διότι πάω με ταπεινή σκέψη και με ελπίδα μόνο στο έλεος και στην Χάρη του Κυρίου… Τα πνεύματα του σκότους τώρα κυβερνούν τους ανθρώπους, αλλά να μην φοβάστε. Ο Χριστός είναι κοντά. Και ο κόσμος χρειάζεται πολλή θλίψη, για να συνέλθει… Οι εχθροί νομίζουν ότι έχουμε νικηθεί, αλλά αρνούνται την ενέργεια του Θεού στην ιστορία και δεν γνωρίζουν τα θελήματά Του…
Σταμάτησε λίγο, ανάπνευσε βαθειά, μετά συνέχισε:
– Εδώ κάποτε θα γίνονται προσκυνήματα… Σήμερα είμαστε λίγοι, αλλά ακόμη υπάρχει πίστη στον κόσμο και ο κόσμος θα λυτρωθεί. Αυτό τώρα φαίνεται απίστευτο, αλλά υπάρχει μια θεϊκή παιδαγωγική και αυτή θα αναγεννήσει την ανθρωπότητα. Λοιπόν, να είστε ευλογημένοι! Γνώρισα εδώ ανθρώπους μπροστά στους οποίους ο νους μου ταπεινώνεται. Πες στον Βαλέριο να προσεύχεται για μένα. Να προσευχηθείτε κι εσείς! Είμαι ευτυχής που έφτασα σ’ αυτή την ώρα….
Μιλούσε αργά, αλλά με μεγάλη δύναμη, ώστε ήμουν βαθειά εντυπωσιασμένος. Έκλεισε πάλι τα μάτια και αποτραβήχτηκε στην πόρτα της αιώνιας ζωής. Τη συνομιλία μου με τον πατέρα Γεράσιμο την είχε ακούσει συγκινημένος ο Εβραίος Ιάκωβος, που ήταν στο διπλανό κρεβάτι. Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του.
– Έχεις πυρετό; τον ρώτησα.
– Όχι, μου απάντησε. Αισθάνομαι καλά… εδώ είναι ένας κόσμος που δεν έχω σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχει. Πάντως είναι ένας τελείως αντίθετος κόσμος σε σύγκριση μ’ εκείνον που έχω εγώ. Είναι συνταρακτικό για μένα να σμίξω πνευματικά στη χριστιανική ατμόσφαιρα που την απώθησα με εμπάθεια σ’ όλη τη ζωή μου, πρώτον μέσω του υλισμού και δεύτερον, διά του σιωνισμού. Η νύχτα των Χριστουγέννων, η οποία πάντα προκαλούσε λαχτάρα στην ψυχή μου, σήμερα με πλημμυρίζει διά της θεϊκής της πραγματικότητας. Διότι αυτά που γίνονται εδώ δεν είναι ανθρώπινες και φυσικές ενέργειες, αλλά θεϊκές. Το λέει αυτό ένας υλιστής, ένας άθεος κι ένας Εβραίος!... Και η ομολογία μου δεν είναι μια φάρσα. Μπροστά στο θάνατο ο άνθρωπος γίνεται ειλικρινής και έχει τη δυνατότητα να δει την αλήθεια. Μάλλον σε ξαφνιάζει αυτή η ομολογία, αλλά αυτή γεννήθηκε μέσα μου σιγά σιγά, πέρα από τη θέλησή μου. Είναι μια απαραίτητη αναγνώριση της πραγματικότητας. Ο αληθινός Θεός είναι ο Χριστός!
Λέγοντας αυτά τα λόγια, έκλαιγε. Ήταν βαθειά συγκινημένος. Προσπαθούσα να τον καταλάβω, να συμμετάσχω στη δραματική στιγμή που ζούσε. Σιώπησε για ένα διάστημα. Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι, κρατώντας το χέρι του στα χέρια μου. Προσευχόμουν από την καρδιά μου. Τι περισσότερο θα μπορούσα να κάνω;
Ήξερα καλά ότι δεν μπορώ να καταλάβω τον ψυχικό συναισθηματισμό του, διότι εγώ γεννήθηκα χριστιανός και έχω ζήσει χριστιανικά, ενώ αυτός ήταν Εβραίος, έγινε κομμουνιστής και τώρα σιωνιστής. Μια τέτοια ψυχή περνάει μέσα από οδυνηρούς τραυματισμούς κάθε φορά που κάνει μια καινούρια ανακάλυψη στα πνευματικά. Και η τωρινή χριστιανική ομολογία του ήταν μια κατηγορηματική και ανεπίστρεπτη αναστροφή ολοκλήρου του παρελθόντος.

– Σ’ ευχαριστώ που με αφουγκράστηκες, μου είπε μετά από ένα διάστημα. Μπορεί σύντομα να είμαστε αδέλφια εν Χριστώ!
– Να σε βοηθήσει ο Θεός! του είπα συγκινημένος, και σηκώθηκα να πάω στον Ιωάννη.
Ο Ιωάννης ανέπνεε γρήγορα και είχε πυρετό. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και εξουθενωμένο. Η φύση όμως διατηρούσε ακόμη μια ζωτική ισορροπία μέσα του. ήξερα ότι ο θάνατος ήταν κοντά. Το ήξερε και ο ίδιος.
– Σήμερα εξομολογήθηκα και ετοιμάσθηκα για αναχώρηση, μου είπε. Λυπάμαι, όμως, που πεθαίνω και δε βλέπω τη λύτρωση της Χώρας….
Σταμάτησε για να ξεκουραστεί. Ανέπνεε δύσκολα. Σε λίγο συμπλήρωσε:

– Μόνο η πίστη στον Θεό μού παρέμεινε. Μάλλον τουλάχιστο τώρα, σ’ αυτή την ιστορική στενότητα, ο κόσμος θα καταλάβει τι είναι όντως η πίστη στον Θεό!... Τώρα για μένα είναι αργά… Σβήνω… Συχνά έχω την εντύπωση ότι γίνεται σκοτάδι, μετά ξεσπάει ένα εκθαμβωτικό φως. Από την πόρτα του θανάτου τα μυστήρια της ζωής φαίνονται πιο κοντά. Κρίμα που δεν τα είδα έτσι σ’ όλη τη ζωή μου! Ο αδελφός μου, ο πολεμιστής, ήταν ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος άνθρωπος από μένα, ένας οραματιστής!
– Ησύχασε! του είπα. Είσαι καταβεβλημένος.
– Έτσι ήταν γραμμένο, να πεθάνω στα χέρια σου, συνέχισε. Σε αγάπησα και σε θαύμασα πολύ. Ο Θεός να σε βοηθήσει!
– Αδελφέ, του απάντησα, σου οφείλω αμέτρητα. Ήσουν πιο ανδρείος από μένα. Μόνο ο Θεός μπορεί να σε ανταμείψει για την αγάπη που έδειξες στη ζωή σου, αγάπη για μένα, για τους άλλους. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ!
Ύστερα από μια μεγάλη σιωπή, μου είπε:
– Σε παρακαλώ, πες στον Ιάκωβο να με συγχωρέσει. Είχα συχνές παρεξηγήσεις μαζί του. Με νευρίαζαν οι κομμουνιστικές και εβραϊκές του εκδηλώσεις.
Το είπα στον Ιάκωβο. Εκείνος σηκώθηκε και ήρθε δίπλα στον Ιωάννη.
– Είμαι αναστατωμένος, του λέει, που θέλεις να ζητήσεις συγγνώμη από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει σε λάθος δρόμο. Από υπερηφάνεια πήρα λάθος δρόμο; Μάλλον είναι η ανικανότητά μου να γνωρίσω την αλήθεια. Αυτό το ψέμα, που ακολούθησα, με ξεσήκωσε σ’ όλη τη ζωή μου εναντίον του Ιησού, αλλά σήμερα ανακαλύπτω την πραγματικότητά του. Μόνο ο σατανάς μπορεί να εμφυσά τόσα ψέματα και μίσος εναντίον της αλήθειας. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το οδυνηρό δράμα που ζω αυτές τις στιγμές. Εγώ αντιστάθηκα στην αλήθεια και εσύ μου είπες την αλήθεια και ποτέ δεν ήσουνα κακός μαζί μου. Εγώ σε μίσησα, αλλά εσύ με αγαπούσες· εγώ ήμουνα στην πλάνη, εσύ στην αλήθεια. Εγώ, άρα, πρέπει να συγχωρεθώ από σένα, όπως ο Παύλος συγχωρέθηκε από τον Χριστό. Νομίζω ότι κι εγώ θα είμαι χριστιανός. Ποθώ να γίνω χριστιανός, αλλά ακόμη δεν κυβερνώ τη δική μου ψυχή. Σας παρακαλώ να είστε ανεξίκακοι μαζί μου!
Ο Ιωάννης έκλαιγε. Του έδωσε το χέρι του και τον παρηγόρησε.
– Ο Θεός να σε βοηθήσει! Η ομολογία σου μού ανοίγει πορείες φωτός και ελπίδας για τον κόσμο, που τον εγκαταλείπω σε τέτοιες άθλιες συνθήκες. Θαυμάσια είναι τα θελήματα του Κυρίου!
Ο Ιάκωβος έφυγε. Ο Ιωάννης μου ζήτησε να πάω στον πατέρα Γεράσιμο για να έχει την άνεση να του δώσει την τελευταία ευλογία.
Όλα ηρέμησαν κι εγώ πλησίασα τον Βαλέριο. Καθόταν με την πλάτη στην άκρη του κρεβατιού, με το κεφάλι σκυφτό στο στήθος του, αλλά είχα την εντύπωση ότι με κοιτάει. Τα γαλανά του μάτια ανοίχθηκαν πελώρια, φωτεινά, και μ’ αγκάλιασε με τη ζεστασιά τους. Χαμογέλασε ευτυχής και είπε:

– Τι καλά είναι να σε νιώθω δίπλα μου! Σε λίγο θα τελειώσω μια ωραία ψαλμωδία για το Τίργου Όκνα.
– Κάτσε ήρεμος, του είπα, και κάθισα σε μια καρέκλα για να αποκοιμηθώ.
Αυτός, όμως, μου είπε:
Εσύ θα είσαι ο πρώτος που θα ακούσει τα κάλαντά μου. Να σου πω τους στίχους….

(Αναφέρουμε εδώ μόνο δύο ιδέες απ’ αυτούς τους στίχους: ότι ο Κύριος έκανε τις καρδιές των κρατουμένων φάτνη για την Γέννησή Του και ότι σήμερα τα Χριστούγεννα μετακόμισαν από το ουράνιο παλάτι του Κυρίου στη φυλακή, εκεί που ο ίδιος ο Κύριος είναι φυλακισμένος, μαζί με τους πιστούς δούλους Του).
Με κοίταξε λίγο και μετά πρόσθεσε:
– Αυτά τα κάλαντα τα αφιερώνω στον πατέρα Γεράσιμο. Αυτός είναι το παιδί για το οποίο μιλάνε οι τελευταίοι στίχοι.
Ο Βαλέριος ήταν ειρηνικός, ήρεμος και χαρούμενος. Τον ευχαρίστησα για τα κάλαντα. Μου χαμογέλασε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του.
Ήταν τόση η ησυχία, ώστε άκουγα το αγκομαχητό των ασθενών, και τους χτύπους της καρδιάς μου. Σ’ εκείνη τη δόλια ανάμειξη φυλακής και φυματίωσης υπήρχε μια αναμφίβολη ψυχική δόνηση, ώστε όλα φαίνονταν απόκοσμα, θαυμάσια. Ο χρόνος περνούσε γαλήνια. Ο νους δελεαζόταν από ορίζοντες φώτων.
Ήμασταν έγκλειστοι, αλλά με τις ψυχές εκτός φυλακής· ήμασταν άρρωστοι σωματικά, αλλά γεροί πνευματικά· ήμασταν ετοιμοθάνατοι, αλλά ο θάνατος καταπινόταν από τη ζωή. Η προσευχή γινόταν μαζί με τους αγγέλους και νιώθαμε γύρω μας τους καλανδιστές (ψάλτες των καλάνδων). Εκείνο το βράδυ είχα περίεργες εντάσεις κοινωνίας με τον Θεό. Ήμουν νηφάλιος και ζούσα στην πραγματικότητα, αλλά η ύλη για μένα ήταν πνεύμα και το πνεύμα ήταν ύλη. Καμμιά αντίθεση δε με διατάρασσε.
Κάθε τόσο πλησίαζα τον Ιωάννη και τον πατέρα Γεράσιμο, που έσβηναν ήρεμα, όλο και πιο ζωντανοί, εφ’ όσον πλησίαζαν το θάνατο. Ο Ιάκωβος δεν κοιμόταν. Τον είδα με τα μάτια ανοιχτά, αλλά δε μου είπε τίποτε.
Αργά τη νύχτα, πριν τα ξημερώματα, κατάλαβα ότι πρέπει να έχω κοντά μου το κερί και το σπίρτο, απαγορευμένα με αυστηρότητα, αλλά τα κρατούσα κρυμμένα σ’ ένα στρώμα και τα χρησιμοποιούσα τα βράδια, μόνο για δύο τρία λεπτά, όταν κάποιος από μας έφευγε από τη ζωή.
Πρώτος πέθανε ο Ιωάννης, σαν ένα παιδί. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Η τελευταία του ματιά ήταν πονεμένη και γεμάτη αγάπη. Μάλλον ήταν μέσα της η προσευχή και η λάμψη της ελπίδας.
Μόλις τελείωσα με τον Ιωάννη, πήγα στον πατέρα Γεράσιμο. Άνοιξε ξανά τα βαθειά του μάτια, βαθουλωμένα στις κόγχες.

– Να σας δω ακόμη μια φορά, παιδιά μου, αγαπητοί μου, αδελφοί μου, πατέρες μου! μόλις μπόρεσε και είπε.
Μετά έβηξε και, τελικά, πρόσθεσε:

– Φεύγω! Ο Θεός να σας ευλογήσει!
Ανάσανε βαθειά, τεντώθηκε λίγο και ξεψύχησε. Του έκλεισα τα μάτια.
Έχω κλείσει τα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων, και ήξερα καλύτερα πώς πέθανε ο καθένας παρά πώς ζούσε. Νομίζω ότι η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής είναι πιο χαρακτηριστική για την περιγραφή των ανθρώπων παρά η ίδια η ζωή.
Παρόλο που εκείνη τη νύχτα ήταν πολύ δύσκολη και δεν είχα ξεκουραστεί καθόλου, δεν ένιωθα καμιά κούραση, δεν ένιωθα να πενθώ. Η πραγματικότητα της ζωής περικλείεται μέσα στην πραγματικότητα της αθανασίας. Το σώμα μου φαινόταν αέρινο. Ο χρόνος ήταν διαπλατυσμένος. Δεν καταλάβαινα πώς περνούσε. Τους ένιωθα εξίσου παρόντες τους ζωντανούς και τους πεθαμένους. Μια απροσμέτρητη ειρήνη είχε στρωθεί μέσα μου. Σ’ εκείνη την ψυχική κατάσταση έκανα την προετοιμασία για την ταφή των δύο.
Κάθε τόσο κοιτούσα τον Βαλέριο. Ήταν πρόσχαρος, ευτυχής μέσα του, με τα μάτια κλειστά, με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος. Ούτε αυτός δεν μπόρεσε να ξεκουραστεί εκείνη τη νύχτα. Μετά, που τελείωσα την προετοιμασία, με κάλεσε με τα μάτια του και μου είπε:
– Τα κάλαντα είναι τελειωμένα. Μάλλον αυτοί οι στίχοι θ’ αποτελούν και τη διαθήκη μου….
Η ησυχία σκέπασε ξανά το δωμάτιο για ένα διάστημα. Η προσευχή, σαν μια ουράνια σκάλα, κατέβαζε αγγέλους από τους ουρανούς στη γη. Οι ουρανοί ήταν εδώ, οι ουρανοί ήταν παντού.
Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα
Εκδόσεις: Ορθόδοξος Κυψέλη



Ο πατήρ Ανδρέας Κονάνος έχει προσφέρει πάρα πολλά σε όλους εμάς που αγαπάμε να ακούμε τις ομιλίες του,
μεταδίδοντάς μας αγάπη, χαρά και ελπίδα.
Έχει δώσει όλο του τον ευατό στο έργο το οποίο επιτελεί.

Για αυτό και εμείς πρέπει "ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΜΕ ΕΝΑ ΔΩΡΟ" για την αλλαγή της χρονιάς.
Για αυτο και εμείς ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ 3 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΜΑΣ,
λέγοντας 3 ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ,
σκεπτόμενοι τον πατέρα Ανδρέα,
και ευχόμενοι προς τον Θεό,
το 2013 να συνεχίσει να δίνει στον πατέρα Ανδρέα,
ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ,
ώστε και αυτός να μπορέσει να συνεχίσει
με την σειρά του να τα δίνει τα ίδια δώρα σε μας.

Λοιπόν, 880 άτομα εδώ μέσα, από 3 Κύριε Ελέησον, νομίζουμε πως πρόκειται για το καλύτερο δώρο για τον πατέρα Ανδρέα και το μόνο το οποίο θα ζητούσε.

Ας δώσουμε και εμείς λίγο κάτι, ας μην θέλουμε να πέρνουμε μόνο!

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΑΤΕΣ!
Ο πατήρ Ανδρέας Κονάνος έχει προσφέρει πάρα πολλά σε όλους εμάς που αγαπάμε να ακούμε τις ομιλίες του,
μεταδίδοντάς μας αγάπη, χαρά και ελπίδα.
Έχει δώσει όλο του τον ευατό στο έργο το οποίο επιτελεί.

Για αυτό και εμείς πρέπει "ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΜΕ ΕΝΑ ΔΩΡΟ" για την αλλαγή της χρονιάς.
Για αυτο και εμείς ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ 3 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΜΑΣ,
λέγοντας  3 ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ,
σκεπτόμενοι τον πατέρα Ανδρέα,
και ευχόμενοι προς τον Θεό,
το 2013 να συνεχίσει να δίνει στον πατέρα Ανδρέα,
ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ,
ώστε και αυτός να μπορέσει να συνεχίσει
με την σειρά του να τα δίνει τα ίδια δώρα σε μας.

Λοιπόν, 880 άτομα εδώ μέσα, από 3 Κύριε Ελέησον, νομίζουμε πως πρόκειται για το καλύτερο δώρο για τον πατέρα Ανδρέα και το μόνο το οποίο θα ζητούσε.

Ας δώσουμε και εμείς λίγο κάτι, ας μην θέλουμε να πέρνουμε μόνο!

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΑΤΕΣ!

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ




         Πολύ συχνά, στο πρόσωπό μας, στην οικογένειά μας, στους συγγενείς μας, σε φίλους και εχθρούς, σε γνωστούς και αγνώστους συναντούμε το φαινόμενο του θανάτου. Ο θάνατος είναι η πιο σίγουρη και βεβαία πραγματικότητα στη ζωή μας, όσο κι αν το ξεχνούμε αυτό ή όσο κι αν προσπαθούμε να το ξεχάσουμε.
 
        Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου; Τι διδάσκει γι’ αυτό η χριστιανική διδασκαλία; Ας μελετήσουμε το σοβαρό και τόσο σπουδαίο αυτό θέμα.
 
        Κατ’ αρχάς το πρώτο που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ούτε θνητός ούτε αθάνατος, αλλά του δόθηκε η δυνατότητα ανάλογα με την διαγωγή του και την υπακοή του στο θείο θέλημα να μπορεί να γίνει θνητός ή αθάνατος. Με το φθόνο του διαβόλου και τη συνεργία και υπακοή σ’ αυτόν του ανθρώπου, όπως και την απιστία και ανυπακοή του προς τον Θεό, έγινε ο άνθρωπος θνητός και φθαρτός. Ο Θεός όμως, επειδή δεν αμάρτησε ο άνθρωπος από μόνος του –όπως ο διάβολος– αλλά εξωθήθηκε σ’ αυτό από τον διάβολο, δεν τον άφησε στην θνητότητά του και στην φθορά του. Με την ενανθρώπησή του και την ανάστασή του έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο, πιστεύοντας σ’ Αυτόν και μετανοώντας για τα λάθη του και αγωνιζόμενος να βιώσει το ευαγγέλιο, να μπορεί ν’ ανακαινίσει την φθαρτή και θνητή του φύση και να συμμετάσχει στην ανάσταση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού.
        Παρ’ όλα αυτά όμως λίγοι είναι οι άνθρωποι που συνειδητά και αποφασιστικά πιστεύουν στο Χριστό και προσπαθούν να τον μιμηθούν στην ανθρώπινη ζωή του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όταν συναντούμε το φαινόμενο του θανάτου να λέμε διάφορα, που δεν είναι σωστά και σύμφωνα με την πίστη μας, αλλά δείχνουν απλά την απιστία μας και το πόσο μακριά βρισκόμαστε από το χριστιανικό ήθος και πιστεύω. Ας δούμε λοιπόν μερικά από αυτά κι ας προσπαθήσουμε να τα ανασκευάσουμε με τη βοήθεια της Γραφής και των πατέρων της Εκκλησίας μας.
 
        Α΄. «Δεν χάρηκε τη ζωή».
        Ο κάθε άνθρωπος, κι ο πιο φτωχός κι ο πιο ασθενής κι ο πιο αδύνατος έχει και τις χαρούμενες και ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Έτσι τα έκανε ο Θεός, ώστε ούτε όλα να είναι λυπηρά ούτε όλα ευχάριστα. Αυτό που λέγει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε μια του επιστολή ότι «για άλλους αυτή η ζωή είναι μια διαρκής Αποκριά και για άλλους μια διαρκής Σαρακοστή» δεν είναι σωστό. Εκείνο που αξιοποιεί και κάνει ευτυχισμένη την νυν ζωή, αλλά και την αιώνια, δεν είναι τόσο τα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά αλλά η γύμναση του ανθρώπου που τον καθιστά ικανό να τ’ αντιμετωπίζει όλα με δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεό, με ελπίδα και αισιοδοξία, με υπομονή και καρτερία. Αν ο άνθρωπος που θνήσκει έχει φθάσει στο πιο μεγάλο σημείο εκγυμνάσεως του στο ν’ αντιδρά θετικά και έξυπνα σ’ όλα όσα αντιμετωπίζει, ή πλέον δεν μπορεί να εξασκηθεί περισσότερο, τότε έφθασε η ιδανική ώρα ν’ αποχωριστεί τον κόσμο αυτό.
       
        Β΄. «Δεν έζησε πολλά χρόνια».
        Ποιά η διαφορά πολλών ή λίγων χρόνων; Και με τα πολλά και με τα λίγα φθάνουμε στον θάνατο. Είναι αδύνατο να αποφύγουμε το μυστήριο του θανάτου. Τί κερδίζουμε εν τέλει με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη επιμήκυνση του χρόνου; Το παρελθόν, όσο πλούσιο ποιοτικά και ποσοτικά κι αν είναι, δεν μας θωρακίζει απέναντι του θανάτου ούτε μας κάνει να λυπούμαστε πιο λίγο. Το παρόν, με το οποίο απολαμβάνουμε τα τυχόν ευάρεστα της ζωής, δεν μας δίδει κάτι από τα παρελθόντα ή τα μέλλοντα.
        Τώρα αν λάβουμε υπ’ όψιν αυτό που λέγει η Γραφή ότι «κανείς δεν είναι καθαρός από τον ρύπο της αμαρτίας, έστω κι αν είναι μία ημέρα η ζωή του», τότε αυτός που φεύγει νέος, φεύγει με πιο λίγες αμαρτίες. Επομένως είναι και θετικό εξ αυτής της απόψεως ότι δεν έζησε πολλά χρόνια.
 
        Γ΄. «Έφυγε πρόωρα ή πριν την ώρα του».
        Κανείς δεν φεύγει πρόωρα ούτε πριν την ώρα του. Φεύγει κατά το θέλημα του Θεού, που μας αγαπά και ενδιαφέρεται για μας περισσότερο απ’ ότι το κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ώρα του θανάτου, όπως έρχεται για τον καθένα μας χωριστά, είναι η πιο κατάλληλη και η πιο ιδανική. Ο Θεός παίρνει τον καθένα μας, όταν η πνευματική του ανέλιξη έχει φθάσει στο μέγιστο ύψος που αυτός μπορεί, ή όταν αυτός από κει και πέρα μόνο θα κατρακυλά και θα μεγιστοποιεί συνεχώς την επώδυνη θέση του στη βασιλεία του Θεού.
 
        Δ΄. Το παράδειγμα του Δαυΐδ, του Χριστού, του Ιώβ.
        Κάποτε ασθένησε το παιδί του Δαυΐδ και όλα δείχνανε ότι οδεύει προς το θάνατο. Ο Δαυίδ τότε έπεσε μπρούμυτα και με δάκρυα και προσευχές προσπαθούσε να συγκινήσει τον Θεό για να γιατρέψει το παιδί του. Ούτε έτρωγε ούτε φρόντιζε το σώμα του. Μόλις όμως το παιδί πέθανε, αμέσως και κείνος ξεφορτώθηκε την άμετρη λύπη του. Ευχαρίστησε το Θεό και συνέχισε ειρηνικά τη ζωή του. Γιατί φέρθηκε έτσι ο Δαυίδ; Γιατί κατάλαβε ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού και συνεπώς δεν μπορούμε να πάμε κόντρα ούτε και να επιθυμούμε τα’ αντίθετα.
        «Το σον θέλημα Κύριε γενέσθω» (Λκ.22,42) ήταν η συνεχής προσευχή του Χριστού αλλά και των αγίων πριν και μετά απ’ Αυτόν. Προσευχήθηκε πριν το πάθος πεσμένος μπρούμυτα όπως ο Δαυΐδ, ο κατά σάρκα προπάτοράς του· «πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»· συνέχισε όμως λέγοντας· «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39). Όχι το θέλημά μου Πατέρα μου να γίνει, αλλά το δικό σου ας επικρατήσει!
        «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί· ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ 1,21-22). Μ’ αυτά τα λόγια αντιμετώπισε ο πολύπαθος Ιώβ την απώλεια της περιουσίας του και τον θάνατο των παιδιών του. Και την τελευταία φράση των λόγων του ψάλλει η Εκκλησία μας στο τέλος κάθε λειτουργίας.
 
        Ε΄. Ο πνευματικός και άυλος παράδεισος είναι αφάνταστα και ασύγκριτα ωραιότερος από τον κόσμο αυτό.  
        Είναι μια συνεχής χαρά, γιορτή και πανήγυρη. Δεν χορταίνεται ούτε και μπουχτίζεται όπως τα θέλγητρα αυτού του κόσμου. Παραμένει συνεχώς ελκυστικός και ανεξερεύνητος. Απρόσβλητος από το κακό, τον πόνο, την θλίψη, τη φθορά. Στην αγία Γραφή όπως και στη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ υπάρχει και το πένθιμο ανθρώπινο στοιχείο, εν τούτοις, μακαρίζονται οι νεκροί. «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι. Ναι λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών· τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών» (Αποκ. 14,13). «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως» ψάλλουμε στη νεκρώσιμη ακολουθία. Είναι γελοίο και ανόητο να κλαίμε για κάποιον που απολαμβάνει το τέλειο και αιώνιο, και έφυγε από το σχετικό και παροδικό. Η γεύση του παραδείσου είναι κατά πολύ ανώτερη από την πίστη με την οποία προαπολαμβάνουμε τον παράδεισο και την αιώνια ζωή. Επιπλέον δεν υπάρχει φόβος για έκπτωση απ’ αυτόν, όπως συνέβη στους πρωτοπλάστους.
        Το πένθος θα πρέπει να μας κατέχει όταν, εμείς οι ίδιοι ή οι άνθρωποί μας, ζούμε κατά τρόπο αμαρτωλό και εκκοσμικευμένο και όχι όταν πεθαίνουμε. Αν όμως τυχόν κανείς από εμάς αποθάνει, χωρίς να έχουμε βεβαιότητα ότι κέρδισε τον αιώνια μακαριότητα, και πάλι δεν πρέπει να πενθούμε, αλλά με μνημόσυνα, προσευχές και ελεημοσύνες να προσπαθούμε να τον ωφελήσουμε.
 
        ΣΤ΄. «Μα είμαι άνθρωπος· δεν μπορώ να μη λυπηθώ και να μη πενθήσω».
        Να λυπηθείς και να πενθήσεις. Δεν είμαστε στωϊκοί ούτε βουδιστές ούτε έχουμε ως ιδανικό μας την τέλεια απάθεια. Όχι όμως «καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13), που θρηνούν άμετρα, σκούζουν, σχίζουν τα ρούχα ή και το δέρμα τους και ενεργούν σαν υστερικοί. Όχι όπως οι κατ’ επάγγελμα Κασσάνδρες και μοιρολογίστρες. Γνωρίζουμε ότι ο Χριστός πέθανε και ανέστη. Και εμείς θ’ αναστηθούμε. Ο θάνατος για μας είναι ένας προσωρινός ύπνος και τίποτα παραπάνω.
 
        Ζ΄. «Μένω μόνος και έρημος ή μόνη και έρημη».
        Τη θέση του εκλιπόντος προσώπου την καταλαμβάνει ο Θεός. Θα γνωρίσεις νέες θεϊκές εμπειρίες. Η χηρεία είναι μια κλήση για μια ζωή αφιερωμένη περισσότερο στο Θεό και στον συνάνθρωπο. Η χηρεία είναι ισότιμη και ισάξια με την παρθενία. Δεν είναι τιμωρία και παραδειγματισμός αλλά εύνοια και ιδιαίτερη τιμή. Είναι μαρτύριο αλλά μαρτύριο δόξας και θριάμβου.
        Ας θυμηθούμε την Άννα την προφήτιδα, που υποδέχθηκε τον Χριστό μαζί με τον δίκαιο Συμεών στο ναό του Σολομώντος. Ήταν χήρα, που έζησε μόνο 7 χρόνια με τον άνδρα της, και μετά –μέχρι την ηλικία των 84 ετών– δεν αποχωριζόταν το ναό, αλλά νύχτα και ημέρα λάτρευε τον Θεό με προσευχές και νηστείες. Θα υποδεχόταν τον Χριστό αν συνέχιζε να είναι παντρεμένη; Πολύ αμφίβολο.
        «Γιατί κλαις;» ρωτά ο άγιος Χρυσόστομος μια χήρα. Και, όταν εκείνη απαντά γιατί έχασα τον άνδρα μου, ο άγιος συνεχίζει· «τον άνδρα σου θα τον ξαναβρείς· πρόσεξε όμως μη χάσεις το Θεό και την εύνοιά του».

 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
        Πολύ συχνά, στο πρόσωπό μας, στην οικογένειά μας, στους συγγενείς μας, σε φίλους και εχθρούς, σε γνωστούς και αγνώστους συναντούμε το φαινόμενο του θανάτου. Ο θάνατος είναι η πιο σίγουρη και βεβαία πραγματικότητα στη ζωή μας, όσο κι αν το ξεχνούμε αυτό ή όσο κι αν προσπαθούμε να το ξεχάσουμε.
 
        Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου; Τι διδάσκει γι’ αυτό η χριστιανική διδασκαλία; Ας μελετήσουμε το σοβαρό και τόσο σπουδαίο αυτό θέμα.
 
        Κατ’ αρχάς το πρώτο που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ούτε θνητός ούτε αθάνατος, αλλά του δόθηκε η δυνατότητα ανάλογα με την διαγωγή του και την υπακοή του στο θείο θέλημα να μπορεί να γίνει θνητός ή αθάνατος. Με το φθόνο του διαβόλου και τη συνεργία και υπακοή σ’ αυτόν του ανθρώπου, όπως και την απιστία και ανυπακοή του προς τον Θεό, έγινε ο άνθρωπος θνητός και φθαρτός. Ο Θεός όμως, επειδή δεν αμάρτησε ο άνθρωπος από μόνος του –όπως ο διάβολος– αλλά εξωθήθηκε σ’ αυτό από τον διάβολο, δεν τον άφησε στην θνητότητά του και στην φθορά του. Με την ενανθρώπησή του και την ανάστασή του έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο, πιστεύοντας σ’ Αυτόν και μετανοώντας για τα λάθη του και αγωνιζόμενος να βιώσει το ευαγγέλιο, να μπορεί ν’ ανακαινίσει την φθαρτή και θνητή του φύση και να συμμετάσχει στην ανάσταση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού.
        Παρ’ όλα αυτά όμως λίγοι είναι οι άνθρωποι που συνειδητά και αποφασιστικά πιστεύουν στο Χριστό και προσπαθούν να τον μιμηθούν στην ανθρώπινη ζωή του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όταν συναντούμε το φαινόμενο του θανάτου να λέμε διάφορα, που δεν είναι σωστά και σύμφωνα με την πίστη μας, αλλά δείχνουν απλά την απιστία μας και το πόσο μακριά βρισκόμαστε από το χριστιανικό ήθος και πιστεύω. Ας δούμε λοιπόν μερικά από αυτά κι ας προσπαθήσουμε να τα ανασκευάσουμε με τη βοήθεια της Γραφής και των πατέρων της Εκκλησίας μας.
 
        Α΄. «Δεν χάρηκε τη ζωή».
        Ο κάθε άνθρωπος, κι ο πιο φτωχός κι ο πιο ασθενής κι ο πιο αδύνατος έχει και τις χαρούμενες και ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Έτσι τα έκανε ο Θεός, ώστε ούτε όλα να είναι λυπηρά ούτε όλα ευχάριστα. Αυτό που λέγει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε μια του επιστολή ότι «για άλλους αυτή η ζωή είναι μια διαρκής Αποκριά και για άλλους μια διαρκής Σαρακοστή» δεν είναι σωστό. Εκείνο που αξιοποιεί και κάνει ευτυχισμένη την νυν ζωή, αλλά και την αιώνια, δεν είναι τόσο τα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά αλλά η γύμναση του ανθρώπου που τον καθιστά ικανό να τ’ αντιμετωπίζει όλα με δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεό, με ελπίδα και αισιοδοξία, με υπομονή και καρτερία. Αν ο άνθρωπος που θνήσκει έχει φθάσει στο πιο μεγάλο σημείο εκγυμνάσεως του στο ν’ αντιδρά θετικά και έξυπνα σ’ όλα όσα αντιμετωπίζει, ή πλέον δεν μπορεί να εξασκηθεί περισσότερο, τότε έφθασε η ιδανική ώρα ν’ αποχωριστεί τον κόσμο αυτό.
       
        Β΄. «Δεν έζησε πολλά χρόνια».
        Ποιά η διαφορά πολλών ή λίγων χρόνων; Και με τα πολλά και με τα λίγα φθάνουμε στον θάνατο. Είναι αδύνατο να αποφύγουμε το μυστήριο του θανάτου. Τί κερδίζουμε εν τέλει με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη επιμήκυνση του χρόνου; Το παρελθόν, όσο πλούσιο ποιοτικά και ποσοτικά κι αν είναι, δεν μας θωρακίζει απέναντι του θανάτου ούτε μας κάνει να λυπούμαστε πιο λίγο. Το παρόν, με το οποίο απολαμβάνουμε τα τυχόν ευάρεστα της ζωής, δεν μας δίδει κάτι από τα παρελθόντα ή τα μέλλοντα.
        Τώρα αν λάβουμε υπ’ όψιν αυτό που λέγει η Γραφή ότι «κανείς δεν είναι καθαρός από τον ρύπο της αμαρτίας, έστω κι αν είναι μία ημέρα η ζωή του», τότε αυτός που φεύγει νέος, φεύγει με πιο λίγες αμαρτίες. Επομένως είναι και θετικό εξ αυτής της απόψεως ότι δεν έζησε πολλά χρόνια.
 
        Γ΄. «Έφυγε πρόωρα ή πριν την ώρα του».
        Κανείς δεν φεύγει πρόωρα ούτε πριν την ώρα του. Φεύγει κατά το θέλημα του Θεού, που μας αγαπά και ενδιαφέρεται για μας περισσότερο απ’ ότι το κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ώρα του θανάτου, όπως έρχεται για τον καθένα μας χωριστά, είναι η πιο κατάλληλη και η πιο ιδανική. Ο Θεός παίρνει τον καθένα μας, όταν η πνευματική του ανέλιξη έχει φθάσει στο μέγιστο ύψος που αυτός μπορεί, ή όταν αυτός από κει και πέρα μόνο θα κατρακυλά και θα μεγιστοποιεί συνεχώς την επώδυνη θέση του στη βασιλεία του Θεού.
 
        Δ΄. Το παράδειγμα του Δαυΐδ, του Χριστού, του Ιώβ.
        Κάποτε ασθένησε το παιδί του Δαυΐδ και όλα δείχνανε ότι οδεύει προς το θάνατο. Ο Δαυίδ τότε έπεσε μπρούμυτα και με δάκρυα και προσευχές προσπαθούσε να συγκινήσει τον Θεό για να γιατρέψει το παιδί του. Ούτε έτρωγε ούτε φρόντιζε το σώμα του. Μόλις όμως το παιδί πέθανε, αμέσως και κείνος ξεφορτώθηκε την άμετρη λύπη του. Ευχαρίστησε το Θεό και συνέχισε ειρηνικά τη ζωή του. Γιατί φέρθηκε έτσι ο Δαυίδ; Γιατί κατάλαβε ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού και συνεπώς δεν μπορούμε να πάμε κόντρα ούτε και να επιθυμούμε τα’ αντίθετα.
        «Το σον θέλημα Κύριε γενέσθω» (Λκ.22,42) ήταν η συνεχής προσευχή του Χριστού αλλά και των αγίων πριν και μετά απ’ Αυτόν. Προσευχήθηκε πριν το πάθος πεσμένος μπρούμυτα όπως ο Δαυΐδ, ο κατά σάρκα προπάτοράς του· «πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»· συνέχισε όμως λέγοντας· «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39). Όχι το θέλημά μου Πατέρα μου να γίνει, αλλά το δικό σου ας επικρατήσει!
        «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί· ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ 1,21-22). Μ’ αυτά τα λόγια αντιμετώπισε ο πολύπαθος Ιώβ την απώλεια της περιουσίας του και τον θάνατο των παιδιών του. Και την τελευταία φράση των λόγων του ψάλλει η Εκκλησία μας στο τέλος κάθε λειτουργίας.
 
        Ε΄. Ο πνευματικός και άυλος παράδεισος είναι αφάνταστα και ασύγκριτα ωραιότερος από τον κόσμο αυτό.  
        Είναι μια συνεχής χαρά, γιορτή και πανήγυρη. Δεν χορταίνεται ούτε και μπουχτίζεται όπως τα θέλγητρα αυτού του κόσμου. Παραμένει συνεχώς ελκυστικός και ανεξερεύνητος. Απρόσβλητος από το κακό, τον πόνο, την θλίψη, τη φθορά. Στην αγία Γραφή όπως και στη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ υπάρχει και το πένθιμο ανθρώπινο στοιχείο, εν τούτοις, μακαρίζονται οι νεκροί. «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι. Ναι λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών· τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών» (Αποκ. 14,13). «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως» ψάλλουμε στη νεκρώσιμη ακολουθία. Είναι γελοίο και ανόητο να κλαίμε για κάποιον που απολαμβάνει το τέλειο και αιώνιο, και έφυγε από το σχετικό και παροδικό. Η γεύση του παραδείσου είναι κατά πολύ ανώτερη από την πίστη με την οποία προαπολαμβάνουμε τον παράδεισο και την αιώνια ζωή. Επιπλέον δεν υπάρχει φόβος για έκπτωση απ’ αυτόν, όπως συνέβη στους πρωτοπλάστους.
        Το πένθος θα πρέπει να μας κατέχει όταν, εμείς οι ίδιοι ή οι άνθρωποί μας, ζούμε κατά τρόπο αμαρτωλό και εκκοσμικευμένο και όχι όταν πεθαίνουμε. Αν όμως τυχόν κανείς από εμάς αποθάνει, χωρίς να έχουμε βεβαιότητα ότι κέρδισε τον αιώνια μακαριότητα, και πάλι δεν πρέπει να πενθούμε, αλλά με μνημόσυνα, προσευχές και ελεημοσύνες να προσπαθούμε να τον ωφελήσουμε.
 
        ΣΤ΄. «Μα είμαι άνθρωπος· δεν μπορώ να μη λυπηθώ και να μη πενθήσω».
        Να λυπηθείς και να πενθήσεις. Δεν είμαστε στωϊκοί ούτε βουδιστές ούτε έχουμε ως ιδανικό μας την τέλεια απάθεια. Όχι όμως «καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13), που θρηνούν άμετρα, σκούζουν, σχίζουν τα ρούχα ή και το δέρμα τους και ενεργούν σαν υστερικοί. Όχι όπως οι κατ’ επάγγελμα Κασσάνδρες και μοιρολογίστρες. Γνωρίζουμε ότι ο Χριστός πέθανε και ανέστη. Και εμείς θ’ αναστηθούμε. Ο θάνατος για μας είναι ένας προσωρινός ύπνος και τίποτα παραπάνω.
 
        Ζ΄. «Μένω μόνος και έρημος ή μόνη και έρημη».
        Τη θέση του εκλιπόντος προσώπου την καταλαμβάνει ο Θεός. Θα γνωρίσεις νέες θεϊκές εμπειρίες. Η χηρεία είναι μια κλήση για μια ζωή αφιερωμένη περισσότερο στο Θεό και στον συνάνθρωπο. Η χηρεία είναι ισότιμη και ισάξια με την παρθενία. Δεν είναι τιμωρία και παραδειγματισμός αλλά εύνοια και ιδιαίτερη τιμή. Είναι μαρτύριο αλλά μαρτύριο δόξας και θριάμβου.
        Ας θυμηθούμε την Άννα την προφήτιδα, που υποδέχθηκε τον Χριστό μαζί με τον δίκαιο Συμεών στο ναό του Σολομώντος. Ήταν χήρα, που έζησε μόνο 7 χρόνια με τον άνδρα της, και μετά –μέχρι την ηλικία των 84 ετών– δεν αποχωριζόταν το ναό, αλλά νύχτα και ημέρα λάτρευε τον Θεό με προσευχές και νηστείες. Θα υποδεχόταν τον Χριστό αν συνέχιζε να είναι παντρεμένη; Πολύ αμφίβολο.
        «Γιατί κλαις;» ρωτά ο άγιος Χρυσόστομος μια χήρα. Και, όταν εκείνη απαντά γιατί έχασα τον άνδρα μου, ο άγιος συνεχίζει· «τον άνδρα σου θα τον ξαναβρείς· πρόσεξε όμως μη χάσεις το Θεό και την εύνοιά του».
 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

   Καὶ πάλι φέτος, βρισκόμαστε στὴν εἴσοδο τοῦ νέου χρόνου. Καὶ πάλι στεκόμαστε στὸ κατῶφλι τῆς νέας χρονιᾶς, γεμάτοι ἐλπίδες καὶ ὄνειρα γιὰ τὶς μέρες ποὺ θ’ ἀκολουθήσουν. Οἱ εὐχὲς παίρνουν καὶ δίδουν. «Χρόνια πολλά», «Καλὴ χρονιά», «Εὐτυχισμένος ὁ καινούργιος χρόνος». Κι ὅλος ὁ κόσμος περιμένει μία ἀλλαγὴ πρὸς τὸ καλύτερο. Μὲ ἀφορμὴ τὶς εὐχὲς αὐτὲς καὶ τὶς ἐλπίδες ποὺ ἔχει ὁ κόσμος γιὰ μία εὐτυχισμένη νέα χρονιά, γιὰ μία χρονιὰ ὅλο χαρά, γιὰ μία χρονιὰ χωρὶς θλίψεις καὶ βάσανα, θὰ ἦταν καλὸ σήμερα νὰ προβληματιστοῦμε ποιὸ εἶναι πράγματι τὸ νόημα τῆς λέξεως εὐτυχία. Πῶς ἐπιτυγχάνεται ἄραγε ἡ εἰρήνη, ἡ εὐφορία, ἡ ψυχικὴ ἠρεμία, ἡ αἰσιοδοξία, ἡ συνεχὴς καὶ ἀμείωτος χαρά; Καὶ ποιὰ πράγματι εἶναι ἡ βαθύτερη ἔννοια τῶν λέξεων αὐτῶν, ποὺ τόσο συχνὰ τὶς χρησιμοποιοῦμε στὶς εὐχές μας καὶ τὶς ἔχουμε κάνει καραμέλα;

   Κατ’ ἀρχήν, πρέπει ν’ ἀναφέρουμε, ὅτι γιὰ τοὺς πολλοὺς εὐτυχία εἶναι ὅταν τοὺς πέσει τὸ λαχεῖο· ὅταν κερδίσουν στὰ χαρτιά· ὅταν πᾶνε καλὰ οἱ ἐπιχειρήσεις τοὺς· ὅταν δὲν παρουσιασθεῖ κάτι ποὺ θὰ διαταράξει τὴν ἀτομικὴ ἢ οἰκογενειακὴ ζωὴ τοὺς (ὅπως μιὰ ἀσθένεια, ἕνας θάνατος, μιὰ ἀποτυχία, μιὰ διάψευση τῶν ἐλπίδων τους, καὶ γενικὰ ἕνα ἀπρόοπτο ὀδυνηρὸ γεγονός)· ὅταν ἔχουν ἀποδοχὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν συναντοῦν καμμία ἀντίδραση στὶς ἐπιδιώξεις τους ἣ καμμία κριτικὴ στὰ ἔργα τους. Ἀντίθετα, ὅταν δὲν πετύχουν αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσαν καὶ ἐπιδιώξανε, καὶ στὸ διάβα τοῦ χρόνου παρουσιασθοὺν ἀρρώστιες, θάνατοι, πτωχεύσεις, ταπεινώσεις ἐξευτελισμοί, διωγμοί, συκοφαντίες, ρᾳδιουργίες καὶ ἄλλα πολλά, τότε λένε ὅτι εἶναι δυστυχεῖς καὶ ὅτι ὁ χρόνος ἀπέβη ἄτυχος, ἀνάποδος, κακόχρονος καὶ ὅλα τὰ συνώνυμα. Δηλαδὴ μὲ ἄλλα λόγια, οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων πιστεύουν, ὅτι ἡ εὐτυχία τοὺς ἐξαρτᾶται, ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἢ μή, διαφόρων γεγονότων θετικῶν ἢ ἀρνητικῶν στὴ ζωή μας.

   Ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ εἶναι σωστό, τότε ποτὲ δὲν θ’ ἀπολαύσουμε τὴν εὐτυχία. Διότι ὅλοι μας γνωρίζουμε, ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι μία θάλασσα μὲ ὄμορφα ἀκρογιάλια καὶ γαλήνιους καὶ ἀπάνεμους καιρούς, ἀλλὰ συχνὰ ἔχει καὶ φουρτοῦνες, λυσσαλέες τρικυμίες, πνιγμούς, καταποντισμούς, προσαράξεις, ναυάγια. Ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι δὲν εἴμαστε ἄφθαρτοι οὔτε ἀθάνατοι, ἀλλὰ φθαρτοὶ καὶ θνητοί. Ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἔχει δηλητηριάσει τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ αὐτὴ -ἂν δὲν ὑπάρχει ἔντονη προσπάθεια νὰ περιορισθεῖ τὸ δηλητήριο- βγάζει συνεχῶς ἀγκάθια ποὺ ἀλληλοτρυποῦν τὰ μέλη τοῦ σώματος τῆς κοινωνίας. Και συνεπῶς καὶ ἡ ἀρρώστια θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ, καὶ ὁ θάνατος θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα μας, καὶ ἀτυχίες καὶ βάσανα θὰ μᾶς συμβοῦν, καὶ διωγμοὺς καὶ συκοφαντίες θὰ συναντήσουμε, στὸ πέρασμά μας ἀπὸ τὴν γῆ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ χωνεύσουμε καὶ νὰ τὸ πιστεύσουμε καὶ νὰ τὸ κάνουμε φρόνημά μας, ὅτι ἡ εὐτυχία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ γεγονότα πού μας βρίσκουν, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν γεγονότων αὐτῶν. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ διαφορὰ ἐνὸς πραγματικὰ πιστοῦ χριστιανοῦ κι ἐνὸς χλιαροῦ ἢ ἀπίστου. Ὁ πιστὸς ὅταν τὸν βρεῖ ἡ θλίψη, ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος τοῦ οἰκείου του, θὰ πονέσει, θὰ κλάψει, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ χάσει τὴν ἐσωτερική του εἰρήνη καὶ γαλήνη, διότι πιστεύει ἀπόλυτα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στὴν πρόνοιά του, καὶ ἔχει πεποίθηση πὼς ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεός, τὸ ἐπιτρέπει γιὰ καλό του. Ἔτσι μοιάζει μὲ τὴ θάλασσα ποὺ ἐπιφανειακὰ ταράζεται, ἀλλὰ στὸ βάθος μένει ἀπείρακτη. Ἐνῷ οἱ κοσμικοὶ -μερικὲς φορές- στὴν ἐπιφάνεια φαίνονται ἤρεμοι, στὸ βάθος ὅμως ταράσσονται ἀπὸ ὑπαρξιακὰ προβλήματα καὶ ἀδιέξοδα καὶ ἀγωνίες.

   Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ πρωταθλητὴς τοῦ πόνου καὶ τῆς ταλαιπωρίας, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ πιὸ χαρούμενος καὶ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος, παρουσιάζει τοὺς ἀποστόλους νὰ εἶναι «ἐν παντὶ θλιβόμενοι, ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι» (Β΄ Κόρ. 4,8). Καὶ πράγματι, ἐνῷ ὁ θεῖος Παῦλος ζοῦσε συνεχῶς μέσα σὲ θλίψεις, πόνους, δοκιμασίες καὶ βασανιστήρια, δὲν ἔχανε ποτὲ τὴν ἐσωτερική του εἰρήνη καὶ γαλήνη. Δὲν στενοχωριόταν, διότι ἤξερε ὅτι ὁ Θεὸς κυβερνᾷ τὴ ζωή του. Ἤξερε, ὅτι οἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα εἶναι ποὺ θὰ τὸν γυμνάσουν στὴν εὐσέβεια. Αὐτὰ θὰ τὸν κρατήσουν ταπεινό, θὰ τὸν κρατήσουν σὲ μία στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ συνέχεια θὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ ἐλαφρώσει τὶς δοκιμασίες του ποὺ τὸν πιέζουν ἢ νὰ τοῦ δίδει δύναμη γιὰ νὰ τὶς ἀντέξει. Ἐπίσης ὁ Παῦλος γνωρίζει, ὅτι τὰ βάσανα καὶ οἱ θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες τοῦ ἀφ’ ἑνός, ὅπως καὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀφ’ ἑτέρου, ἀποκαλύπτουν ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ εὐαγγελίου γίνεται μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὶς ἱκανότητες καὶ τὶς δυνατότητές του, καὶ ἔτσι δὲν χρειάζεται καμμία περηφάνεια καὶ ἔπαρση ἐκ μέρους του. Ἀντιθέτως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δοξάζεται ὁ Θεός, τοῦ ὁποίου «ἡ δύναμις ἐν ἀσθενείᾳ τελειούται». Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ δοκιμασίες τοῦ ἀποβαίνουν εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ δική του πνευματικὴ πρόοδο καὶ τελειότητα, τότε ἃς ὑπάρχουν.

   Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ὅμως, συμβαίνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· εἴτε χριστιανοὶ λέγονται ἀλλὰ χωρὶς πραγματικὴ πίστη, εἴτε καθαρὰ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι εἶναι. Τὴν εὐτυχία τους, εἶναι ἱκανὸ τὸ παραμικρότερο δυσάρεστο γεγονός, νὰ τὴν διαλύσει καὶ νὰ τὴν μεταβάλλει σὲ δυστυχία. Καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς σὲ ἀφόρητη δυστυχία ποὺ φθάνει μέχρι τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν αὐτοκτονία.

   Γι’ αὐτὸ ἂς τὸ καταλάβουμε μία γιὰ πάντα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου δὲν φέρνει κατὰ τρόπο μαγικὸ τὴν εὐτυχία, τὴ χαρά, τὴν εἰρήνη. Οὔτε ἡ τύχη καὶ οἱ συμπτώσεις. Οὔτε οἱ εὐχές, ποὺ τὶς πιπιλίζουμε ὅλοι μας συνεχῶς σὰν καραμέλα. Ἀλλὰ ἡ στάση ποὺ παίρνουμε ἀπέναντι στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος μας βοηθεῖ νὰ δοῦμε τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς -εἴτε εὐχάριστα εἴτε δυσάρεστα- μὲ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητας, μὲ τὸ πρῖσμα τὸ μεταφυσικό, μὲ τὸ πρῖσμα τῆς πίστεως. Μ’ αὐτὸν πού μας δίνει τὴ δύναμη νὰ λέμε, αὐτὸ ποὺ ἔλεγαν ὅλοι οἱ ἅγιοι· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

   Ἀντὶ λοιπόν, νὰ περιμένουμε ν’ ἀλλάξει ὁ χρόνος πρὸς τὸ καλύτερο καὶ νὰ μᾶς ἔρθουν ὅλα βολικά, ἃς φροντίσουμε ν’ ἀλλάξουμε ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας, ν’ ἀντιμετωπίζει τὰ γεγονότα σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἃς φροντίσουμε νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ πίστη μας, ἡ μετάνοιά μας, ἡ προσευχή μας, ἡ ἄσκηση, ἡ νήψη, ἡ ἐγρήγορση. Τότε θὰ εὐτυχοῦμε καὶ θὰ εἰρηνεύουμε ἀσχέτως τῆς ποιότητας τῶν γεγονότων ποὺ ἀντιμετωπίζουμε.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Βάπτιση με Πνεύμα Αγιο

Βάπτιση με Πνεύμα Αγιο

Καθώς εξετάζουμε αυτή τη θαυμαστή Βιβλική αλήθεια, ας ψάξουμε τις Γραφές για να απαντήσουμε σε τρεις ερωτήσεις σχετικά με τη βάπτιση του Αγίου Πνεύματος:
1. Γιατί είναι αναγκαίο να έχει κανείς αυτή την εμπειρία;
2. Το 'Αγιο Πνεύμα έρχεται στη ζωή κάποιου «αυτόματα» καθώς πιστεύει;
3. Είναι για μας σήμερα;  
Στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων και στο εδάφιο 8 ο Ιησούς έδωσε την σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα αυτής της εμπειρίας όταν είπε: «αλλά θέλετε λάβει δύναμιν, όταν επέλθη το 'Αγιον Πνεύμα εφ' υμάς». Για ποιο λόγο δύναμη; Ο Ιησούς συνέχισε: «και θέλετε είσθαι εις εμέ μάρτυρες και εν Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γής».
Ο Κύριος, ξέροντας το σκοτάδι που υπάρχει στον κόσμο και την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, κατάλαβε την ανάγκη της εκκλησίας Του για θεία δύναμη, κάτι που δεν έχουμε απ' τον εαυτό μας, για να μπορούμε σαν αντιπρόσωποί Του, να γίνουμε σωστοί μάρτυρες.
Θα έχετε ακούσει ανθρώπους να λένε: «Θα ήθελα να είμαι Χριστιανός, αυτή είναι η πραγματική ζωή, όμως δεν τολμώ να ξεκινήσω γιατί φοβάμαι ότι δεν έχω δύναμη για να μείνω».
Πολλοί άνθρωποι που φοβόταν ν' ακολουθήσουν τον Ιησού, το έκαναν όταν τους έδειξαν μέσα από τις Γραφές, ότι ο Κύριος δεν τους έχει προμηθεύσει μόνο τη συγχώρεση των αμαρτιών μέσω της μετάνοιας, αλλά και δύναμη για να ζήσουν μια νικηφόρα ζωή, μέσω της βάπτισης με Πνεύμα 'Αγιο. Έχετε ποτέ προσέξει την αντίθεση ανάμεσα στον Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης και στην εκκλησία της Καινής Διαθήκης;
Ο Θεός διάλεξε τον Ισραήλ να μαρτυρήσει γι' Αυτόν ανάμεσα στα ειδωλολατρικά έθνη του κόσμου. Τους έδωσε οδηγούς της δικής Του εκλογής, οι οποίοι εργαζόταν θαύματα ανάμεσά τους, δίνοντάς τους νόμους που έπρεπε ν' ακολουθήσουν, κι όμως, απέτυχαν οικτρά, σαν μάρτυρες του Θεού πάνω στη γη.
Θα ανανεώσουν τις υποσχέσεις τους στο Θεό ξανά και ξανά, αν και μέσα σε λίγα χρόνια θα σπάσουν τελείως την τήρηση των νόμων του Θεού, με αποτέλεσμα να τιμωρηθούν με ήττες στις μάχες με τους εχθρούς τους, με αιχμαλωσίες, με σοβαρούς λιμούς κτλ. Ποια είναι η απάντηση σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση;
Το 'Αγιο Πνεύμα δεν είχε δοθεί ακόμα, γιατί ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί. Το σχέδιο του Θεού για δύναμη στην προσωπική ζωή του καθένα, δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί. Όμως, πόσο διαφορετικά διαβάζουμε τις περιγραφές της εκκλησίας στην Κ. Διαθήκη!
Σ' αυτή την οικονομία της χάρης, ο Θεός έχει εκλέξει την εκκλησία να μαρτυρήσει γι' Αυτόν ανάμεσα σ' ένα κόσμο μεθυσμένο από την αμαρτία. Θα αποτύχει η εκκλησία σ' αυτή την αποστολή της όπως απέτυχε ο Ισραήλ; Ποτέ! Γιατί έχουμε τα σαφή λόγια του Ιησού στο Ματθ.ις:18 «επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου και πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ' αυτής».
Στους περασμένους αιώνες, η εκκλησία πέρασε φοβερές καταιγίδες. Είχαν γίνει προσπάθειες να καταστραφεί κάθε Βίβλος. Είχαν απαγγελθεί τρομερές τιμωρίες για όποιον διάβαζε οποιοδήποτε κομμάτι του λόγου του Θεού. Κατά τη διάρκεια της Ισπανικής ιεράς εξέτασης όσοι στεκόταν υπέρ του Κυρίου φονεύθηκαν κατά χιλιάδες, δόθηκαν τροφή στα λιοντάρια και οδηγήθηκαν σε φοβερά βασανιστήρια. Απέτυχε η εκκλησία; Όχι.
Ο Θεός που ενέπνευσε τις σελίδες του άγιου λόγου Του, τον προστάτεψε, παρά τις προσπάθειες των εναντίων να τον αφανίσουν. Σήμερα, τα αντίγραφα της Αγίας Γραφής που πουλιούνται είναι περισσότερα από κάθε άλλο βιβλίο. Αυτός ο μεγάλος διωγμός της εκκλησίας, δεν κατάφερε τίποτε άλλο από το ν' αναζωπυρώσει τη φλόγα μέσα στους πιστούς. Όχι. Η εκκλησία του Θεού δεν απέτυχε όπως ο Ισραήλ.
Αν και η αγάπη πολλών ψυχραίνεται και μεμονωμένα άτομα πέφτουν στις άκρες του δρόμου εξαιτίας ανικανότητας να πληρώσουν το τίμημα, όμως η υπόσχεση του Θεού προς την εκκλησία θα εκπληρωθεί και η περιγραφή της Εφεσ.ε:27 θα γίνει πραγματικότητα. Και ποιο είναι το μυστικό της νίκης της εκκλησίας; Φύλαξε τα λόγια του Κυρίου όταν είπε: «αλλά θέλετε λάβει δύναμιν, όταν επέλθη το 'Αγιον Πνεύμα εφ' υμάς».
Το ερώτημα δεν είναι αν θ' αποτύχει η εκκλησία ή όχι. Το ερώτημα είναι αν είμαστε ή όχι μέλη της εκκλησίας Του.
Στην Α' Κορ.ιβ:13 βλέπουμε πώς ο Θεός σχεδίασε να προσθέτει τα μέλη στην εκκλησία Του. Ο απόστολος Παύλος ξεκαθαρίζει καλύτερα στους Κολ.α:18 ότι το σώμα είναι η εκκλησία.
Αυτό το μήνυμα αποκτά περισσότερη σημασία, όταν δούμε ότι και οι προφήτες αναφέρθηκαν στο χρόνο που ο Θεός θα εκχύσει το Πνεύμα Του στους πιστούς Του. Ο Ιεζεκιήλ προφήτεψε γι' αυτό το γεγονός Ιεζ.λς:27.
Ο Θεός ήξερε ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να εκτελέσει τα διατάγματα του Θεού είναι να γεμίσει με το Πνεύμα Του. Ίσως ο Ιωήλ είναι αυτός που μίλησε πιο θαυμαστά γι' αυτή την έκχυση του Αγίου Πνεύματος. Στο β:28-29 διαβάζουμε: «Και μετά ταύτα θέλω εκχέει το πνεύμα μου επί πάσαν σάρκαν και θέλουσι προφητεύσει οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας, οι πρεσβύτεροί σας θέλουσιν ενυπνιασθή ενύπνια, οι νεανίσκοι σας θέλουσιν ιδεί οράσεις. Και έτι επί τους δούλους μου και επί τας δούλας μου εν ταις ημέραις εκείναις θέλω εκχέει το πνεύμα μου».
Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: Είσαι σίγουρος ότι ο Ιωήλ μιλούσε για το βάπτισμα με Πνεύμα 'Αγιο όπως το έλαβαν την ημέρα της Πεντηκοστής; Ναι. Χωρίς καμία αμφιβολία, γιατί εκείνη την ίδια μέρα ο απόστολος Πέτρος εξήγησε στο έκπληκτο πλήθος ότι: «Τούτο είναι το ρηθέν διά του προφήτου Ιωήλ Και εν ταις εσχάταις ημέραις, λέγει ο Θεός, θέλω εκχέει από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα».
Όταν το πλήθος, βλέποντας τη φανέρωση της δύναμης του Θεού, έκραξε, «Τί σημαίνει τούτο;» ο Πέτρος κατ' ευθείαν τους είπε ότι αυτή η έκχυση του Πνεύματος ήταν καθ' όλα Γραφική κι ότι ήταν η εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού που είχε δοθεί με τον προφήτη Ιωήλ. Αν και οι προφήτες χρησιμοποιήθηκαν απ' το Θεό για να δείχνουν την επικείμενη έκχυση του Πνεύματος, αυτοί οι ίδιοι δεν το έλαβαν.
Στους Εβρ.ια:39-40 διαβάζουμε σχετικά με μερικούς απ' τους πιο κτυπητούς χαρακτήρες της Π. Διαθήκης: «Και ούτοι πάντες αν και έλαβον καλήν μαρτυρίαν δια της πίστεως, δεν απήλαυσαν την επαγγελίαν διότι ο Θεός προέβλεψε καλήτερον τι περί ημών».
Θα πει κανείς: Δεν είναι κρίμα, αυτοί που προφήτεψαν γι' αυτή την τόσο μεγάλη ευλογία, με την οποία θα μπορούσαν να ευλογηθούν όλοι οι άνθρωποι, να μην τους επιτραπεί να πάρουν το Πνεύμα το 'Αγιο; Μπορώ να σας πω κάτι πολύ πιο λυπηρό απ' αυτό. Αυτοί πέθαναν χωρίς να βαπτιστούν με Πνεύμα 'Αγιο, γιατί δεν ήταν ακόμα δοσμένο. Όμως σήμερα, άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς το 'Αγιο Πνεύμα, «την υπόσχεση του Πατέρα», αν κι ο Θεός θέλει να το δώσει στον καθένα που θα υπακούσει.
Ένα άλλο κτυπητό γεγονός είναι ότι τα ευαγγέλια αρχίζουν και τελειώνουν μ' αυτό το μήνυμα, της βάπτισης με 'Αγιο Πνεύμα. Στο τρίτο κεφάλαιο του Ματθαίου, μόλις έχει εμφανιστεί στο προσκήνιο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Παρουσιάζοντας τη διακονία του Ιησού, λέει στο εδ.11: «Εγώ μεν σας βαπτίζω εν ύδατι εις μετάνοιαν ο δε οπίσω μου ερχόμενος είναι ισχυρότερός μου, του οποίου δεν είμαι άξιος να βαστάσω τα υποδήματα αυτός θέλει σας βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί».
Εμείς μπορεί να βαπτίζουμε τους νέους πιστούς στο νερό, αλλά είναι ο Ιησούς, που ήρθε μετά τον Ιωάννη, που τους βαπτίζει με Πνεύμα 'Αγιο και φωτιά. Όταν συστήνουμε ένα ομιλητή, θα πούμε κάτι για το ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, πόσο σημαντικός είναι και μετά θ' ανακοινώσουμε το θέμα του μηνύματός του. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ήταν σ' αυτή τη θέση που έπρεπε να συστήσει τον Ιησού. Στην αρχή, ο Ιωάννης είπε ότι Αυτός ήταν τόσο μεγάλος, που δεν ήταν άξιος να βαστάσει τα υποδήματα Του. Και μετά, όταν έπρεπε ν' ανακοινώσει το σκοπό του ερχομού του Ιησού, τι είπε; Ότι ήρθε για να μας βαπτίσει με Πνεύμα 'Αγιο και φωτιά.
Αγαπητέ φίλε, αν ακόμα δεν έχεις αυτή την εμπειρία, τότε ο σκοπός που ο Ιησούς ήρθε στον κόσμο, δεν έχει εκπληρωθεί στη δική σου ζωή. Ακόμα βλέπουμε ότι τα ευαγγέλια κλείνουν με το ίδιο μήνυμα.
Στο τέλος της διακονίας του Ιησού στη γη, διαβάζουμε ότι ένα πλήθος ανθρώπων είναι γύρω Του στο όρος των Ελαιών, γιατί τους είπε ότι πρέπει ν' αφήσει τη γη για λίγο. Τι; Ο ευλογημένος τους Κύριος που Τον είχαν δει με τα μάτια τους να κάνει όλ' αυτά τα θαύματα, έπρεπε να φύγει; Να μην Τον βλέπουν πια; Πόσο μόνοι θα ήταν! Γιατί να μην μπορούν να Τον έχουν συνέχεια μαζί τους; Αλλά αυτό έπρεπε να είναι το τελευταίο μήνυμα που θα άκουγαν να βγαίνει απ' τα χείλη του Κυρίου τους. Ποιο ήταν αυτό;
Είναι αλήθεια, ότι όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο που το είχαμε μαζί μας για πολύ καιρό, αποφασίζει να φύγει για ένα καλλίτερο τόπο, σκύβουμε με προσοχή για ν' ακούσουμε τα τελευταία του λόγια. Σίγουρα, θα είναι πράγματα που είναι πολύ κοντά στην καρδιά του και κάτι θα είναι πιο σημαντικό απ' όλα τ' άλλα, το οποίο και θα ήθελε να θυμόμαστε. Και τώρα ο Ιησούς είναι έτοιμος να φύγει. Ποια θα είναι τα λόγια του αποχωρισμού; Διάβασέ τα στο Λουκ. κδ:49.
Η τελευταία του προτροπή ήταν να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να εκπληρωθεί η προφητεία του Ιωήλ στη ζωή τους, μέχρι να πληρωθούν με Πνεύμα 'Αγιο και φωτιά, μέχρι να πάρουν τον αρραβώνα της κληρονομιάς τους απ' Αυτόν που κατοικεί εν υψηλοίς.
Μια άλλη ερώτηση που γίνεται συχνά είναι, «Παίρνει κανείς αυτόματα το Πνεύμα το 'Αγιο όταν πρωτοπιστεύει;» Η απάντηση είναι ένα οριστικό, Όχι. Η Γραφή ξεκαθαρίζει ότι πολλοί που είναι πιστοί, ναι, που έχουν ακολουθήσει τον Κύριό τους τόσο όσο φως είχαν, δεν έχουν λάβει το δώρο του Αγίου Πνεύματος.
Στις Πραξ.ιθ βλέπουμε τον Παύλο να συναντιέται με μια ομάδα πιστών στην Έφεσο. Αν ο Παύλος ήταν Μοντερνιστής θα μπορούσε να είχε πει: «Είναι πιστοί, είναι αδελφοί, έστω κι αν δεν έχουν λάβει το 'Αγιο Πνεύμα όπως εγώ, ας τους αφήσω ήσυχους τώρα, ας μην δογματιζόμαστε κτλ». Όμως ο Παύλος, όπως κι όλοι οι μαθητές δεν έμενε ικανοποιημένος μέχρι ο κάθε πιστός που διακονούσε ν' αναγεννηθεί πλήρως, κατά το πρότυπο της Καινής Διαθήκης.
Από τη συζήτηση που είχε ο Παύλος μ' αυτούς τους μαθητές στα πρώτα εδάφια αυτού του κεφαλαίου, βλέπουμε ότι ενώ αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθητές, η πρώτη ερώτηση που τους κάνει ο Παύλος είναι καθοριστική: «Ελάβετε Πνεύμα 'Αγιον αφού επιστεύσατε;» Πολλοί σήμερα ίσως πουν ότι δεν είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ρωτήσεις κάποιον γιατί γίνεσαι δογματικός κι ότι απλά πρέπει ν' αγαπάς τους αδελφούς, ό,τι και να είναι! Αυτοί απάντησαν ότι δεν ξέρουν ότι υπάρχει Πνεύμα 'Αγιο. Ο Παύλος αμέσως τους ρωτάει σε ποιο βάπτισμα βαπτίστηκαν. Συνδέει τη βάπτιση με Πνεύμα 'Αγιο με το σωστό βάπτισμα. Θα ήταν αδύνατον να είχαν βαπτιστεί στο όνομα του Ιησού και να μην είχαν ακούσει για το 'Αγιο Πνεύμα.
Σαν απόστολος των εθνών ξέρει ότι αυτά τα άτομα δεν είναι σωσμένα, δεν μπορεί να τα προσπεράσει, να τα αφήσει μέσα στην ψευδαίσθησή τους και γι' αυτό τους κηρύττει το ευαγγέλιο της σωτηρίας.
Αν το σωστό βάπτισμα στο νερό και στο Πνεύμα το 'Αγιο δεν ήταν θεμελιώδη για τη σωτηρία τους, ο Παύλος δεν θα ενεργούσε τόσο άμεσα, αλλά βλέπουμε ότι μετά το σωστό κήρυγμα, αυτοί ζητούν να βαπτιστούν και βαπτίζονται στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Και αφού ο Παύλος επέθηκεν έπ' αυτών τας χείρας, ήλθε το Πνεύμα το 'Αγιον έπ' αυτούς, και ελάλουν γλώσσας και προεφήτευον.
Αυτή η εμπειρία είναι για όλους τους πιστούς σήμερα; Στις Πραξ.β:39 ο Πέτρος ξεκαθάρισε ότι αυτή η φανέρωση του Πνεύματος του Θεού δεν θα σταματήσει με το θάνατο των αποστόλων, αλλά στις μέρες της χάρης που ζούμε, η μια γενιά θα διαδέχεται την άλλη με την ίδια εμπειρία διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας, και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών. Σ' έχει καλέσει ο Κύριος να Τον ακολουθήσεις; Αν ναι, τότε το 'Αγιο Πνεύμα είναι και για σένα σήμερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: