Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ



Ο θείος αυτός πατέρας, καταγόταν από την Aσία και ανετράφη από παιδί στην βασιλική αυλή της Κωνσταντινούπολης. Τελείωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία, ρητορική και φυσική. Στη λογική, κατά την αποφοιτήριο διάλεξή του ενώπιον του αυτοκράτορα και των αξιωματούχων, ο πρύτανης του πανεπιστημίου ανεφώνησε με θαυμασμό ότι αν ήταν παρών και ο ίδιος Aριστοτέλης θα τον επαινούσε.

Свт. Григорий Палама

Μετά τις σπουδές του όμως, απέρριψε τη προσφορά υψηλών αξιωμάτων του αυτοκράτορα, εγκατέλιψε τα βασίλεια και από είκοσι χρονών ασκήτευσε στο Άγιον Όρος. Πρώτα στην Λαύρα του Βατοπεδίου κατόπιν στη Λαύρα του Αθανασίου καθώς και στην ερημική τοποθεσία Γλωσσία, σημερινή Προβάτα. Ανεχώρησε από το Όρος για τα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Θεσσαλονίκη είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο που του απαίτησε να μείνει και να μονάσει εκεί κοντά. Εμόνασε τότε στη Βέροια και τριάντα χρονών έγινε ιερέας. Εκεί πλήθη μοναχών και λαϊκών προσέτρεχαν να τον συμβουλευθούν. Μετά πέντε χρόνια και λόγω εισβολής των Σέρβων επέστρεψε στον Άθωνα σε κοντινό κελί της Μεγίστης Λαύρας, όπου έφθασε σε μεγάλα ύψη φωτισμού και εκεί σε όραμα έλαβε εντολή να ασχοληθεί με δογματικά θέματα. Κατόπιν λόγω της φήμης του αναγκάσθηκε να γίνει ηγούμενος για ένα χρόνο στη μονή Εσφιγμένου. Αργότερα έγινε και αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δώδεκα χρόνια, αλλά μόνο στα μισά παρέμεινε λόγω περιπετειών, από τη δράση του, μέχρι και φυλακής.

Παραστάθηκε στις συγκροτηθείσες συνόδους του 1341 και 1347 και πολέμησε τις κακοδοξίες των δυτικόφρονων Βαρλαάμ και Ακινδύνου.
Έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα ιδιαίτερα δογματικά για να καταπολεμήσει τους αιρετικούς, όπως περί του Αγίου Πνεύματος, καθώς και επιστολές στους αντιησυχαστές, επίσης διάφορα ομολογιακά κείμενα. Είναι ο θεολόγος της χάριτος, του ακτίστου φωτός.
Μετά στασιμότητα πολλών αιώνων ο Γρηγόριος πέτυχε να ανανεώσει την θεολογική ορολογία και να δώσει νέες κατευθύνσεις στη θεολογική σκέψη. Ξεκίνησε από προσωπικές εμπειρίες και απέδειξε ότι το έργο της θεολογίας είναι ασύγκριτα ανώτερο από της φιλοσοφίας και επιστήμης. Αξιολογεί την έξω σοφία ως περιορισμένη, αναφέροντας δύο γνώσεις, την θεία και την ανθρώπινη και δύο Θεϊκά δώρα, τα φυσικά για όλους και τα υπερφυσικά ή πνευματικά που δίδονται όποτε θέλει ο Θεός και μόνο στους καθαρούς και αγίους, στους τελείους. Η θεολογία ολοκληρώνεται δια της θεοπτίας.
Οι αντίπαλοι του Παλαμά πίστευαν στο χωρίο του Ιωάννου ότι <<τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε>> και κατηγορούσαν τους μοναχούς που είχαν θεοπτία, ως ομφαλοσκόπους. Ο Γρηγόριος αντέτεινε ότι ο Κύριος είπε: <<οι καθαροί στην καρδία τον Θεόν όψονται>> (Ματθ. 5,8). Θεμελιώδης προσφορά του Γρηγορίου στην θεολογία είναι η διάκρισις στην ουσία και ενέργεια του Θεού. Η ύπαρξη του Θεού συνίσταται σε δύο. Στην ουσία Του, η οποία είναι άκτιστη, ακατάληπτη και αυθύπαρκτη και ονομάζεται κυριολεκτικά θεότης (εδώ αναφέρεται το ουδείς εώρακε) και στις ενέργειές Του, οι λεγόμενες ιδιότητες ή προσόντα που είναι μεν άκτιστες, αλλά καταληπτές. Άλλο λοιπόν η θεότης και άλλο η βασιλεία, η αγιότης κ.λ.π.
Ο άνθρωπος είναι μίγμα δύο διαφόρων κόσμων και συγκεφαλαιώνει όλη την κτίση. Ακολουθώντας την Πατερική γραμμή σε σύγκριση με τη πλατωνική και βαρλααμική ανθρωπολογία, θεωρεί ότι το σώμα του ανθρώπου δεν είναι πονηρό, αλλά αποτελεί κατοικία του νου, αφού μάλιστα καθίσταται και του Θεού κατοικία, έτσι μαζί με τη ψυχή καθιστά τον άνθρωπο ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αναγέννηση του ανθρώπου γίνεται με το βάπτισμα και η ανακαίνιση με την θεία Ευχαριστία. Είναι τα δύο θεμελιώδη μυστήρια, της θείας οικονομίας.
Το ουσιωδέστερο στοιχείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά συνίσταται στην ανύψωση του ανθρώπου υπεράνω αυτού του κόσμου. Η εμπειρία της θεώσεως είναι δυνατή από εδώ με την παράδοξο σύνδεση του ιστορικού με του υπεριστορικού. Το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, το φως που βλέπουν οι καθαροί ησυχαστές σήμερα και η υπόστασις των αγαθών του μέλλοντος αιώνος αποτελούν τις τρείς φάσεις ενός και του αυτού πνευματικού γεγονότος, σε μια υπερχρόνια πραγματικότητα.

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο ειρηνοποιός επίσκοπος & θεολόγος του Φωτός (14 Νοε)

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο ειρηνοποιός επίσκοπος & θεολόγος του Φωτός (14 Νοε)


 

 
Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και τιμάται ως ένας από τους σημαντικότερους Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το δε θεολογικό του έργο θεωρείται ως η βάση για την ελληνική θεολογική παραγωγή των τελευταίων 7 αιώνων.

Η ζωή του

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 στην Κωνσταντινούπολη από αριστοκρατική γενιά. Ο πατέρας του, που είχε ανώτερο αξίωμα, εξασκούσε τη νοερά προσευχή και αυτή την αγωγή έδωσε και στα παιδιά του. Η ευφυΐα και η επιμελημένη αγωγή που έλαβε ο Γρηγόριος από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, έκαμαν τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ να τον προορίζει για υψηλά αξιώματα. Ο ίδιος όμως ο Γρηγόριος αδιαφορούσε για την κοσμική δόξα. Μετά το θάνατο του πατέρα του έπεισε τη μητέρα και τα αδέλφια του ότι πρέπει να στραφούν στη μοναχική ζωή, κι ο ίδιος εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και κινήθηκε πρώτα προς το Παπίκιον Όρος της Θράκης και τελικά προς τον Άθωνα, όπου και ασκήθηκε στην νοερά προσευχή.

Το 1335 εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», με τους οποίους ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι»
 
Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Η θέση του, που αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης ησυχαστικής παράδοσης, ήταν ότι «ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους. Κατά την ουσία Του και κατά τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό κατά την ουσία Του. Μπορεί όμως να γνωρίσει και να ενωθεί μαζί Του, μέσα από τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του»[1]. Παλαμάς και Βαρλαάμ ήρθαν σε αντιπαράθεση και διάφορες μορφές του πνεύματος, αλλά και της εξουσίας της εποχής συντάχθηκαν με τον καθένα. Η κατάσταση αυτή ονομάστηκε ησυχαστική έριδα. 

Περιεχόμενο της σύγκρουσης

Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος).

Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' προς Κορινθίους 2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, που προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού.
«Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων τριάς Α', 9, 1).
Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αυγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι' αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).
 

 
 
Ξεκίνησε από προσωπικές εμπειρίες και απέδειξε ότι το έργο της θεολογίας είναι ασύγκριτα ανώτερο από της φιλοσοφίας και επιστήμης. Αξιολογεί την έξω σοφία ως περιορισμένη, αναφέροντας δύο γνώσεις, την θεία και την ανθρώπινη, και δύο Θεϊκά δώρα, τα φυσικά για όλους και τα υπερφυσικά ή πνευματικά που δίδονται όποτε θέλει ο Θεός και μόνο στους καθαρούς και αγίους, στους τελείους. Η θεολογία ολοκληρώνεται δια της θεοπτίας.
Οι αντίπαλοι του Παλαμά πίστευαν στο χωρίο του Ιωάννου ότι "τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε" (κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό) και κατηγορούσαν τους μοναχούς που είχαν θεοπτία [έβλεπαν το θείο Φως], ως ομφαλοσκόπους. Ο Γρηγόριος αντέτεινε ότι ο Κύριος είπε: "οι καθαροί στην καρδία τον Θεόν όψονται" (θα δουν το Θεό, Ματθ. 5,8). 
Θεμελιώδης προσφορά του Γρηγορίου στην θεολογία είναι η διάκρισις στην ουσία και ενέργεια του Θεού. Η ύπαρξη του Θεού συνίσταται σε δύο. Στην ουσία Του, η οποία είναι άκτιστη, ακατάληπτη και αυθύπαρκτη και ονομάζεται κυριολεκτικά θεότης (εδώ αναφέρεται το ουδείς εώρακε) και στις ενέργειές Του, οι λεγόμενες ιδιότητες ή προσόντα που είναι μεν άκτιστες, αλλά καταληπτές. Άλλο λοιπόν η θεότης και άλλο η βασιλεία, η αγιότης κ.λ.π.
Ο άνθρωπος είναι μίγμα δύο διαφόρων κόσμων και συγκεφαλαιώνει όλη την κτίση. Ακολουθώντας την Πατερική γραμμή σε σύγκριση με τη πλατωνική και βαρλααμική ανθρωπολογία, θεωρεί ότι το σώμα του ανθρώπου δεν είναι πονηρό, αλλά αποτελεί κατοικία του νου, αφού μάλιστα καθίσταται και του Θεού κατοικία, έτσι μαζί με τη ψυχή καθιστά τον άνθρωπο ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αναγέννηση του ανθρώπου γίνεται με το βάπτισμα και η ανακαίνιση με την θεία Ευχαριστία. Είναι τα δύο θεμελιώδη μυστήρια, της θείας οικονομίας.
Το ουσιωδέστερο στοιχείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά συνίσταται στην ανύψωση του ανθρώπου υπεράνω αυτού του κόσμου. Η εμπειρία της θεώσεως είναι δυνατή από εδώ με την παράδοξο σύνδεση του ιστορικού με του υπεριστορικού. Το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, το φως που βλέπουν οι καθαροί ησυχαστές σήμερα και η υπόστασις των αγαθών του μέλλοντος αιώνος αποτελούν τις τρείς φάσεις ενός και του αυτού πνευματικού γεγονότος, σε μια υπερχρόνια πραγματικότητα.
 
Εξέλιξη της υπόθεσης

Τρεις μεγάλες τοπικές σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τα έτη 1341, 1347 και 1351 επεκύρωσαν τις Θέσεις του Παλαμά ως ορθόδοξες, δικαιώνοντας τους ησυχαστές. Παράλληλα καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους οπαδούς του, το μοναχό Γρηγόριο Ακίνδυνο και τον φιλόσοφο Νικηφόρο Γρηγορά. Όμως, λόγω της ταραγμένης πολιτικής κατάστασης, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας δίωξε τον Γρηγόριο ο οποίος συνελήφθη, κλείστηκε διαδοχικά σε μοναστήρια και τέλος φυλακίστηκε στις φυλακές των ανακτόρων (1343), όπου παρέμεινε έγκλειστος για 4 χρόνια[1]. Το 1347 δικαιώθηκε οριστικά και εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Τα τελευταία χρόνια

Η κατοχή της Θεσσαλονίκης από τους Ζηλωτές δεν επέτρεψε στον Παλαμά να εγκατασταθεί σ’ αυτήν, παρά μόνο το 1350. Γρήγορα όμως αναγκάστηκε να αναμειχθεί στις συγκρούσεις Καντακουζηνού-Παλαιολόγου και σε κάποιο ταξίδι του προς την Κωνσταντινούπολη συνελήφθη από τους Τούρκους, οι οποίοι απαίτησαν να πληρωθούν μεγάλα ποσά ως λύτρα, για να απελευθερωθεί ["Ν: τότε ήρθε και σε σημαντικό θεολογικό διάλογο μαζί τους, ο οποίος καταγράφηκε από το γιατρό Ταρωνείτη και σε επιστολές του ίδιου του αγίου. Λεπτομέρειες εδώ. Χαρακτηριστική η ευγένεια του αγίου προς τους αλλόθρησκους, αφού βέβαια είχε υπερασπιστεί με σθένος την αλήθεια του Χριστού: “Για να τους ευχαριστήσω” (μετά τη θεολογική αντιπαράθεση), “χαμογέλασα προς τον τασιμάνη και είπα: αν συμφωνούσαμε στα λόγια, θα ανήκαμε στην ίδια θρησκεία” – “τότε οι Τούρκοι άρχοντες σηκώθηκαν και αποχαιρέτισαν με ευλάβεια τον Θεσσαλονίκης” (δηλαδή τον άγιο Γρηγόριο) “και έφυγαν”].
Μετά την απελευθέρωσή του, το 1355, και μέχρι το θάνατό του από ασθένεια στις 14 Νοεμβρίου του 1359[2], σε ηλικία 63 ετών, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη όπου και αφοσιώθηκε στην άσκηση των ποιμαντικών του καθηκόντων.
 

Ο Γρηγόριος Παλαμάς σ’όλη τη διάρκεια της κοινωνικής αναστατώσεως παρέμεινε γνήσιος ησυχαστής και πατερικός στις επιλογές του. Θα ήταν μεγάλη εις βάρος του αδικία η απόδοση στον Παλαμά αριστοκρατικών ιδεών. Ο Παλαμάς τάσσοντας την παράδοση της θεώσεως πάνω από την πολιτική ρευστότητα, έμεινε φιλικός απέναντι στον Ιω. Παλαιολόγο και την αυτοκράτειρα, κινούμενος και αυτός, ως γνήσιος «βυζαντινός», στο κλίμα της νομιμοφροσύνης. Η αλληλογραφία του με αγιορείτες μοναχούς αποδεικνύει τις ειρηνευτικές προσπάθειές του. Δεν κινήθηκε παραταξιακά και απέφυγε κάθε ανάμειξη υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως. 
Η εμμονή του στην ησυχαστική παράδοση και η αντίθεσή του έναντι του Βαρλαάμ και των βυζαντινών αντιησυχαστών (π.χ. Γρηγοράς) είχε αποκλειστικό στόχο τη συνέχιση της πατερικότητας και τη διάσωση της πνευματικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας. Αυτοεξορίσθηκε στην Ηράκλεια, ενοχλούμενος συχνά, αλλά μη αναμιγνυόμενος στις πολιτικές διενέξεις. Η συμπάθειά του προς τον Καντακουζηνό οφειλόταν στην προσήλωση του Καντακουζηνού στην παράδοση της Ορθοδοξίας και δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η παρουσία και δράση του Βαρλαάμ στην Ανατολή έπεισε τον Παλαμά για υπαρκτό κίνδυνο υποταγής στη Ρώμη, την πνευματική αλλοτρίωση της οποίας είχε αποκαλύψει ο Καλαβρός αντίπαλός του. Έτσι εξηγείται, ότι φάνηκε φιλικός απέναντι στον Καντακουζηνό και όταν εκείνος ήταν ακόμη φίλος και υποστηρικτής του Βαρλαάμ και προστάτης της ανθρωπιστικης αναγεννήσεως. Είναι δε γνωστό, ότι ο Παλαμάς συνέβαλε στη συμφιλίωση Ιω. Καντακουζηνού και Ιω. Παλαιολόγου.
Ο Λαός με το αλάθητο αισθητήριό του ερμήνευσε ορθά τη στάση του Παλαμά και διέγνωσε την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη, που είχε ξαναβρεί τους κανονικούς ρυθμούς της.

Αγιοκατάταξη
Η αγιασμένη οικογένεια του αγίου Γρηγορίου Παλαμά (από εδώ)

Ο Γρηγόριος Παλαμάς άρχισε να τιμάται ως Άγιος σχεδόν αμέσως μετά το θάνατό του. Με συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1368) ανακηρύχθηκε και επίσημα Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 14 Νοεμβρίου και κατά τη Β' Κυριακή των Νηστειών, αμέσως μετά από την Κυριακή της Ορθοδοξίας και σαν συνέχεια εκείνης, επειδή η νίκη επί των Θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων[1]. Το 2009, ύστερα από πρόταση της Μητρόπολης Βέροιας, Ναούσης και Καμπανίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την αγιοκατάταξη και των μελών της οικογένειας του. Ημέρα μνήμης τους ορίστηκε η 18η Δεκεμβρίου. [3]
 
Βιβλιογραφία

«Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς», Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου.
 
Βασίλειος Τσίγκος, Προλεγόμενα στή θεολογική γνωσιολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010
 
Γεώργιος Μαρτζέλος, «Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς και η νεώτερη δυτική θεολογία», στο: Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά (12-14 Νοεμβρίου 1984), Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 213-227.
 
πρωτοπρ. Valentin Asmus, «O Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η αυτοκρατορική εξουσία»,στο: Πρακτικά Συνεδρίου (Θεσσ/ίκη 21-25 Μαΐου 1997),Η Θεσσαλονίκη ως κέντρο ορθοδόξου θεολογίας Προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη, Θεσσ/ίκη, 2000, σελ.115-122
 
Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, Το έτος του θανάτου Γρηγορίου του Παλαμά, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αθηνών, τομ.1 (1926),σελ.74

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Ἡ ἰατρική τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.



Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὡς ἀληθινοί πνευματικοί ἰατροί μᾶς ἀποκάλυψαν  ὅλα ὅσα πρέπει νά γνωρίζουμε γιά τά πάθη. Βέβαια στήν πράξη, εἶναι σωστότερο νά μήν ἀντιμετωπίζουμε τά πάθη μ’ ἕναν ἐπιθετικό τρόπο.

Ὁ μακαριστός π. Πορφύριος συνιστοῦσε νά «ἀφήσουμε» τίς ἀδυναμίες καί τό κακό· νά μήν μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ ὕπαρξή τους. Ἀντίθετα νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε τρόπους ν’ ἀγαπήσουμε τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ καλλίτερη ἀντιμετώπιση τῶν παθῶν, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου: ἡ περιφρόνηση.

Ὁ Γέροντας δέν ὑπονοοῦσε μέ τά λεγόμενά του ὅτι πρέπει νά ἔχουμε ἄγνοια γιά τό τί εἶναι τά πάθη, ἤ γιά τό πῶς δημιουργοῦνται καί πῶς θεραπεύονται. Ἁπλῶς δέν ἤθελε νά «ματώνουμε» ἀντιμετωπίζοντάς τα «κατά μέτωπο».
 Γιαυτό συνιστοῦσε νά τά περιφρονοῦμε καί νά στρεφόμαστε πρός τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ.

«Εἶναι καλύτερο» λέγει καὶ ὁ Ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος «νὰ καταβάλλεις τὰ πάθη μὲ καλοὺς λογισμούς, μνημονεύοντας τὶς ἀρετές, παρὰ μὲ τὴν ἀντίσταση(κατά τόν παθῶν)[1]. Διότι τὰ πάθη, ὅταν διεγερθοῦν καὶ κινηθοῦν ἐναντίον σου γιὰ νὰ σὲ πολεμήσουν, τότε ἐντυπώνουν στὸ νοῦ σου διάφορα σχήματα καὶ εἰκόνες, πού προκαλοῦν στὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ νοῦ μας ἔχει πολὺ μεγάλη δύναμη, καθὼς ταράζει τὶς παλιὲς μνῆμες καὶ μᾶς θορυβεῖ. Ἐὰν ὅμως, πάνω στὴν ἐπίθεσή τους, τοὺς ὑποσκάπτεις μὲ ἀγαθοὺς λογισμούς, ὅπως εἴπαμε, τότε οὔτε ἴχνος παθῶν δὲ φαίνεται πιὰ στὸ νοῦ σου, μετὰ τὴν ἀποδίωξή τους»[2].

Ἡ ἁμαρτία καί τά πάθη ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Πορφύριο στήν θλίψη, τήν μελαγχολία καί τήν κατάθλιψη.

Στήν Ἁγία Γραφή ἔχουμε τό παράδειγμα- διήγηση τοῦ Σαούλ ὁ ὁποῖος ἁμάρτησε καί καταλήφθηκε ἀπό βαρειά μελαγχολία καί δαιμονισμό(Α΄Βασ. 16, 14-15). «Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον» ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, «τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Σαούλ. Ἕνα δὲ ἄλλο πνεῦμα, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, πνεῦμα πονηρὸν ἐτάρασσεν αὐτόν. Οἱ δοῦλοι τοῦ Σαοὺλ τοῦ εἶπαν: “ἰδού, λοιπόν, ὅτι ἕνα πνεῦμα πονηρὸν κατὰ παραχώρησιν τοῦ Κυρίου σὲ πνίγει»[3]

Ἐπίσης ἔχουμε τό περιστατικό μέ τόν Ναβουχοδονόσορα ὁ ὁποῖος ἔπειτα ἀπό τίς ἐπιτυχίες του ἐντός καί ἐκτός τῆς αὐτοκρατορίας του, παραφρόνησε λόγῳ τῆς μεγάλης του ἀλαζονείας. Ἔπαθε ἕνα εἶδος τρέλας γνωστή ὡς λυκανθρωπία, κατά τήν ὁποία ἐγκατέλειψε τούς ἀνθρώπους καί ζοῦσε ὡς ἄγριο θηρίο. Μετά ἀπό ἑπτά χρόνια ὅταν ἀναγνώρισε τό μεγαλεῖο, τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ταπεινώθηκε, τότε θεραπεύθηκε(Δαν. 4,28-37).

Γράφεται στήν Παλαιά Διαθήκη στό βιβλίο τοῦ Προφήτη Δανιήλ: «Ὅλα αὐτὰ συνέβησαν στὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα. Δώδεκα μήνας ἔπειτα ἀπό αὐτὸ τὸ ὄνειρον, ἐνῶ αὐτὸς ἐπεριπατοῦσε στὸν ἐν Βαβυλῶνι ναὸν τῆς βασιλείας του, ἐπῆρε τὸν λόγον καὶ εἶπεν· “αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ μεγάλη Βαβυλών, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνοικοδόμησα ὡς πρωτεύουσαν τῆς βασιλείας μου, μὲ τὴν μεγάλην μου ἰσχὺν καὶ δύναμιν, ὥστε νὰ διαλαλῆ τὴν μεγαλειότητά μου καὶ τὴν δόξαν μου”; Ἐνῶ εὑρίσκετο ὁ λόγος αὐτὸς ἀκόμη στὸ στόμα τοῦ βασιλέως, ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. “Εἰς σέ, βασιλεῦ Ναβουχοδονόσορ, ἀπευθύνεται ὁ λόγος αὐτός· ἡ βασιλεία σου ἐπέρασεν, ἀφηρέθη ἀπὸ σέ. Θὰ σὲ ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ κατοικία σου θὰ εἶναι ἀνάμεσα εἰς τὰ θηρία τὰ ἄγρια. Θὰ σὲ τρέφουν μὲ χορτάρι, ὡσὰν τὸ βόϊδι καὶ θὰ περάσουν ἑπτὰ καιροὶ ἐπάνω σου, ἕως ὅτου μάθης καὶ γνώρισης, ὅτι ὁ Ὕψιστος Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅτι δίδει Αὐτὸς τὴν βασιλείαν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει”.

Κατὰ τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην ἐξεπληρώθη διὰ τὸν Ναβουχοδονόσορα ἡ προφητεία τοῦ ὀνείρου. Διότι αὐτὸς ἔχασε τὸ λογικόν του, ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, ἔτρωγεν ὡσὰν βόϊδι χορτάρι καὶ ἡ δρόσος τοῦ οὐρανοῦ ἔβρεχε τὸ σῶμα του, ἕως ὅτου αἱ τρίχες αὐτοῦ ἐμεγάλωσαν ὡσὰν τὰς τρίχας τοῦ λέοντος καὶ τὰ νύχια του ἔγιναν ὡσὰν τὰ νύχια τῶν ἁρπακτικῶν ὀρνέων.

“Μετά τὸ πέρας τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος, ἐγὼ ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὕψωσα τοὺς ὀφθαλμούς μου στὸν οὐρανὸν καὶ τὸ λογικόν μου ἐπανῆλθεν. Ἐδόξασα τὸν Ὕψιστον καὶ ὑμνολόγησα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζῆ στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Τὸν ἐδοξολόγησα, διότι εἰς Αὐτὸν πράγματι εἶναι αἰώνιος ἡ ἐξουσία καὶ ἡ βασιλεία Του εἰς γενεὰν γενεῶν»[4].

Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ὑπερηφάνεια ὁδηγοῦν στήν κατάθλιψη-μελαγχολία, στήν τρέλα καί στό δαιμονισμό. Ἡ ταπείνωση καί ἡ πρός τόν Θεό δοξολογία-ἀγάπη θεραπεύουν τήν ἄρρωστη ψυχή.

Σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο: «Ὅπως εἶναι ἡ ἀρρώστια στὸ σῶμα, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτία στὴν ψυχή. Γι΄ αὐτὸ ἡ ἰατρικὴ τῶν ψυχῶν δὲν καταγίνεται μὲ τίποτ΄ ἄλλο, παρὰ μόνο μὲ τὴν καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν αἰτίων της, τῶν παθῶν»[5].

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://Hristospanagia3.blogspot.com  
[1] Μέ τόν λεγόμενο ἀντιρρητικό πόλεμο.
[2] http://www.pigizois.net/vivlia/isaak_o_siros/onomata_pathon.htm
[3] Α΄ Βασ. 16, 14-15:« Καὶ πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπὸ Σαούλ, καὶ ἔπνιγεν αὐτὸν πνεῦμα πονηρὸν παρὰ Κυρίου. καὶ εἶπαν οἱ παῖδες Σαοὺλ πρὸς αὐτόν· ἰδοὺ δὴ πνεῦμα Κυρίου πονηρὸν πνίγει σε·».
[4] Δαν. 4,28-37: «Ταῦτα πάντα ἔφθασεν ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ τὸν βασιλέα.μετὰ δωδεκάμηνον ἐπὶ τῷ ναῷ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι περιπατῶν ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· οὐχ αὕτη ἐστὶ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣν ἐγὼ ᾠκοδόμησα εἰς οἶκον βασιλείας ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου εἰς τιμὴν τῆς δόξης μου; ἔτι τοῦ λόγου ἐν τῷ στόματι τοῦ βασιλέως ὄντος, φωνὴ ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐγένετο· σοὶ λέγουσι, Ναβουχοδονόσορ βασιλεῦ, ἡ βασιλεία παρῆλθεν ἀπὸ σοῦ, καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων σέ ἐκδιώξουσι, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ κατοικία σου καὶ χόρτον ὡς βοῦν ψωμιοῦσί σε, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπὶ σέ, ἕως οὗ γνῷς, ὅτι κυριεύει ὁ Ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν. αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὁ λόγος συνετελέσθη ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ, καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐξεδιώχθη καὶ χόρτον ὡς βοῦς ἤσθιε, καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐβάφη, ἕως οὗ αἱ τρίχες αὐτοῦ ὡς λεόντων ἐμεγαλύνθησαν καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ ὡς ὀρνέων. - Καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέλαβον, καὶ αἱ φρένες μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστράφησαν, καὶ τῷ Ὑψίστῳ ηὐλόγησα καὶ τῷ ζῶντι εἰς τὸν αἰῶνα ᾔνεσα καὶ ἐδόξασα, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν»
[5] Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἀπόσταγμα πατερικῆς σοφίας", Εἴκοσι πνευματικὰ κεφάλαια βασισμένα σὲ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου (σελ. 40)
http://agioritis.pblogs.gr/2011/03
Πηγή εἰκόνας π. Πορφυρίου: Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς, Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ.

''Ἡ προσευχή θέλει βία, θέλει ἀγώνα''.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ ΧΑΡΙΘΕΑΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ Ι.Μ. ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. " Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΘΕΛΕΙ ΒΙΑ, ΘΕΛΕΙ ΑΓΩΝΑ"

Όταν ρωτούσαμε την Γερόντισσα, με ποιο τρόπο μπορεί ό άνθρωπος να αποφύγει τον πειρασμό της ακηδίας στο θέμα της προσευχής, μας έλεγε: «Ή τέχνη είναι να πιέσης τον εαυτόν σου, να τον βιάσης να κάνη έστω ένα κομποσκοίνι και μετά δεν θα αντέξεις για να μην κάνης και δεύτερο και τρίτο. Γλυκαίνεσαι! Δεν σε αφήνει ο Χριστός. Ή προσευχή διδάσκει από μόνη της με ποιο τρόπο πρέπει να προσευχόμαστε και δεν χρειάζεται δάσκαλος, όταν υπάρχει Αγάπη έναντι τού Θεού. Να παρακαλείτε τον Θεό με ταπείνωση: Κύριε, Ιησού Χριστέ, βοήθησόν με να σωθώ. Δίδαξαν με, να προσευχηθώ, να σταθώ καθαρός ενώπιων σου, Θεέ μου. Κύριε ό Θεός ημών, ειρήνην δός ημίν. Κτήσαι ή μάς Κύριε . Κάνε μας δικούς σου, Θεέ μου. Την σήν ειρήνην δός ημίν. 
Έτσι, όταν ζητούμε τού Θεού να μάς κάνη δικούς Του, να μάς κατακτήσει, τού προσφέρουμε την καρδία μας ανοιχτεί, για να κατοικήσει μέσα, διότι ό Θεός, χωρίς να Τού το ζητήσουμε, δεν έρχεται μέσα μας, διότι σέβεται την ανθρώπινη ελευθερία.
Ή ειρήνη της ψυχής είναι καρπός της χάριτος τού Θεού και κατοικεί σε ταπεινές και καθαρές καρδιές. Σήμερα, δυστυχώς, οι ψυχές των ανθρώπων είναι ταραγμένες και  έχουν μεγάλη ανάγκη από αυτή την ειρήνη του Θεού στην καρδιά τους. Και φυσικά ή ειρήνη της ψυχής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε πνευματική εργασία.
Εμείς μπροστά στον Θεό να προσευχόμαστε με ειρήνη και χωρίς βιασύνη. Έτσι μαθαίνει ό άνθρωπος σιγά σιγά να προσεύχεται. Όμως χρειάζεται επιμονή επειδή ή προσευχή δεν περιορίζεται μόνο την ώρα τού κανόνος αλλά πρέπει να είναι αδιάλειπτος. Μήπως τόσες ώρες στην εκκλησία δεν προσευχόμαστε; Με τά βιβλία στα χέρια, με το κομποσκοίνι στην ζώνη, ακούομεν και διαβάζομαι τά κατορθώματα και τούς κόπους των Αγίων, πού υπηρέτησαν τον Θεό εν πείνει εν πείνει εν ψύχει και γυμνότητι, με κακοπάθεια και μαρτύρια. Άν νομίζουμε πώς κάναμε τον ορισμένο κανόνα μας και υστέρα είμαστε ελεύθερες να μεριμνώμεν και τυρβαζώμεθα περί πολλά, πόρρω απέχουμε της καλογερικής. Ή προσευχή θέλει βία, θέλει αγώνα όμως είναι και κάτι εντελώς προσωπικό και ό καθένας μπορεί να προσευχηθεί στον Θεό όπως θέλει, όπως αναπαύεται. Και τότε, όταν συναντήσει την πραγματική προσευχή και επικοινωνία με τον Θεό, δεν μπορεί ή καρδία του να πάψη να Τον επικαλείται κάθε λεπτό».
Όταν της λέγαμε ότι δεν έχουμε κατάνυξη στην προσευχή μας, απαντούσε:
«Έ, και καλά αδελφή, όταν σκεφτείς, όταν αναλογιστής, έστω και ένα λεπτό, το πάθος τού Χριστού, δεν συγκινείσαι; Δεν είναι λίγο πράγμα ένας Θεός να ανεβή στον Σταυρό! Σε κάθε θεία Λειτουργία βλέπω τον ίδιο τον Χριστό να κοινωνή τούς Αγίους Αποστόλους και μεταφέρομαι στον χώρο των Αγίων Του Παθημάτων και αναλογίζομαι την άμετρο ευσπλαχνία και ταπείνωση πού δείχνει στο πλάσμα Του και κλαίω. Μπορεί ή ανθρώπινη καρδιά να μην λυγίσει, να μην γονατίσει, να μη κλάψει από Αγάπη και συγκίνηση μπροστά σε τέτοιο Θεό; Έτσι να σκέφτεστε και θα δείτε τα δάκρυα να γίνονται ποτάμι στην προσευχή σας. Εμείς να προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε έτσι, και αν ο Θεός θέληση και ευδοκήσει, θα έχουμε και δάκρυ και κατάνυξη στην προσευχή μας.

Όμως  ποτέ να μην απελπιζόμαστε. Ο Θεός είναι μεγάλος, γεμάτος Αγάπη και να μην ξεχνούμε ότι ήλθε στον κόσμο και ντύθηκε την σάρκα μας, για να σωθεί ό κόσμος δι' Αυτού».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΜΑΚΑΡΙΣΤΗ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΧΑΡΙΘΕΑ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑ.ΚΥΠΡΟΣ.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2015/11/blog-post.html

Τί εἶναι ἡ κατάθλιψη-Ἡ ἀγάπη πρός τόν «κόσμο» (κοσμικό φρόνημα) ὁδηγεῖ στήν θλίψη καί τήν Κατάθλιψη


  

 ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ

 
Β1) ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


Ἡ ἀγάπη πρός τόν «κόσμο» (κοσμικό φρόνημα) ὁδηγεῖ στήν θλίψη καί τήν Κατάθλιψη

Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος ταυτίζει τόν κόσμο μέ τά πάθη. Νά τί μᾶς διδάσκει: «Ὅταν θέλουμε νά ὀνομάσουμε ὅλα τά πάθη μαζί, τά λέμε «κόσμο». Καί ὅταν θέλουμε νά ξεχωρίσουμε καί νά δώσουμε στό καθένα τό ὄνομά του, τά ὀνομάζουμε «πάθη». Καί τά πάθη, καθώς διαδέχονται τό ἕνα τό ἄλλο, σχηματίζουν τόν δρόμο τοῦ κόσμου, καί ὅπου τελειώνουν τά πάθη, ἐκεῖ παύει νά ὑπάρχει ὁ δρόμος τοῦ κόσμου... Ὅπου πάψει ἡ ἐνέργεια τῶν παθῶν, ἐκεῖ πεθαίνει μαζί τους καί ὁ κόσμος.
Εἶπε κάποιος σοφός γιά τούς ἁγίους ὅτι, ὅταν ζοῦσαν, ἦταν ἤδη πεθαμένοι, διότι, ἐνῶ ζοῦσαν μέ τό σῶμα τους, δέν ζοῦσαν ζωή σαρκική. Καί σύ πρόσεξε νά δεῖς ποιά πάθη ζοῦνε μέσα σου, γιά νά καταλάβεις πόσο ἀνήκεις στόν κόσμο καί ἐξ αἰτίας ποιῶν παθῶν εἶσαι δεμένος μαζί του καί ἀπό ποιά ἐλευθερώθηκες... Μέ δύο λόγια, κόσμος εἶναι ἡ ἐμπαθής ζωή καί τό σαρκικό φρόνημα. Ὅποιος ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη του, ἔχει ἐξέλθει ἀπό τόν κόσμο»40. (132)
Ὁ χριστιανός καλεῖται νά ἐξέλθει τοῦ κόσμου δηλ. νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά πάθη του. Ὅποιος θέλει νά εἶναι φίλος τοῦ κόσμου «ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται»41...ἀλλά καί τοῦ ἑαυτοῦ του. Ζεῖ ὑποδουλωμένος σέ μία ἀβάσταχτη θλίψη...
Ὅσο δέν θέλει νά μετανοήσει, νά «ἐξέλθει τοῦ κόσμου»42 καί νά ἀγαπήσει τόν Θεό, παραμένει δεμένος μέ τά «ἀγαπώμενα δεσμά τῶν παθῶν». Τό συμπέρασμα βγαίνει ἀβίαστα:


Ἡ ὑποταγή στά πάθη ὁδηγεῖ στήν λύπη καί κατάθλιψη

Ἡ ἀμέλεια, ἡ ραθυμία, ἡ τεμπελιά, ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ καθώς καί ἡ ἄγνοια ὁδηγοῦν στήν διαμόρφωση τῶν διαφόρων παθῶν μέσα μας. Τά πάθη, ὅταν ἐνεργοῦν, ἔχουν σάν ἀποτέλεσμα τήν λύπη καί τήν κατάθλιψη.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ἐννοεῖται ὅτι εἶναι βαπτισμένος) μέ ἀληθινή μετάνοια, τότε ἔχει ἐνεργό τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἔχει φανερό τότε τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια»43. Ὅταν ἡ Χάρη ἀπουσιάζει ἤ εἶναι ἀπενεργοποιημένη λόγῳ τῶν παθῶν, τότε πράγματι ἀπουσιάζουν τά ἀνωτέρω χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει τά ἀντίθετα ἀπό αὐτά δηλ. μίσος, λύπη, ταραχή, ἄγχος, ἀνυπομονησία, κακότητα, ἀπιστία, θυμό, ἀκρασία. Τά πάθη λειτουργοῦν ὡς ἑξῆς:
1. «Αἰχμαλωτίζουν καὶ ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος χάνει τὴν ἐλευθερία του καὶ γίνεται δοῦλος τους.
2.    Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀσθενεῖ. Δὲν αἰσθάνεται τὰ πνευματικά του χαρίσματα οὔτε μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιθυμήση. Βέβαια, "δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι νὰ φθάσουν στὴν ἀπάθεια", μποροῦν ὅμως ὅλοι νὰ σωθοῦν, ὅλοι νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τὸν Θεὸ" (Κλΐμαξ. ΚΣΤ, παρ. νδ),
3.    Τὰ πάθη στέκονται σὰν διάφραγμα καὶ μεσότοιχος μπροστὰ στήν Βαπτισματική Θεία Χάρη καί τίς δοσμένες ἀπό τόν Θεό ἀρετὲς τῆς ψυχῆς. Ἄν δὲν γκρεμιστοῦν αὐτὰ τὰ τείχη μὲ τήν μετάνοια καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, δὲν μποροῦν νὰ φανοῦν τὰ πνευματικὰ χαρίσματα πού βρίσκονται πίσω ἀπὸ αὐτά.
Ὅπως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ βλέπη τὸν ἥλιο ὅταν ὑπάρχει ὀμίχλη, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ καὶ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς ὅταν αὐτὸ καλύπτεται ἀπὸ τὴν ὁμίχλη τῶν παθῶν.
Τὰ πάθη εἶναι σὰν κάποια σκληρὴ οὐσία πού ἐμποδίζει νὰ λειτουργήσουν τὰ διάφορα πνευματικὰ χαρίσματα στὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται συνέχεια μέσα στὸ σκοτάδι, στήν θλίψη, στήν κατάθλιψη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ στὴν χώρα τῆς ζωῆς, τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός.
Ἕνας φιλάργυρος π.χ. δὲν γνωρίζει τὴν χαρὰ τῆς ἐλεημοσύνης οὔτε ὁ φιλοκόσμος τὴν χάρη τῶν δακρύων καὶ τοῦ πένθους.
Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονται σὰν σὲ μία νυκτομαχία καὶ ψηλαφοῦν τὸ σκότος. Διότι τὸ φῶς ἀνήκει στοὺς ἀγαθοὺς καὶ σ' ἐκείνους πού ἔχουν καθαρίσει τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὰ πάθη.
4. Τελικά τὰ πάθη μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴν ζωή. Καὶ, ἐπειδὴ τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός, τὰ πάθη μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν Θεό, πού εἶναι ἡ Ζωή, καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν θάνατο44.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης 


Τί εἶναι ἡ κατάθλιψη-Οἱ αἰτίες τῆς ἀκηδίας-λύπης καί ἡ θεραπεία της διά τῆς ἐργασίας.


  
 ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ

 
Β1) ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Οἱ αἰτίες τῆς ἀκηδίας-λύπης καί ἡ θεραπεία της διά τῆς ἐργασίας.
«Ἂς ἀκούσουμε», συνεχίζει ὁ ἀββᾶς Κασσιανός, «πόσο καθαρά μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος τὶς αἰτίες τῆς ἀκηδίας. Ἐκείνους πού δὲν ἐργάζονται, τοὺς ὀνομάζει ἄτακτους, φανερώνοντας μὲ μία λέξη πολλὴ κακία. Γιατί ὁ ἄτακτος εἶναι καὶ ἀνευλαβὴς καὶ αὐθάδης στὰ λόγια καὶ πρόχειρος σὲ κατηγορίες, καὶ γι' αὐτὸ εἶναι ἀκατάλληλος γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ δοῦλος τῆς ἀκηδίας. Παραγγέλλει λοιπὸν νὰ τοὺς ἀποφεύγουμε, δηλαδὴ νὰ φεύγουμε μακριά τους, σὰν νὰ ἔχουν μεταδοτικὴ ἀρρώστια. Κι ἔπειτα, μὲ τὴ φράση "καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν ἥν παρέλαβον παρ' ἡμῶν", φανερώνει πώς αὐτοὶ εἶναι ὑπερήφανοι καὶ καταφρονητὲς καὶ ἀνατροπεῖς τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων. Καὶ στὴν συνέχεια λέει: "οὐδὲ δωρεὰν ἄρτον ἐφάγομεν παρὰ τινος, ἂλλ' ἐν κόπῳ καί μόχθῳ, νύκτα καὶ ἥμεραν ἐργαζόμενοι, πρὸς τὸ μὴ ἐπιβαρῆσαι τίνα ὑμῶν". Πώ πώ! Ὁ διδάσκαλος τῶν ἐθνῶν, ὁ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου, πού ἀνέβηκε ὡς τὸν τρίτο οὐρανό, αὐτὸς πού λέει ὅτι ὁ Κύριος πρόσταξε τοὺς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ζοῦν ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο (Α' Κορ. 9:14), ἐργαζόταν ὁ ἴδιος νύχτα καὶ μέρα, μὲ κόπο καὶ μόχθο, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνει κανέναν!
Τί λοιπὸν θὰ κάνουμε ἐμεῖς, πού εἴμαστε στὴν ἐργασία ὀκνηροὶ καὶ ἐπιδιώκουμε τὴ σωματικὴ ἀνάπαυση, ἐμεῖς, πού οὔτε κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς ἔχει ἀνατεθεῖ, οὔτε ἡ μέριμνα γιὰ τὶς Ἐκκλησίες (ἀλλὰ μόνον ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή μας); Γιὰ νὰ δείξει ὅμως πιὸ καθαρὰ τὴ βλάβη πού φέρνει ἡ ἀργία, καταλήγει: "μηδὲν ἐργαζομένους, ἀλλὰ περιεργαζομένους". Γιατί ἀπὸ τὴν ἀργία γεννιέται (ἡ περιέργεια, ἀπὸ τὴν περιέργεια) ἡ ἀταξία καὶ ἀπὸ τὴν ἀταξία κάθε κακία. (καὶ γιὰ νὰ καθορίσει τὴ θεραπεία τους, συμπληρώνει: "τοῖς δὲ τοιούτοις παραγγέλλομεν..., Ἵνα μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι τὸν ἑαυτῶν ἄρτον ἐσθίωσιν". Κάνει μάλιστα καὶ μία βαρύτερη ἐπίπληξη: "εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω".
Αὐτὲς τὶς ἀποστολικὲς παραγγελίες ἔχοντας ὑπόψη οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Αἰγύπτου, δὲν ἀφήνουν ποτὲ νὰ μένουν ἀργοὶ οἱ μοναχοί, καὶ μάλιστα οἱ νεώτεροι, ἐπειδὴ γνωρίζουν ὅτι, μὲ τὴν ὑπομονὴ στὴν ἐργασία, καὶ τὴν ἀκηδία διώχνουν καὶ τὴν τροφὴ τους προμηθεύονται καὶ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη βοηθοῦν. Γιατί δὲν ἐργάζονται μόνο γιὰ τὶς δικές τους ἀνάγκες ἀλλὰ καὶ σὲ ξένους καὶ σὲ φτωχοὺς καὶ σὲ φυλακισμένους δίνουν ἀπὸ τὴν ἐργασία τους, πιστεύοντας ὅτι ἡ ἀγαθοεργία αὐτὴ εἶναι θυσία ἅγια καὶ εὐάρεστη στὸν Θεό, καὶ λένε ἐπίσης οἱ πατέρες ὅτι ὁ ἐργαζόμενος πολεμάει μ' ἕναν δαίμονα πολλὲς φορὲς καὶ στενοχωρεῖται ἀπ' αὐτόν, ἐνῶ ὁ ἀργὸς αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ χιλιάδες πονηρὰ πνεύματα»68.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, βαθεῖς γνῶστες τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς κάνουν τήν σωστήν «διαφορική διάγνωση» μεταξύ τῶν δύο μορφῶν λύπης καί μᾶς δίνουν τήν θεραπεία τῆς κατάθλιψης, πού εἶναι ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν διά τῆς προσευχῆς, τῆς ψαλμωδίας, τῆς ἐργασίας καί τῆς ἀσκητικῆς-μυστηριακῆς ζωῆς γενικότερα.
Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος διαχειρίζεται σωστά τήν λύπη. Ἀντίθετα ὁ ἐμπαθής τήν χρησιμοποιεῖ κακῶς καί πέφτει σέ κατάθλιψη69.
Ἄν ἡ κατάθλιψη δέν ἀντιμετωπιστεῖ τά ἀποτελέσματα εἶναι ὀδυνηρά.

 
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης 


Τό ποτήριο τοῦ Χριστοῦ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


 Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov
Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης

– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.

Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ· προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.

Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει· γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.

Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς.


Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότωτων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση · μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψ. 115, 4)

Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν Θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο· ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)

Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει ξνά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »

Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς του.

Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.

Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.

Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν·σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α’, 29).

Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαι ἤ ἄδικα ; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύν πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο.

Λαμβάνοντας τό Ποτήριο ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, θυμήσου ὅτι εἶναι Ποτήριο ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἀθῶος ἀλλά καί πανάγιος. Σκεπτόμενος αὐτό, θυμήσου καί ἐσύ καί οἱ ἄλλοι πάσχοντες ἁμαρτωλοί, τά λόγια πού ὁ μακάριος καί φωτισμένος ληστής στά δεξιά τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου εἶπε «ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν … μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιελεία σου» (Λκ. κγ΄, 41 – 42)