Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΘΕΟΠΟΝΤΙ,ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΤΟ ΘΕΟΠΟΝΤΙ,ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Τρία ἡμερόνυχτα σχεδὸν ἔβρεχεν. Εἶχε βρέξει ὅλον τὸν Ὀκτώβριον καὶ τὸν Νοέμβριον, καὶ μέρος τοῦ Δεκεμβρίου. Τὸν Ἰανουάριον εἶχον ἁγιασθῆ τὰ νερά, κ᾿ εἶχον «φωτισθῆ νοτιές», ἐξηκολούθησεν ὅμως αὐτὸς ὁ καιρός, ὑγρὸς καὶ ἄστατος ἐπὶ μῆνας. Μόλις εἶχε πνεύσει 〈βορρᾶς〉, δύο ἡμέρας, κ᾿ εἶχε πέσει ὀλίγον χιόνι στὰ βουνά. Τέλος τὸν Ἀπρίλιον ἀκόμη ἔβρεχεν, ἔβρεχε. Τὸ… ποὺ εἶναι στὴν ἀθλίαν γειτονιάν μας, ὁ ρ〈υπαρὸς〉 χείμαρρος, ἡ στενὴ καταβόθρα τοῦ χωριοῦ, ὅπου κατασταλάζουν ὅλες οἱ μοῦργες τῶν ἐλαιοτριβείων, κι ὅλα τὰ νερὰ τῶν οἰκιῶν, κι ὅλα τὰ καθάρματα τῶν 〈ποτοκίων〉*, εἶχε πλημμυρήσει δέκα φορὲς ἤδη. Τὰ νερὰ εἶχον ἐκχειλίσει, κ᾿ εἶχον γίνει λίμνη γύρω μας, καὶ ἠπείλουν τὰ θεμέλιά μας. Τὸ κατώγι μας, ὅπως ὅλα τὰ κατώγεια, εἶχε πλημμυρήσει νερόν, κ᾿ εἴχομεν πληρώσει τρεῖς δραχμὰς εἰς τὸν Πακέτον, τὸν βαστάζον τῆς ἀγορᾶς, ὡς προσκολλημένον διαρκῶς εἰς τοῦ Ζιμπλοῦ τὸ μαγαζί, τὸ ἀντικρινό μας, διὰ νὰ τὸ ἀδειάση.

Μάταιος κόπος καὶ δαπάνη. Ἀποβραδὺς τὸ ἄδειαζεν ὡς ἔγγιστα, ἕως τὸ πρωὶ ἐγέμιζε πάλιν τρεῖς πιθαμὲς νερόν. Τὰ καυσόξυλα ἔπλεον, δύο εὔκαιρα βαρέλια ἐκολυμβοῦσαν, τὸ πιθάρι τοῦ λαδιοῦ, ἂν καὶ δεμένον καλὰ στὸν τοῖχον καὶ σφραγισμένον καλῶς μὲ τὸ καλυμμά του, εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλονίζεται. Θεέ μου, ἦτον φόβος καὶ τρόμος.Ὅλην τὴν νύκτα δὲν ἠμποροῦσα νὰ κοιμηθῶ. Ἂν ἔκλεια πρὸς στιγμὴν τὰ ὄμματα, ἐξυπνοῦσα ἔμφοβος ἀπὸ ἀστραπὴν ἢ βροντήν, ἢ ἀπὸ σφοδρὰν ἐπίτασιν βροχῆς κι ἀνέμου. Ἀκόμη καὶ σεισμοὺς εἶχε κάμει. Ὡς φοβερὰ ἡ ὀργή σου, Κύριε! Φαντασθῆτε, ἂν ἐτρόμαζον κ᾿ ἐδειλιοῦσαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς σεισμούς, εἰς ποῖον ὕπαιθρον θαλάσσης καὶ ἀβύσσου θὰ κατέφευγον ἀπὸ τὸν φόβον μὴ καταρρεύσουν τὰ σπίτια καὶ τοὺς πλακώσουν. Ὤ, ἁμαρτωλοί, ποῦ φύγωμεν;Ἔλεγα μέσα μου τὰς δύο Παρακλήσεις, τὴν μεγάλην καὶ τὴν μικράν. Συνήθως ἅμα ἔφθανα εἰς τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν» παρετήρησα ὅτι ἐκόπαζε πρὸς καιρὸν ἡ βροχή, καὶ τότε ἦτο μία ἄνεσις, ἂν καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἐξανάρχιζε πάλιν ραγδαία...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου