Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Θλίψη καί κατάθλιψη κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας



Χαίρομαι ἰδιαίτερα πού γίνεται αὐτή ἡ Ἡμερίδα γιά τό σοβαρότατο θέμα τῆς κατάθλιψης σέ ὅλες τίς ἡλικίες. Γιατί, ὅπως οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες ἐπισημαίνουν, ἡ κατάθλιψη εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας.

Τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο τό ἔτος 2006 ἐξέδωσε μιά ἔκθεση «σχετικά μέ τήν βελτίωση τῆς ψυχικῆς ὑγείας τοῦ πληθυσμοῦ πρός μία στρατηγική σχετικά μέ τήν ψυχική ὑγεία γιά τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση», στήν ὁποία παρατίθενται πολλά στοιχεῖα γιά τήν ψυχική ὑγεία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, γίνονται πολλές διαπιστώσεις καί κατατίθενται προτάσεις. Μεταξύ τῶν ἄλλων γίνεται λόγος καί στό θέμα τῆς κατάθλιψης πού μᾶς ἀπασχολεῖ στήν παροῦσα Ἡμερίδα. Διαπιστώνεται ὅτι στόν κόσμο «121 ἑκατομμύρια ἄτομα ἀπό ἐμᾶς πάσχουν ἀπό κατάθλιψη, 3 στούς 100 κάθε χρόνο». Ἐπίσης «1 ἑκατομμύριο ἄτομα στόν κόσμο αὐτοκτονοῦν (ἐτησίως). 10 ἑκατομμύρια κάνουν ἀπόπειρα αὐτοκτονίας κάθε χρόνο». Ἐπισημαίνεται ὅτι «18,4 ἑκατομμύρια ἄτομα στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ἡλικίας 18 ἕως 65 ἐτῶν ὑπολογίζεται ὅτι ὑποφέρουν ἀπό σοβαρή κατάθλιψη» καί «περίπου 58.000 πολίτες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης αὐτοκτονοῦν ἐτησίως, ἀριθμός πού ξεπερνᾶ τούς ἐτήσιους θανάτους ἀπό τροχαῖα ἀτυχήματα ἤ HIV/AIDS, καί ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν ἀτόμων πού ἀποπειρῶνται νά αὐτοκτονοῦν εἶναι δεκαπλάσιος». Σήμερα ἴσως αὐτά τά ποσοστά νά ἔχουν διαφοροποιηθῆ πρός τό χειρότερο.

Ὅλα αὐτά δείχνουν τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος τῆς κατάθλιψης. Ὅμως τό θέμα μου εἶναι τί ἔχουν νά ποῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν κατάθλιψη.
1. Ὁρισμός τῆς κατάθλιψης

Κατ’ ἀρχήν πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ στενοχώρια, ἄλλο εἶναι ἡ θλίψη καί ἄλλο εἶναι ἡ κατάθλιψη, ἄν καί ὑπάρχουν κοινά σημεῖα μεταξύ τους. Οἱ εἰδικοί γνωρίζουν ὅτι «λέγοντας "θλίψη" δέν ἐννοοῦμε ἁπλῶς μιά στενοχώρια ἤ παραίτηση ἀπό κάποια προσπάθεια, ἀλλά ἕνα καταπιεστικό συναίσθημα πού χαρακτηρίζεται ἀπό ἀδιέξοδα (θλίβω=σφίγγω καί κατ’ ἐπέκταση "πνίγω")». «Ἡ κατάθλιψη εἶναι ἡ συσσωρευμένη θλίψη στόν ἀνθρώπινο ψυχισμό», ἡ ὁποία σωματοποιεῖται.

Θά δώσω τούς ὁρισμούς τῆς θλίψης καί τῆς κατάθλιψης.
Θλίψη εἶναι «ὀδυνηρή κατάσταση λύπης ἡ ὁποία παρουσιάζεται κατά κανόνα σέ περίπτωση σημαντικῆς ἀπώλειας, συνήθως ἑνός ἀγαπημένου προσώπου.  Περιλαμβάνει μιά περίοδο πένθους, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας τό ἄτομο μπορεῖ νά κλάψει καί νά βυθιστεῖ στή σκέψη τοῦ προσώπου πού χάθηκε».

Κατάθλιψη εἶναι «συναισθηματική κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό λύπη, δυσφορία, καί αἰσθήματα φόβου, ἐνοχῆς, μοναξιᾶς, ἀναξιότητας, ἀνημποριᾶς καί ἀπελπισίας. Συνοδεύεται ἀπό ἀπώλεια τῆς ὄρεξης καί τῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας, καθώς καί ἀπό ἀϋπνία ἤ ὑπερυπνία. Στήν κλινική ψυχολογία καί τήν ψυχοπαθολογία εἶναι γνωστή ὡς μείζων κατάθλιψη».


Παλαιότερα ἡ κατάθλιψη χαρακτηριζόταν ὡς μελαγχολία καί εἶναι κατάσταση πού μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο μέχρι τήν αὐτοκτονία. Ἐπίσης, ἡ κατάθλιψη μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο καί σέ ψύχωση, ὁπότε γίνεται λόγος γιά ψυχωσική κατάθλιψη.  Οἱ φράσεις πού δείχνουν τήν θλίψη εἶναι πολλές. Μερικές ἀπό αὐτές εἶναι: «δέν ἔχω χρήματα γιά νά βγάλω τό μήνα», «μέ ἀπέλυσαν ἀπό τήν δουλειά», «μαλώνω μέ τόν ἄνδρα μου/ἤ γυναίκα μου», «οἱ ἄλλοι μέ ἀπορρίπτουν», «δέν πιστεύω ὅτι θά τά καταφέρω», «δέν καταφέρω νά εἶμαι στήν ὥρα μου στήν δουλειά», «δέν ἀξίζω νά προσπαθῶ».
Οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες σημειώνουν ὅτι ἡ θλίψη συνδέεται στενά καί μέ τήν νεύρωση καί ὅτι οἱ αἰτίες τῆς κατάθλιψης, πού ἔχει καί σωματικές ἐπιπτώσεις εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀγάπης καί ἡ ἔλλειψη νοήματος γιά τήν ζωή.

Γιά τήν κατάθλιψη κάνει λόγο ἡ σύγχρονη ψυχολογία, ἀλλά κυρίως ἡ ψυχολογία πού συνδέεται μέ τήν νευροεπιστήμη. Πράγματι, παλαιότερα ἡ ψυχολογία συνδεόταν μέ τήν φιλοσοφία, ὅμως στίς ἡμέρες μας ἡ ψυχολογία συνδέεται κυρίως μέ τίς νευροεπιστῆμες, ὁπότε ἀναπτύσσεται ἡ λεγομένη γνωσιακή νευροεπιστήμη.

Ἡ Μοριακή Ψυχιατρική ἐντοπίζει «"ὑποψήφια" γονίδια γιά τήν κατάθλιψη, τήν ἐπιθετικότητα, τήν προδιάθεση στόν ἐθισμό στό κάπνισμα, στό ἀλκοόλ, στά ναρκωτικά». Ἐπίσης «τελευταῖα σέ ἐρευνητικά πορίσματα ψυχολόγων καί γενετιστῶν (δεῖγμα 847 Νεοζηλανδῶν ἀπό τήν γέννηση μέχρι τήν ἐνηλικίωσή τους) γίνεται λόγος γιά γονίδια κατάθλιψης καί ἐπισημαίνεται σχέση ἀνάμεσα στήν κατάθλιψη καί στό γονίδιο-φορέα τῆς σεροτονίνης, τό 5-HTT. Τό γονίδιο ἐμφανίζεται σέ «σύντομη» καί σέ «ἐκτεταμένη» μορφή. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ ὑψηλοῦ βαθμοῦ εὐαισθησία σέ καταστάσεις φόρτισης, πράγμα πού κάνει πιό εὐάλωτα τά ἄτομα αὐτῆς τῆς κατηγορίας στήν κατάθλιψη. Παρά τό ὅτι ὁ ἀκριβής ρόλος τοῦ γονιδίου εἶναι ἄγνωστος, μέ βάση αὐτά τά πορίσματα οἱ εἰδικοί ἐρευνητές προσπαθοῦν νά διαγνώσουν τήν ἐπίδραση δυσάρεστων ἤ πιεστικῶν καταστάσεων στήν πρόκληση καταθλιπτικῶν τάσεων καί προβληματικῶν καταστάσεων (πρ. Nezu A. et al. 1989)».

Ἑπομένως, ἡ κατάθλιψη μπορεῖ νά ὀφείλεται καί σέ δυσάρεστες καταστάσεις τοῦ περιβάλλοντος στό ὁποῖο ζῆ ὁ ἄνθρωπος καί χαρακτηρίζεται ὡς ἀντιδραστική-ἐξωγενής κατάθλιψη, ἀλλά καί σέ ὀργανικά αἴτια, ὅπως ἡ κατάθλιψη τῶν γυναικῶν κατά τήν λοχεία.

Ἡ σύγχρονη νευροεπιστήμη μέ τήν μέθοδο τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ ἐγκεφάλου ἔχει διαγνώσει μιά περιοχή στόν ἐγκέφαλο τοῦ καταθλιπτικοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ὑποδιεγερμένη καί ὅταν τήν διεγείρουν μέ ἠλεκτρόδια, τότε θεραπεύεται. Πάντως, ἐκεῖνο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχικῶν καί σωματικῶν-ὀργανικῶν παραγόντων.
2. Οἱ ἅγιοι Πατέρες γιά τήν κατάθλιψη

Τήν ἐποχή πού ἔζησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων δέν εἶχε ἀναπτυχθῆ ἡ ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας, τῆς ψυχανάλυσης, τῆς ψυχοθεραπείας καί τῆς νευροεπιστήμης, γιά νά ἔχουν ὑπ’ ὄψη τους τά πορίσματά τους, ἀλλά ὅμως ἐντόπισαν αὐτό τό πρόβλημα, πολλούς αἰῶνες πρίν ἀναπτυχθοῦν οἱ σύγχρονοί μας ἐπιστήμονες, χρησιμοποιώντας μιά ἄλλη ὁρολογία.

Ὁ π. Ἀδαμάντιος Αὐγουστίδης, ψυχίατρος καί θεολόγος, καθηγητής στόν Τομέα τῆς Συστηματικῆς Θεολογίας στό Θεολογικό Τμῆμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, στήν διδακτορική του διατριβή μέ τίτλο «ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθετικότητα», καί ὑπότιτλο «ποιμαντική καί ψυχολογική προσέγγιση στήν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου», ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τό θέμα τῆς ἐπιθετικότητας στήν Κλίμακα τοῦ Ἰωάννου (6ος αἰώνας μ.Χ.) «μέ παράλληλη ἀξιοποίηση τῶν ἐπιστημονικῶν καί κλινικῶν εὑρημάτων τῆς σύγχρονης Ψυχολογίας» πράγμα πού, ὅπως ὁμολογεῖ, «δέν εἶναι εὔκολο».

Ἕνα βασικό συμπέρασμά του εἶναι ὅτι «ἡ ἔρευνα ἔφερε στό φῶς στοιχεῖα καί δεδομένα, πού φανερώνουν ὅτι ἡ "ψυχολογία" τῆς Κλίμακος μπορεῖ νά σταθεῖ μέ ἐγκυρότητα δίπλα στίς σύγχρονες ἀπόψεις τῆς Ψυχολογίας. Οἱ τοποθετήσεις τοῦ ὁσίου Πατέρα, σχετικά μέ τούς γενεσιουργούς παράγοντες τῆς ἐπιθετικότητας καί τήν ἀντιμετώπισή τους, ἐπιβεβαιώνονται ἀπό τίς παρατηρήσεις τῆς Ψυχολογίας, ἀλλά καί τίς ἐπιβεβαιώνουν. Τό σημαντικό ὅμως εἶναι ὅτι οἱ ἀπόψεις του βρίσκονται σέ συνάφεια, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, κυρίως μέ τίς πιό πρόσφατες ἀντιλήψεις τῶν ψυχοδυναμικῶν θεωριῶν, ὅπως εἶναι αὐτές τῶν "ἀντικειμενοτρόπων σχέσεων" (object relations) καί τῆς "ψυχολογίας τοῦ ἑαυτοῦ" (self psychology)».

Στήν μελέτη αὐτή γίνεται ἀναφορά καί στήν κατάθλιψη. Σημειώνεται ὅτι ἡ πικρία εἶναι, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, «ἀνήδονος κίνησις ἐν ψυχῇ συγκαθημένη», πράγμα πού περιγράφει μέ ἀκρίβεια αὐτό πού θά ἀπαιτοῦσε «ἡ σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη». Σημειώνεται ὅτι «ἡ καταθλιπτική κατάσταση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται μεταξύ ἄλλων καί ἀπό "ἀνηδονική" διάθεση, δηλαδή ἀδυναμία βίωσης χαρᾶς καί ἱκανοποίησης, θεωρεῖται ἀπό τήν ψυχαναλυτική θεωρία ἄμεσα σχετιζομένη μέ τήν ἄρνηση (denial) καί τήν ἀπώθηση (repression) τῆς ἐπιθετικότητας, πού προκαλεῖται ἀπό κάποια συναισθηματική ἤ ἄλλη ματαίωση (frustration). Ἡ παρατήρηση τοῦ συγγραφέα τῆς Κλίμακος, ὅταν συνδέει μέ τόση σαφήνεια τήν πικρία μέ τήν ὀργή καί τήν "ἀνηδονία", δηλαδή οὐσιαστικά μέ τήν κατάθλιψη, ὑποδεικνύει καθόλου εὐκαταφρόνητη ψυχολογική σκέψη». Σέ ὑποσημείωση ἀναφέρεται σέ σχετική βιβλιογραφία μέ τήν παρατήρηση ὅτι «ἡ σχέση ἐπιθετικότητας καί μελαγχολίας ἔχει ἀπασχολήσει τήν Ψυχολογία ἤδη ἀπό τά πρῶτα βήματα τῆς ψυχανάλυσης».

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς μελέτης του γίνεται λόγος γιά τούς βλάσφημους λογισμούς, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, ἡ περιγραφή τῶν ὁποίων ἔχει πολλές ἀναλογίες μέ «τούς λεγόμενους ψυχαναγκασμούς», πού παλαιότερα χαρακτηρίζονταν ὡς «ἰδεοληψίες» καί πού περιγράφει ἡ «ψυχιατρική ἐπιστήμη ἑνός ψυχοπαθολογικοῦ φαινομένου». Πρόκειται γιά «ἐπίμονες καί ὑποτροπιάζουσες ἰδέες, σκέψεις, φανταστικές εἰκόνες ἤ παρορμήσεις, μέ κοινό γνώρισμα τόν συγκρουσιακό καί ἐνοχοποιητικό τους χαρακτήρα, οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά ἐξαλειφθοῦν ἀπό τή συνείδηση μέ τή χρήση τῆς λογικῆς». Δημιουργοῦνται διάφορα συμπτώματα ἀπό αὐτήν τήν κατάσταση, τῶν ὁποίων τά κυριότερα εἶναι «ἡ ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή» καί ἡ κατάθλιψη μέ τίς δύο μορφές της τήν «Μείζονα μορφή της» καί τήν ἁπλή μορφή της, ἡ ὁποία εἶναι γνωστή «ὡς Δυσθυμική Διαταραχή», ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται «ἀπό καταθλιπτική διάθεση καί ἀνάλογα συνοδά συμπτώματα, ὅπως ἐλαττωμένη ἐνεργητικότητα, χαμηλή αὐτοεκτίμηση, ἄγχος, ἀνορεξία καί ἀπογοήτευση».

Ὑπάρχουν, δηλαδή, ὁμοιότητες μεταξύ τῶν ἐπιπτώσεων τῶν βλάσφημων λογισμῶν, κατά τήν περιγραφή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, καί τῶν «ψυχαναγκασμῶν» τῆς ψυχιατρικῆς. Ἡ ἐμμονή στούς βλάσφημους λογισμούς μπορεῖ νά ὁδηγήση στήν παραφροσύνη. Ἐπίσης, «ξέρουμε ἀπό τήν ψυχιατρική πράξη ὅτι δέν εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις ἀνθρώπων, κατά τίς ὁποῖες, μετά ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα ἐμμονῆς σέ ψυχαναγκαστικές ἄμυνες, ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια ἡ σχιζοφρενική ψύχωση, ἐνῶ εἶναι συνηθισμένο τό φαινόμενο ἡ ἐμφάνιση κατάθλιψης».

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐκτός ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, στό περίφημο βιβλίο του «Κλίμαξ», κάνουν λόγο γιά τίς ἐσωτερικές καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπου καί γιά τήν θλίψη καί τήν ἀπόγνωση, μόνο πού χρησιμοποιοῦν μιά ἄλλη ὁρολογία ἤ μᾶλλον ἡ σύγχρονη ψυχολογία καί ψυχιατρική περιγράφοντας τίς ἴδιες καταστάσεις δίνουν ἄλλη ὁρολογία, ὅπως τό εἴδαμε προηγουμένως καί θά τό δοῦμε καί στά ἑπόμενα.

Ἀπό ὅλη τήν πατερική διδασκαλία ἐκτός ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, πού προαναφέρθηκε, ἐπιλέγω νά ἀναφερθῶ στόν ἅγιο Κασσιανό τόν Ρωμαῖο, πού ἔζησε τόν 5ο αἰώνα μ.Χ., μαθητή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου πού μόνασε στά μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου καί ἀργότερα ἔκτισε μοναστήρι στήν Μασσαλία.   Σέ κείμενό του «πρός τόν Ἐπίσκοπο Κάστορα, περί τῶν ὀκτώ λογισμῶν τῆς κακίας», μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται καί στούς λογισμούς τῆς λύπης, πού εἶναι ἡ θλίψη, καί τῆς ἀκηδίας, πού εἶναι ἡ κατάθλιψη.

Ὁ λογισμός τῆς λύπης ἀναφέρεται στό πάθος τῆς θλίψης τοῦ μοναχοῦ. Προσδιορίζοντας τήν λύπη γράφει ὅτι «σκοτίζει τήν ψυχή ἀπό κάθε πνευματική θεωρία καί τήν ἐμποδίζει ἀπό κάθε ἀγαθή πράξη». Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου πού διακατέχεται ἀπό τήν λύπη δέν «προσεύχεται μέ προθυμία», «δέν ἐγκαρτερεῖ στήν ὠφέλεια τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων, δέν ἀνέχεται νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος πρᾶος καί νά κινεῖται εὔκολα σέ κατάνυξη καί συμπάθεια πρός τούς ἀδελφούς». Γενικά, ἡ λύπη «ἀφοῦ ἀνακατώσει ὅλες τίς σωτήριες σκέψεις τῆς ψυχῆς καί παραλύσει τήν δραστηριότητα καί τήν καρτερία της, τήν φέρνει σέ σημεῖο νά εἶναι σάν ἀνόητη καί ἠλίθια, δένοντάς την μέ τόν λογισμό τῆς ἀπελπισίας». Ἡ λύπη «κατατρώγει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου», «ὅπως ὁ σκόρος τρώγει τό ροῦχο». Ἡ λύπη «πείθει τόν ἄνθρωπο νά ἀποφεύγει κάθε καλή πνευματική συναναστροφή καί δέν ἐπιτρέπει οὔτε ἀπό γνήσιους φίλους νά δέχεται συμβουλή, οὔτε καλή καί εἰρηνική ἀπάντηση νά δίνει σ’ αὐτούς, ἀλλά ἀφοῦ καταλάβει ὅλη τή ψυχή, τήν γεμίζει μέ δυσαρέσκεια, πλήξη καί μελαγχολία. Καί τότε τή βάζει νά ἀποφεύγει τούς ἀνθρώπους, γιατί γίνονται σ’ αὐτήν αἴτιοι ταραχῆς». Οἱ καρποί αὐτῆς τῆς λύπης εἶναι ἡ ἀκηδία, ἡ ἀνυπομονησία, ὁ θυμός, τό μίσος, ἡ ἀντιλογία, ἡ ἀπελπισία, ἡ ὀκνηρία στήν προσευχή.

Γιά νά θεραπευθοῦμε ἀπό τήν λύπη πρέπει νά πολεμήσουμε τά πάθη πού ὑπάρχουν μέσα μας καί ὄχι τούς ἀνθρώπους, γιατί τότε ὄχι μόνο μποροῦμε νά συνυπάρχουμε μέ τούς δύστροπους ἀνθρώπους, ἀλλά «καί μέ τά ἄγρια ζῶα μποροῦμε νά ζήσουμε». Ἡ λύπη αὐτή «θεραπεύεται μέ τή προσευχή καί τήν ἐλπίδα στόν Θεό καί τή μελέτη τῶν θείων λόγων καί μέ τή συναναστροφή μέ εὐλαβεῖς ἀνθρώπους». Συγχρόνως θά πρέπει νά ἀποκτήσουμε τήν κατά Θεό λύπη, δηλαδή τήν μετάνοια. Πράγματι, «ἡ κατά Θεόν λύπη τρέφοντας τήν ψυχή μέ τήν ἐλπίδα πού ἀκολουθεῖ τήν μετάνοια, εἶναι ἀνάμικτη μέ χαρά». Καί αὐτή ἡ μετάνοια πού ἐμπνέεται ἀπό τόν Θεό κάνει τόν ἄνθρωπο «πρόθυμο καί ὑπάκουο γιά κάθε καλή πράξη, εὐκολοπλησίαστο, ταπεινό, πρᾶο, ἀνεξίκακο, ὑπομονητικό σέ κάθε ἀγαθό κόπο καί κάθε συντριβή».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν προσέξη τόν λογισμό τῆς λύπης, δηλαδή τήν θλίψη, τότε ὁδηγεῖται στόν λογισμό τῆς ἀκηδίας. Ὑπάρχουν ὁμοιότητες μεταξύ λύπης καί ἀκηδίας, ἀλλά ἡ ἀκηδία εἶναι ἐπιτεινόμενη λύπη, πού προξενεῖ καί σωματικά προβλήματα. Ὁ λογισμός τῆς ἀκηδίας, πού εἶναι τό πάθος τῆς ἀδιαφορίας, ἀναφέρεται οὐσιαστικά στήν κατάθλιψη πού εἶναι ἐπίταση τῆς θλίψης καί ἐπηρεάζει πολύ δυνατά τήν ψυχή καί τό σῶμα. Γιά τό πάθος αὐτό τῆς ἀκηδίας πού προσδιορίζει τήν κατάθλιψη, ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος γράφει ὅτι προκαλεῖ ἀτονία, φόβο, μίσος ἐναντίον τοῦ τόπου πού βρίσκεται, ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν καί ἐναντίον κάθε ἐργασίας. Πολλές φορές τόν ὁδηγεῖ σέ «βαρύ ὕπνο» κάνει τόν μοναχό «ἄστατο, ὀνειροπόλο, ράθυμο, ἄεργο καί τόν ὁδηγεῖ νά ἐπισκέπτεται πολλά μοναστήρια καί νά μή φροντίζει γιά τίποτε ἄλλο, παρά τό ποῦ γίνονται τραπέζια καί συμπόσια».

Τό πνεῦμα τῆς ἀκηδίας θεραπεύεται μέ τήν προσευχή, τήν ἀποχή ἀπό τήν ἀργολογία, μέ τήν μελέτη τῶν θείων λόγων καί μέ τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς, τήν προσευχή καί τήν ἐργασία τῶν χεριῶν, δηλαδή τήν χειρωνακτική ἐργασία.

Ἑπομένως, ἡ θλίψη, καί ἰδιαιτέρως ἡ κατάθλιψη εἶναι ψυχοσωματικά νοσήματα, καί ἡ θεραπεία τους γίνεται στήν ψυχή καί τό σῶμα. Καί αὐτή ἡ διάγνωση καί ἡ θεραπεία τῆς θλίψης καί τῆς κατάθλιψης γίνεται ἀπό τόν ὅσιο Κασσιανό τόν Ρωμαῖο, ἕναν ἀσκητή τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ. πολλούς αἰῶνες πρίν ἡ ἐπιστήμη καταλήξει σέ παρόμοια συμπεράσματα.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀσχολήθηκαν μέ τίς ἐσωτερικές κινήσεις τῆς ψυχῆς, ἔκαναν διάγνωση αὐτῶν τῶν καταστάσεων καί πρότειναν τρόπους θεραπείας. Ἀν παρατηρήσουμε προσεκτικά τά κείμενά τους θά διαπιστώσουμε ὅτι οἱ μέθοδοι πού χρησιμοποίησαν ὁμοιάζουν κάπως μέ τίς μεθόδους τῆς γνωσιακῆς ψυχοθεραπείας, πού ἀναφέρονται στόν χῶρο τῶν λογισμῶν, τῆς συμπεριφοριστικῆς ψυχοθεραπείας, ἀφοῦ ἐντάσσουν τόν ἄνθρωπο σέ μιά ὀργανωμένη ἐκκλησιαστική κοινότητα, καί τῆς ὑπαρξιακῆς ψυχοθεραπείας, ἀφοῦ προσφέρουν νόημα ζωῆς καί ὕπαρξης. Βεβαίως, στήν Ἐκκλησία προσφέρεται πάνω ἀπό ὅλα ἡ θεία Χάρη, τήν ὁποία ἀγνοεῖ ἡ θύραθεν ψυχολογία, ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση, ψυχιατρική.
3. Ἡ ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία

Ἡ νηπτική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πού ἀναπτύχθηκε ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναφέρεται στήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Κάνει λόγο γιά τίς κινήσεις στήν καρδιά, τόν ἐσωτερικό χῶρο τοῦ ἀνθρώπου, στήν λογική, στίς ἐπιθυμίες, πού ἔχουν συνέπειες στό σῶμα. Οἱ δυτικοί Χριστιανοί ἀπό τόν 9ον αἰώνα καί μετά ἀπέρριψαν ἤ περιφρόνησαν αὐτήν τήν παράδοση, γι’ αὐτό καί ἡ θεολογία τῆς Δύσεως κατέληξε νά γίνη σχολαστική καί ἠθικιστική, δηλαδή περιορίζεται στήν λογική καί τήν ἐξωτερική συμπεριφορά. Αὐτό εἶχε ὡς συνέπεια νά μή γνωρίζουν τίποτε γιά τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου καί τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς. Αὐτό τό κενό προσπάθησε νά καλύψη ἡ ψυχολογία, καί ἡ ψυχιατρική.

Ὅμως πρέπει νά μελετηθῆ αὐτή ἡ νηπτική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀμερικανική Ψυχολογική Ἑταιρεία μέ βιβλίο της μέ τίτλο Handbook of Psychotherapy and Religious Diversite (Ἐγχειρίδιο ψυχοθεραπείας καί θρησκευτικῆς ποικιλομορφίας), σέ κεφάλαιο πού ἔγραψε ὁ Tonny Young, μέ τίτλο Psychotherapy With Eastern Orthodox Christians (Ψυχοθεραπεία μέ ἀνατολικούς ὀρθόδοξους Χριστιανούς) περιέλαβε τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἀναφέρθηκε καί στό δικό μου ἔργο μέ τίτλο «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», ἀποδέχεται τόν ὅρο καί, ἀφοῦ κάνει μιά πολύ εὔστοχη καί περιεκτική σύνοψη τῶν ἀπόψεών μου, μεταξύ τῶν ἄλλων, τονίζει τρία ἐνδιαφέροντα σημεῖα γιά τήν πνευματική θεραπευτική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τό πρῶτο σημεῖο εἶναι ὅτι γίνεται ἀναφορά στό ψυχοθεραπευτικό ὑλικό πού διαθέτει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί, κυρίως, στήν ἐξομολόγηση καί τήν προσευχή, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἔχη ἠρεμιστικά ἀποτελέσματα. Γράφεται:
«Πολλές ἀπό τίς πνευματικές πρακτικές καί πεποιθήσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας μποροῦν νά ἔχουν θετικό συναισθηματικό ἢ ψυχολογικό ἀποτέλεσμα. Αὐτό συμβαίνει παρά τό γεγονός ὅτι δέν ἔχουν σχεδιαστεῖ γιά τήν ψυχολογική ἀλλά γιά τήν πνευματική ὑγεία. Ἴσως οἱ δυό σπουδαιότερες ἀπό αὐτές τίς πρακτικές εἶναι τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης καί ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Τά ὀφέλη τῆς ἐξομολόγησης εἶναι εὐρύτερα γνωστά καί μάλιστα ἔχουν ἀποτυπωθεῖ στήν λαϊκή φράση "ἡ ἐξομολόγηση κάνει καλό στήν ψυχή". Ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ἐκτός ἀπό τό ὅτι ἐπικεντρώνει τό μυαλό καί τήν καρδιά στό Θεό καί ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο νά ζῆ λεπτό πρός λεπτό στήν συνειδητοποίηση τῆς Παρουσίας Του, ἔχει καί ἕνα ἠρεμιστικό ἀποτέλεσμα. Ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ καλύτερη ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν παθῶν του καί σέ αὐτογνωσία».

Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ἡ ἐπισήμανση ὅτι συνήθως ὅσοι εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστοι ἐπισκέπτονται τόν Ἱερέα τους πρίν ἀπό τόν Ψυχίατρο. Γράφεται:
«Πολλοί, ἂν ὄχι οἱ περισσότεροι, Ὀρθόδοξοι ἀσθενεῖς, θά ἔχουν συζητήσει μέ τόν ἱερέα τους γιά τά ψυχολογικά τους προβλήματα πρίν κλείσουν ραντεβού μέ ἕναν ψυχοθεραπευτή. Στίς περισσότερες περιπτώσεις ὁ ἱερέας θά ἔχει ἤδη δώσει τίς συμβουλές του στόν πελάτη. Οἱ συμβουλές θά ἔχουν καλύψει τόσο τίς ψυχολογικές ὅσο καί τίς πνευματικές πλευρές τῆς κατάστασης».

Τό τρίτο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἀμερικανός συγγραφέας συνιστᾶ στόν κάθε ἐπιστήμονα ψυχοθεραπευτή νά σέβεται τίς θρησκευτικές πεποιθήσεις τῶν ἀσθενῶν καί νά συζητᾶ μέ τόν ἐφημέριο τοῦ ἀσθενοῦς, γιατί αὐτό θά βοηθοῦσε τόν ψυχοθεραπευτή. Γράφεται:
«Ὁ ψυχοθεραπευτής θά ἦταν προτιμότερο νά σκεφθῆ προσεκτικά τίς παρεμβάσεις πού ἀποσκοποῦν στόν ἐπηρεασμό τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τοῦ ἀσθενοῦς, ὅπως ἄλλωστε θά ἔκανε καί μέ ἀσθενεῖς ὁποιασδήποτε παράδοσης. Μιά συζήτηση μέ τόν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας τοῦ ἀσθενοῦς, ἐννοεῖται μέ τήν ἄδεια τοῦ ἀσθενοῦς, θά βοηθοῦσε κάθε ψυχοθεραπευτή νά σχεδιάση καλύτερες καί πιό ἀποτελεσματικές παρεμβάσεις».

Εἶναι σημαντικό τό ὅτι αὐτά γράφονται σέ βιβλίο πού ἐκδόθηκε ἀπό τήν Ἀμερικανική Ψυχολογική Ἑταιρεία, ἡ ὁποία δίνει κατευθύνσεις σέ πολλούς ψυχολόγους καί ψυχοθεραπευτές πού ἐργάζονται γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ψυχικῶν καί ψυχολογικῶν ἀσθενειῶν.

Ἀγαπητοί,
Στήν ἐποχή μας πού ὑπάρχει μεγάλη θλίψη καί κατάθλιψη πρέπει ὅλοι νά βοηθήσουμε ἀποτελεσματικά. Εἶναι μεγάλη πολυτέλεια νά ἐνεργοῦμε ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἀνεξάρτητα καί νά ἀφήνουμε τόν ἄνθρωπο ἀβοήθητο. Οἱ εἰδικοί ψυχολόγοι καί ψυχοθεραπευτές πρέπει νά προσλαμβάνουν τά ἀπαραίτητα στοιχεῖα ἀπό τήν «αὐτόχθονη ψυχολογία», ὅπως λέγει ὁ Γκέργκεν, ἀλλά καί οἱ Κληρικοί πρέπει νά συνεργάζωνται μέ τούς εἰδικούς ἐπιστήμονες γιά τήν βοήθεια τῶν ἀνθρώπων.–

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου