Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΠΟΡΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΓΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΠΟΡΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΓΟΥ

 

 

 

Το κείμενο πού ακολουθεί, εστάλη από τον μοναχό Ιωσήφ εις τους εν Χριστώ αδελφούς του εις Κύπρον:Τελευταίως ήρθεν εδώ στο Άγιον Όρος ένα παιδάκι 16-17 ετών. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τριών χρόνων οί γονείς του το έδωσαν σε κάτι μάγους εις την Κίναν και το έβαλαν σε Κινέζικο μοναστήρι, οπού πιστεύουν εις τον Βούδα. Μέχρι 11 χρόνων το παιδί έγινε τέλειος μάγος. Διηγείται ό ίδιος δτι μπορούσε να καλέσει οποίον δαίμονα ήθελε.Έχει -λέγει- άλλον δαίμονα για την πορνείαν, άλλον του θυμού, της κατακρίσεως κ.λπ. 'Ηξερε να τους φωνάζει και να του φανερώνονται και να τους προστάζει ότι ήθελε. Πολλές φορές περπατούσε στον αέρα όταν ήθελε και γενικά είχε τους δαίμονες εις την υπηρεσία του, πολλούς των οποίων γνωρίζει τα ονόματα, μεγαλύτερος των οποίων είναι ό Εωσφόρος και ακολουθούν άλλοι οχτώ αρχηγοί. Εις το μοναστήρι ησκήθη επίσης είς την πάλην και έχει τόση τέχνη να χτυπήσει πέτραν να την σπάσει με το χέρι του, πράγμα πού είδαμε να πράττει και εδώ. Γνωρίζει σε τέλειον βαθμόν την πάλη καράτε και φοράει ζώνη μαύρη (των τελείων παλαιστών).Εις ηλικία 11 ετών έγινε τέλειος μάγος, εννοώ μάγος οπού δεν υπάρχει όμοιος του εις Ευρώπην. Χαρακτηριστικόν και θλιβερόν είναι και το εξής περιστατικόν: Επισκέφθη το Θιβέτ κάποιος Καρδινάλιος, εις δε το πρόγραμμα υποδοχής ό Δαλάϊ-Λάμα κάλεσε τους ηγουμένους των μοναστηριών μαζί με τους εκλεκτότερους μαθητάς, εις των οποίων ήτο και ό πιτσιρίκος Γιώργος (ηλικίας 8-9 ετών επελέγη μεταξύ των αρίστων μαθητών έκαστος ηγούμενος επέλεγε ένα ή δύο).

 

 

Εις την υποδοχήν εκάλεσεν ό Δαλάϊ-Λάμα τον Εωσφόρο όστις παρουσιάσθη σε μορφήν μαύρου γίγαντος. Εν πρώτοις έπεσαν όλοι και τον προσεκύνησαν. Ακολούθως προσεφώνησεν ό Εωσφόρος τον Καρδινάλιον στον οποίο υπέσχετο δόξας και τιμάς...Ως τέλειος μάγος, έλαβε ό μικρός βαθμόν 11 1/2. Ό 12ος βαθμός είναι ό μείζων πλην εστερείτο ηλικίας. Εις ηλικία 20 ετών θα εσφραγίζετο ως ιερεύς 12ου βαθμού.Αφού τελείωσε τάς σπουδάς του ό νέος, σκέφθηκε να μάθη και γράμματα και ξένες γλώσσες. Το δε θαυμαστόν, αφού γύρισε ανά την υφήλιο, εμάνθανεν εντός ολίγου την γλώσσαν εκάστης χώρας. Εις την Αμερική επεσκέφθη τους σατανιστάς και παρέστη εις ανθρωποθυσίαν. Όσα δε φρικτά επιτελούνται εκεί, αδύνατον να περιγράφουν.Κάποτε ένας συνάδελφος του, του είπε: Συνάδελφε άστα. Είδα εγώ, μάγον πού ούτε νήπια δεν λογιζόμαστε κοντά τον... Πήγα στους χριστιανούς και είδα τον ιερέα να παίρνει βρέφος να το σφάζει, να το τρώει και να δίνη και στους άλλος. Πράγματι, οι δύο νέοι διεπίστωσαν ότι στους χριστιανούς υπάρχει ένα φοβερό μυστήριο. (Είδαν Ιδίοις όμμασιν την αναίμακτον θυσίαν τον Χριστού μας).Περίεργον πώς ό εκ των γονέων εγκαταλειφθείς νεαρός ανακάλυψε τα ίχνη τους εις την Σουηδίαν ασχολούμενους με επιχειρήσεις.Κατά θείαν οικονομία συναντά Ορθόδοξον ευλαβή ιερέα τον οποίον και επεσκέφθη και εις τον οποίον άρχισεν επίδειξιν μαγικής τέχνης: υψώθηκε στον αέρα, κάλεσε το νερό να έλθει με το ποτήρι στα χείλη του μόνο του να πιει, κουνούσε τραπεζάκια κ.λπ.


 

Ό ιερεύς έβλεπε με απάθεια. Λέγει ό μικρός. Πώς εσύ δεν θαυμάζεις όπως και οι άλλοι; Η μήπως μπορείς να κάνεις τα όμοια: Λέγει ό ιερεύς: «εγώ δεν κάνω τέτοια, μπορώ όμως να σε κάνω να μην κάνης εσύ τέτοια» και του φοράει ένα ξύλινο σταυρό. «Ορίστε, ξαναπέταξε», του λέγει. Δοκιμάζει μια, δυο, τίποτε. Καλεί τον Εωσφόρο εις βοήθειαν. Ή απάντησης: «Δεν μπορώ αν δεν πετάξεις εκείνο το ξύλο». Γέλασεν ό ιερεύς. Ό μικρός τα 'χασέ, συνάμα όμως σοφίστηκε και ρωτά τι είναι αυτό το ξύλο και τοιουτοτρόπως εκατάλαβεν ότι οί δαίμονες δεν είναι τίποτε μπροστά στον Χριστόν. Αφού κατηχήθη αρκετά περί της Ορθοδόξου πίστεως, ήκουσε μεταξύ των άλλων θαυμάσιων της πίστεως μας και περί του Άγιου Φωτός το οποίον αναβλύζει εκ του Τάφου του Κυρίου, διό και απεφάσισε το ερχόμενο Πάσχα να μεταβεί είς Ιεροσόλυμα.Ήκουσεν εις Σουηδίαν περί ενός περίφημου φακίρη, ό οποίος μάζευε πλήθος κόσμου δια να τον θαυμάσουν. Μεταβαίνει ό μικρός (νεοφώτιστος ήδη) με ένα ξύλινον σταυρόν ως όπλον προς παρακολούθησιν δήθεν των θαυμάτων του φακίρη και, ώ των θαυμάσιων Σταυρέ πανάγιε! Πάσα τέχνη του μεγάλου τεχνίτου έμεινε ανενέργητος! Ό ίδιος εξετέθη ενώπιον του ακροατηρίου, το οποίον διελύθη με διαμαρτυρίες κ.λπ. Μόνος δε έμεινε ό μικρός Γιώργος τον οποίον υποπτεύθη ως υπαίτιο. Αυτός δε εξήγαγεν τον Τίμιον Σταυρόν και του απεκάλυψε ότι αυτό το μικρό ξύλο του χάλασε όλα τα σχέδια, πλην όμως, προσθέτει ό μικρός ως τεχνίτης, ό φακίρης ούτος νήπιον ελογίζετο κοντά του και λέει επί λέξει: «Έπεκαλείτο κάτι διαβολάκια τόσο δα μικρά (ίσα με το δάκτυλο) στα οποία εγώ ούτε να μιλήσω δεν καταδεχόμην, κι αν ποτέ τα καλούσα, τους απαγόρευα να εμφανιστούν».Με τον ερχομό του Πάσχα έφθασεν ό Γιώργος εις τα Ιεροσόλυμα. Πράγματι, διεπίστωσεν το αληθές περί του Αγίου Φωτός, πλην όμως του μπήκεν ή υπόνοια μήπως υπογείως υπάρχουν μηχανήματα και ανάβουν το Φως. Καλεί λοιπόν τον Εωσφόρο. Ό Εωσφόρος γεμάτος χαράν εμφανίζεται εμπρός εις την ανέλπιστο πρόσκλησιν και διατίθεται να εξυπηρέτηση τον φίλον του με προθυμίαν. Του λέγει ό Γιώργος: «Δάνεισε μου την δύναμίν σου να κοιτάξω μέσα στον τάφον». Αμέσως ανοίγει ό τόπος και βλέπει μέχρις ορισμένου σημείου εις απόστασιν αρκετήν πίσω από τον Τάφον. Από εκεί και πέρα σκότος. Του ξαναλέγει: «Δεν βλέπω τον Τάφον, βοήθησέ με να δω».Απάντησης: «Δέν μπορώ να πλησιάσω, καίγομαι».

 

Εν συνεχεία φωνάζει, δεύτερον δαιμόνιον. Απάντησης, ή αυτή. Αυθόρμητα ό μικρός δόξασε τον Θεόν και έβαλε τον σταυρόν του, ό δε διάβολος του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και από τη δύναμη του σταυρού έφυγε με κραυγάς «καίγομαι, καίγομαι». Όταν ό αδελφός μας Γιώργος επέστρεψε εις την Σουηδίαν, λέγει εις τον ευεργέτη του ιερέα. «Τώρα βρίσε όσο θέλεις και τον Βούδαν και την θρησκείαν του. Σ' ευχαριστώ, διότι διεπίστωσα ότι ή Θρησκεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι αληθής».Ό διψασμένος νέος ακολούθως επισκέπτεται το 'Αγιον Όρος. Κατά θείαν οικονομίαν επέρασεν και από εδώ οπού και εξομολογήθηκε όλα όσα του συνέβησαν. Ό Γέροντας τον δίδαξε νοεράν προσευχήν (το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλό), πλην όμως ό διάβολος είχε λυσσάξει: Δύο τρεις ευχές όταν έλεγε, ζαλιζότανε και σταματούσε. Αφού όλοι τον βοήθησαν με τάς προσευχάς των, μπορούσε κοντά στον Γέροντα να προσευχηθή λίγο. Αλλά ό διάβολος, επειδή είχε εξουσία επάνω του, τον εβασάνιζεν σφόδρα. Συνέχεια εκινούντο τα χέρια του σπασμωδικά, έκαμνε μορφασμούς, κινήσεις κ.λπ. Στο δωμάτιο συνεχώς εμφανιζόταν και τον απειλούσε, αν δεν πετάξει τα κομποσχοίνια και σταματήσει την ευχή θα τον σπάσει στο ξύλο. Παρ' όλα αυτά ό μικρός νέος την ζώνην του καράτε την εφορούσε και έλεγε: «Αυτήν δεν την βγάζω έστω και αν μου κόψουν το κεφάλι». Επίσης έσπαζε τούβλα, έκαμνε επιδείξεις δυνάμεως κ.λπ. Βλέπεις του είχε γίνει δευτέρα φύσις. Τελικά, ή πίεσης του εχθρού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτό επερίμενεν ό διάβολος: αφού τον βρήκε άοπλο, τον βάζει στον δρόμο κάτω και τον έσπασε στο ξύλο. Συνάμα δε τον καλούσε να πάει γρήγορα πίσω στην Νΐμα. Ό μικρός θυμήθηκε την τέχνη του καράτε να αμυνθεί, πλην ό διάβολος διαπερνούσε τα χέρια του και τον κτυπούσε μέχρι πού φώναξε «Χριστέ, βοήθα με». Έρχεται τραυματισμένος πίσω και διηγείται το πάθημα, συνάμα δε με παρακλητικήν δέησιν ρωτά πώς θα γλιτώσει το ξύλο από τον διάβολον. Του λέγω εγώ «με το καράτε». Δεν κάνει -λέγει- τίποτε το καράτε. Τότε επείσθη εις την συμβουλήν του γέροντα και επέταξε την ζώνην.Ό Γέροντας κατόπιν μελέτης απεφάσισε ότι εφ' όσον εξομολογήθη και κατ' άγνοια αλλαξοπίστησε, δεν εκωλύετο να κοινωνήσει, διότι έτσι μόνον θα έσπανε ή δύναμης του σατανά, πλην όμως επροβάλετο το ερώτημα: είναι βαπτισμένος ή όχι. Γράψαμε στην Αθήνα να μάθουμε. Εν τω μεταξύ ό πόλεμος ήταν αφόρητος. Κατά τάς 24 ώρας του ημερονυκτίου δεν τον άφηνε ό διάβολος να κλείσει μάτι. Μόλις άρχιζεν ή θεία λειτουργία του έφερνε ένα φοβερό λήθαργον, εξάπλωνε και κοιμόταν.

 

Τον ετραβούσαμε από τα πόδια να έλθει έστω και λίγην ώραν και μεθυσμένος του ύπνου απαντούσε «όχι». Τελικά ό διάβολος τον απειλούσε συνεχώς αν δεν αφήσει τα κομποσχοίνια και την ευχήν. Δεν άντεξε ό μικρός και τα πέταξε (τρία κομβοσχοίνια: ένα στο λαιμό και τα δύο στα χέρια). Του έκανε παρατήρηση ό Γέροντας, πλην όμως δεν άντεχε πλέον και έτσι πάλιν έφυγε. Συμβουλή όλων μας: «πρόσεχε, ποτέ στην Κίνα». Κατά θείαν οικονομίαν συνηντήθη με Σιμωνοπετρίτες μοναχούς. Τον έπεισαν και τους ακολούθησε. Κατά θείαν νεϋσιν, επειδή έχουν και τα μέσα, τηλεφωνούν αμέσως στην Αθήνα και μαθαίνουν ότι ό μικρός εβαπτίσθη το 61 ή 62 εις Αγίαν Τριάδαν Αμπελοκήπων. Τότε αμέσως τον εκοινώνησαν και, ώ των θαυμάσιων σου Χριστέ, αμέσως έσκασεν ό διάβολος, ειρήνευσεν ό αδελφός Γιώργος, αρκετά και συνάμα απεφάσισε να παραμείνη ως δόκιμος μοναχός. Επειδή όμως έχει μεγάλη εξουσία πάνω του ό εχθρός, χρειάζεται βοήθειαν και εξορκισμούς. Δι' αυτό και ό άγιος Καθηγούμενος όρισε ευλαβή ιερομόναχον να τον έχει υπό την στενή του επίβλεψιν.Από βάθους καρδίας ας ευχαριστήσωμεν τον Κύριον δια την ευσπλαχνία πού έδειξεν εις τον αδελφόν μας Γιώργον, οπού τον άρπαξε από τα δόντια του εχθρού και όλοι ας ευχόμεθα να καταπατήσει τελείως τον διάβολον και ελπίζουμεν ότι, όταν στερεωθή εις την αρετή, έχει να αποκαλύψει πράγματα ανήκουστα μέχρι σήμερον. Γνωρίζει θρησκειολογίαν όσον ουδείς και όχι εξωτερικώς, αλλά εσωτερικώς, βιωματικώς, τον βουδισμόν, Κομφουκιανισμόν, Ινδουϊσμόν, πνευματισμόν, μασωνισμόν, δαιμονολατρείαν κ.λπ. και συμπεραίνει ότι όλαι αύται αι θρησκείαι έχουν κοινήν σχέσιν. Εμπράκτως απορρίπτει και πάσα χριστιανική αίρεσιν και πιστεύει εις μόνην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Ομιλεί με τόσην σοβαρότητα, ώστε νομίζεις ότι αντιμετωπίζεις άνδρα 40 ετών.Έγραψα ολίγα από τα πολλά οπού είδα και ήκουσα, παρακινούμενος από αδελφική αγάπη, την οποίαν στέλλω ως δώρον εις τους γνησίους εν Κύπρω αδελφούς, οίτινες αγωνίζονται τον καλόν αγώνα και εξ' αιτίας των οποίων ίσως ακόμη ό Κύριος δεν εγκατέλειψε την αμαρτωλήν πατρίδαν μας. Ό Γέροντας μας αποστέλλει εις όλους τας ευχάς του. Ό Ιωαννίκιος, σας ασπάζεται όλους με αγάπη. Όλη ή αδελφότης σας αγκαλιάζει με την αγάπη και ευχάς της.Σάς ασπάζομαι όλους με αγάπη, ό αμαρτωλός και ελάχιστος αδελφός σας Ιωσήφ.

 
Πηγή.Πηγή ζωής.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΟ ΚΕΛΛΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΟ ΚΕΛΛΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

  ΑΓΙΟΚΙΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
 
 
 
 
 

Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Γέροντος και πού συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη και πόνο και τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί και εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής και παρρησίας.Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις και πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη και στοργή του Γέροντος.Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων πού είχεν επιτελέσει εν ζωή ό Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι' ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών πού τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», πού κρατείται.Στις δύο (2) Απριλίου 1990 επισκέφθηκα την Αίγινα με την αδελφή μου Αικατερίνη και με δύο οικογενειακές μας γνωστές, την κ. Καλλιόπη Γ. Κομνηνού καί την κ. Φάνη εκ της Ρόδου.Επισκεφθήκαμε τον Ιερό Τάφο και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο δρόμο πού πηγαίναμε προς Αγιον Νεκτάριο, ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού, ρώτησε τον οδηγό του «ταξί»: Σάς παρακαλώ, εδώ στην Αίγινα υπάρχει και ένα Ιερό Ησυχαστήριο ενός Αγίου Γέροντα του π. Ιερωνύμου. Τον βλέπω επί δέκα (10) χρόνια στον ύπνο μου και συζητούμε για την ασθένεια μου και έχω το βιβλίο πού γράφει για κείνων, «ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης». Είναι σαν να τον έχω γνωρίσει από χρόνια και ζήσει μαζί του.

 

Και βέβαια, μου απαντά ό οδηγός, είναι πολύ εύκολο, θα σας πάω στον Άγιο. Πράγματι, κατόπιν, κατευθυνθήκαμε και πήγαμε στο Ησυχαστήριο του αγίου γέροντος π. Ιερωνύμου.Κτυπήσαμε την πόρτα και φάνηκε ή μοναχή Ευπραξία.Αφού μας πέρασε μέσα, μας οδήγησε και γνωρίσαμε την Γερόντισσα πού είχε υπηρετήσει τον Γέροντα Ιερώνυμο, υπέργηρον ηλικίας 100 ετών.Επήραμε την ευχή της. Κατόπιν μας οδήγησε ή Μοναχή στο Εκκλησάκι της Ευαγγελιστρίας και προσκυνήσαμε και τα Αγια Λείψανα του π. Ιερωνύμου, επίσης τον Τάφο του, τον χώρο πού απεσύρετο και προσευχόταν και ό όποιος ήτο ίσα όσο χωρούσε γονατιστό ένα άνθρωπο και τέλος και το κελλάκι του πού αναπαυότανε και εδέχετο τον κόσμον.Ήταν μεσημέρι. Ή Μοναχή Ευπραξία, ή υποτακτική της Γερόντισσας Ευπραξία, μας έκανε το τραπέζι. Αυτές τις στιγμές, όλες οί φίλες αισθανόμασταν ένα δέος. Ή αίσθησης της ζωντανής παρουσίας και στοργής του π. Ιερωνύμου ήτο πολύ αισθητή, τόσο ώστε προσωπικά ή κάθε μια μας, είχαμε την αίσθηση πώς είχαμε δίπλα μας τον Άγιο Γέροντα, πράγμα πού είναι «σημείο» των Αγίων μας κεκοιμημένων και εν γένει όλων των Αγίων μας.Αφού ήλθε ή ώρα να χαιρετήσουμε το Ησυχαστήριο, βάλαμε μετάνοια στην Οσία Γερόντισσα και στη Μοναχή Εύπραξία, επήραμε ευχή και πήραμε το καράβι και γυρίσαμε στα σπίτια μας στο Αιγάλεω.Την επομένη ημέρα ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού μου προμήθευσε το βιβλίο πού είχε, δηλ. «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, Βίος, πνευματικά υποθήκες και παραινέσεις αυτού» υπό Σωτ. Νούση.Άρχισα να το διαβάζω σιγά-σιγά από την αρχή το βιβλίο, κάθε μέρα και μερικές σελίδες, μέχρι πού έφθασα στο σημείο στη σελίδα 222 (έκδοση Γ') οπού λέει την προσευχή σε κάποιους πού έφευγαν: «Πάτερ Άγιε Ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων ημών, ό πέμψας τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ίώμενος και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι τον δούλον Σου (δείνα) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής τε και ψυχικής ασθενείας. Σον γαρ εστί το ελεεί και σώζει ημάς, Χριστέ ό Θεός ημών και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω Ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».Την ένοιωσα πολύ αυτήν την προσευχή και έκανα τον Σταυρό μου και προσευχήθηκα και εγώ με αυτά τα λόγια και προχώρησα την ανάγνωση. Καθώς διάβαζα, με κατέλαβε ένας γλυκός ανάλαφρος ύπνος και εκεί στον ύπνο μου, αισθάνθηκα έναν βήχα, τρεις φορές έβηξα και βλέπω να φτύνω ένα κρυσταλλόμενο κατακόκκινο σα ζελέ πτύελο, και με το βήχα ξύπνησα.Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου, οπού είχα Επί πολλά έτη βροχικά.Όταν επισκέφθηκα τον θεράποντα ιατρό μου με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε Ίχνος ακροαστικά. Τώρα, με την ευλογία του Αγίου Ιερωνύμου και την Ιαματική του αγία δύναμη, δεν ξανά αρρώστησα. Είναι σαν να μη είχα ποτέ βρογχικά και τα φάρμακα τα πέταξα.Ή θεραπευθείσα και πάντοτε ευγνώμων Δοξάζω τον Κύριο και τον πρέσβυ Του Άγιο Ιερώνυμο.Με άπειρη ευλάβεια ή ιαθείσα προσκυνήτρια, Σοφία Παύλου Ιωάννου.

 
                                                     

                                                                                   Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας

ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΒΑΝΙΛΙΑΣ

ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΒΑΝΙΛΙΑΣ

 
 
 
 
Δημιουργούνται Χριστεπώνυμες ομάδες στο διαδίκτυο με τέτοια περισσή,σιροπιαστή,γενικόλογη αγάπη,που αδυνατείς,να ξεχωρίσεις την σαρκική αγάπη από τον Θείο Πατρογονικό μας Έρωτα,ομοθυμαδόν,λαικοί θιασώτες μιας ανερμήνευτης,απροσδιόριστης και αφελούς αγάπης συνωστίζονται στις πιο ευφάνταστες,καλογραμμένες αναρτήσεις,που συχνά, οι περισσότερες θυμίζουν παλιά, εικονογραφημένα,κλασσικά σινερομάντζα,τόση αγάπη μετουσιωμένη σε σιροπιαστό γλυκό του κουταλιού ή σε αφράτο,μακεδονίτικο,καλοψημένο ραβανί.

 

Μπερδέψαμε κατά πως φαίνεται την κατά Χριστόν αγάπη,με τα λούτρινα αρκουδάκια,τις αυτοσχέδιες,ηλεκτρονικές εικονίτσες γεμάτες με λουλούδια του αγρού,εποχιακά,ανθισμένα κρίνα του θερμοκηπίου και κατάλευκες αζαλέες Ταυλάνδης,αγαπόλογες,επηρμένες αναρτήσεις,που καθιστούν τον Χριστό μας,κάτι σαν σταρ του Σινεμά ή ως αρρενωπό ηθοποιό αμερικάνικης,αήθους σαπουνόπερας,δημιουργούνται Χριστεπώνυμες ομάδες στο διαδύκτιο με τέτοια περισσή,σιροπιαστή,γενικόλογη αγάπη,που αδυνατείς,να ξεχωρίσεις την σαρκική αγάπη από τον Θείο Πατρογονικό μας Έρωτα,ομοθυμαδόν,λαικοί θιασώτες μιας ανερμήνευτης,απροσδιόριστης και αφελούς αγάπης συνωστίζονται στις πιο ευφάνταστες,καλογραμμένες αναρτήσεις,που συχνά, οι περισσότερες θυμίζουν παλιά, εικονογραφημένα,κλασσικά σινερομάντζα,τόση αγάπη μετουσιωμένη σε σιροπιαστό γλυκό του κουταλιού ή σε αφράτο,μακεδονίτικο,καλοψημένο ραβανί,ξεφύγαμε  τελείως,υπό το ερμητικά φιλάσθενο κι ανίερο  κράτος μιας ανορθόδοξης,αρρωστημένης,μεταδοτικής ασθένειας,που μολύνει επικίνδυνα την κατά Χριστόν αγάπη εν Αληθεία,που βάζει τα όρια,θεσπίζει την διάκριση και πριμοδοτεί την προσοχή,η αγάπη του Χριστού μας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και ανυπέρβλητο συναίσθημα για να χαραμίζεται ανέξοδα σε ιλουστρασιόν καρτούλες,που εξομοιώνουν την Τρισήλιο Θεότητα μ' έναν ΄΄Χριστό΄΄ της παρεούλας,που,ποτε εικονίζεται σε βράχους,ποτε σε ραχούλες,ανάμεσα σε δροσερά μπουκέτα απόκοσμων λουλουδιών,ενίοτε και σε βραχώδη,κυκλαδίτικα νησιά,μόνο στην Μύκονο δεν τον είδαμε ακόμη,μεγάλη η πτώση των ανθρώπων που θαρρούν,πως ο Χριστός μας έχει τον θρόνο του στο photoshop του  διαδικτύου,Τον μεταχειριζόμαστε,ως εύπλαστη,ψευδόχριστη κούκλα της βιτρίνας,γίναμε ασυνείδητα,βέβηλοι εικονομάχοι,''ασελγώντας'' υπερφίαλα στις ιερές εικόνες,αποδίδουμε - είναι γνωστό - τις δέουσες τιμές επί του πρωτοτύπου των εικόνων,αν όμως αυτές,οι photomade,επίπλαστες φωτοεικόνες εμπεριέχουν ανεμώδη λουλουδάκια,αγνά,αμέριμνα ελαφάκια και κάθε λογής στο βασίλειο της φύσης,καλοζωισμένα ζαρκαδάκια,τότε τιμούμε και αυτά;Αλίμονο,γίναμε χλιαρόπνοοι χριστιανοί του μαγειρεμένου,οικουμενιστικού τσελεμεντέ,οι περισσότεροι είμαστε γιαλαντζί συνοδοιπόροι,που στην σταυρική ανήφορο χρησιμοποιούμε αναπηρικά,μεταχειρισμένα καροτσάκια,γιατι η άνοδος απαιτεί κόπο και θυσίες και ως εκ τούτου βαυκαλιζόμαστε τους Ορθοδόξους με εθιμοτυπικές επισκέψεις την Κυριακή στις εκκλησίες,με υποκρινόμενες προσευχές που δεν ταυτοποιούνται με την δηθενική,κομπάζουσα βιωτή μας,με αυτοδιαφημιζόμενες νηστείες προκειμένου να μας δώσουν το πρώτο το βραβείο,συμπαίκτες στο θέατρο Σκιών του Ευγένιου Σπαθάρη,ζητούμε την Χάρι του Θεού σε όλους,αλλά ενδόμυχα ποθούμε το κακό του καθ' όλα αμαρτωλού,μισεμένου γείτονα,χαιρέκακοι μικράνθρωποι που παίζουν το κρυφτό στην αμαρτία και το κυνηγητό στην ματαιόπονη,πεζόδρομη φιλοδοξία,τις νύχτες κάνουμε ένα Απόδειπνο και θωρούμε,πως δόξα τω Θεώ,σβήστηκαν απ' το πινάκιο του Θεού και οι σημερινές μας αμαρτίες,αυτές οι Κυβερνήσεις μας χρειάζονται,αυτή η Παιδεία είναι η εξ'αγχιστείας πνευματική αδελφή μας κι η Εκκλησία ένα ακριβοθώρητο,ευγενές αντίγραφο των μετέωρων,ακροβατούντων εαυτών μας,που στην ούγια γράφει, δια χειρός Βαράγκη,όλα τα ατενίζουμε ευκρινώς εκ του μακρόθεν,εξ' απαλών ονύχων μιλάμε για Χριστό,σαν να είναι ο ΄΄κολλητός΄΄ της παρέαςμισοεξομολόγητοι,μισοεκκλησιαζόμενοι και παντελώς ακοινωνούντες,αγαπολογούμε γενικώς έτσι και ως έτυχε,μια αγάπη γενικά αόριστη,πνευματικά ανέξοδη και διαδοχικά ατέρμονη,μέσα σ' αυτήν χωράει και η κοσμική αγάπη και ο κατά σάρκα έρωτας,όλα μαζί συνταιριασμένα σε τρίχινο,γύφτικο τσουβάλι και ως πλανόδιοι συνοδοιπόροι πωλούμε αγάπη ανομολόγητη με άρωμα βανίλιας,έλα όμως,που η Αγάπη είναι Χριστός εν Αληθεία και ουχί εν Παραμυθία,η αγάπη του Πατρός μας είναι απίστευτα μοναδική και ανεξάντλητα απλόχερη μόνο εν Αληθεία Πίστεως,που κι αυτήν,την πατρονάραμε κατά τα ανθρωποκτόνα μέτρα μας και τα πλασματικά σταθμά μας. 

 
Αγαπολογούμε γενικώς έτσι και ως έτυχε,μια αγάπη γενικά αόριστη,πνευματικά ανέξοδη και διαδοχικά ατέρμονη,μέσα σ' αυτήν χωράει και η κοσμική αγάπη και ο κατά σάρκα έρωτας,όλα μαζί συνταιριασμένα σε τρίχινο,γύφτικο τσουβάλι και ως πλανόδιοι συνοδοιπόροι πωλούμε αγάπη ανομολόγητη με άρωμα βανίλιας,έλα όμως,που η Αγάπη είναι Χριστός εν Αληθεία και ουχί εν Παραμυθία,η αγάπη του Πατρός μας είναι απίστευτα μοναδική και ανεξάντλητα απλόχερη μόνο εν Αληθεία Πίστεως.


                                                       
 
 

                                                                                                    ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ,ΚΤΗΤΩΡ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ,ΚΤΗΤΩΡ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ

 

 

 

Ευδόκησε ο Θεός ν' αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το Τσερνιγώφ, στα 983.Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι' αυτό το σκοπό στη γη της Ελλάδος.Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων.Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Ο ηγούμενος Θεόκτιστος, αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ' όλους τους αδελφούς.Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει:-Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου!Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε κανένα. Έτσι ήθελε ο Θεός.Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι. (Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των Ρουρικιδών.)Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ' αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση.Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ.


 

Αυτός, για να διατηρήσει μόνος την εξουσία σ' ολόκληρη την πατρική κληρονομιά, σκότωσε τους μικρότερους αδελφούς του Μπόρις και Γκλέμπ, αναδεικνύοντάς τους σε μάρτυρες. Κίνησε ακόμη αιματηρό διωγμό εναντίον των αγίων ανδρών της Εκκλησίας.Εξαιτίας εκείνης της αιματοχυσίας ο όσιος Αντώνιος αναγκάστηκε ν' αναχωρήσει πάλι για το Άγιο Όρος και να γυρίσει στον άγιο γέροντα του Θεόκτιστο. Τώρα όμως δεν έμεινε για πολύ στο κοινόβιο του Εσφιγμένου. Μαθημένος στην πνευματική γλυκύτητα της ιεράς ησυχίας, πήρε την ευλογία του ηγουμένου και αποσύρθηκε στο όρος της Σαμάρειας, πάνω από το μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στο όνομα του.Στο μεταξύ, στα 1019, ο ευσεβής ηγεμόνας Γιαροσλάβος ο Σοφός- Γιος του αγίου Βλαδίμηρου, ικανός και δυναμικός ηγεμόνας (1019-1054). Ενίσχυσε και στερέωσε το χριστιανισμό στη Ρωσία.- νίκησε σε πόλεμο τον Σβιατοπόλκ, κατέλαβε το Κίεβο και ανέβηκε στο θρόνο της μεγάλης ηγεμονίας. Ο Σβιατοπόλκ διέφυγε και πέθανε αυτοεξόριστος στις στέπες της Βοημίας τον ίδιο χρόνο. Στα χρόνια του σοφού Γιαροσλάβου διέλαμψε νια την ευσέβεια, την ασκητικότητα και τη βαθιά γνώση των Γραφών κάποιος πρεσβύτερος Ιλαρίων. Γι' αυτόν δεν ξέρουμε άλλο τίποτα, παρά μόνο πως γύρω στα 1040 ήταν εφημέριος στο χωριό Μπιρίστοβο. Από κει ήρθε στον ποταμό Δνείπερο, στο λόφο όπου χτίστηκε αργότερα η παλαιά μονή των Σπηλαίων. Ο τόπος αυτός ήταν τότε καλυμμένος με πυκνό δάσος.Εδώ ο πρεσβύτερος Ιλαρίων έσκαψε μια μικρή σπηλιά, δυο οργιές βάθος περίπου, κι άρχισε ν' αγωνίζεται μυστικά μέσα σ' αυτήν με ψαλμωδίες και προσευχές.Την εποχή εκείνη ο Θεός πληροφόρησε τον ηγούμενο της αγιορείτικης μονής Εσφιγμένου να στείλει πάλι στη Ρωσία τον όσιο Αντώνιο. Τον κάλεσε λοιπόν και του είπε:-Αντώνιε! Είναι θέλημα Θεού να πας πάλι στην πατρίδα σου.Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου. Έχεις την ευχή μου. Πορεύου εν ειρήνη! Και μάθε ότι πολλοί θ' αξιωθούν να πάρουν από τα χέρια σου το άγιο σχήμα.Αφού πήρε την ευχή και την ευλογία του γέροντά του, ο όσιος έφυγε πάλι από τον Άθωνα και ήρθε στο Κίεβο. Ο Θεός οδήγησε τα Βήματά του στο λόφο όπου ό πρεσβύτερος Ιλαρίων είχε σκάψει το μικρό του σπήλαιο. Ήταν τώρα έρημο κι ακατοίκητο, γιατί ο μακάριος Ιλαρίων είχε αξιωθεί ν' ανέβει το 1051 στο μητροπολιτικό θρόνο του Κιέβου.Ο όσιος Αντώνιος αναπαύτηκε πολύ στη θέα του τόπου εκείνου.

 

Του θύμιζε τον αγαπημένο του Άθωνα, έτσι όπως ήταν απότομος κι απρόσιτος απ' την πλευρά του ποταμού, άγριος κι αδιάβατος απ' το πυκνό δάσος που τον κάλυπτε.Γονάτισε και προσευχήθηκε με δάκρυα στο Θεό.-Κύριε, ας σκεπάσει αυτό τον τόπο η ευλογία του Αγίου Όρους και η ευχή του αγίου γέροντά μου. Ενίσχυσέ με, με τη χάρη Σου για να μείνω και ν' ασκηθώ εδώ.Κατοίκησε λοιπόν ο όσιος σ' εκείνη τη σπηλιά. Άρχισε ν' ασκείται σκληρά, έχοντας έργο αδιάλειπτο την προσευχή. Η τροφή του ήταν ξερό ψωμί και νερό, κι αυτό κάθε δυο ή τρεις ήμερες. Κάποτε μάλιστα, παραδομένος πολλά μερόνυχτα στη θεωρία, δεν γεύτηκε τροφή για ολόκληρη εβδομάδα.Πολλοί άνθρωποι, που μάθαιναν για την ακτημοσύνη και την κακοπάθεια του οσίου, έρχονταν στο σπήλαιο και του έφερναν όλα τα αναγκαία, ζητώντας την ευλογία του. Μερικοί μάλιστα, σαγηνεμένοι από την αγία ζωή του, θέλησαν να μείνουν κοντά του και ν' ασκηθούν κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο μακάριος ιερεύς Νίκων και ο όσιος Θεοδόσιος.Στα 1054 πέθανε ο ευσεβής ηγεμόνας Παροσλάβος και στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ίζιασλάβος.Εκείνη την εποχή ο φήμη του οσίου Αντωνίου είχε απλωθεί σ' όλη τη ρωσική γη, καθώς παλαιότερα του ομωνύμου του Μεγάλου Αντωνίου στην Αίγυπτο. Έτσι έφτασε μέχρι τ' αυτιά του Ιζιασλάβου ο πληροφορία για την αγία ζωή του μονάχου Αντωνίου Πετσέρσκι - μ' αυτή την ονομασία ήταν γνωστός (Πετσέρσκι = των Σπηλαίων (από την παλαιορωσική λέξη πέτσερα = κρύπτη, σπηλιά).Κίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του ο ηγεμόνας και ήρθε να πάρει την ευλογία του. Αυτό ήταν, για τα ήθη της εποχής, ένδειξη πολύ μεγάλης τιμής προς τον όσιο.Από τότε η καλή του φήμη απλώθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισαν να έρχονται πολλοί για να τους χειραγωγήσει στη μοναδική πολιτεία.Γύρω στα 1060 ήρθαν στον όσιο Αντώνιο ο μακάριος Βαρλαάμ, γιος του βογιάρου Ιωάννου, καθώς και ο φιλόθεος Εφραίμ, ευνούχος του ηγεμόνα, ποθώντας την αφιέρωση στο Χριστό. Ο όσιος έδωσε εντολή στον ιερέα Νίκωνα να τους κείρει μοναχούς.Κατά παραχώρηση Θεού όμως, ο άγιος Αντώνιος και οι αδελφοί δοκιμάστηκαν σκληρά γι' αυτές τις δυο κουρές.Ο βογιάρος Ιωάννης, μαζί με πολλούς δούλους του, ήρθε οργισμένος στα Σπήλαια και διασκόρπισε με αγριότητα το θεοσύλλεκτο ποίμνιο του οσίου Αντωνίου. Το γιο του Βαρλαάμ τον έσυρε βίαια έξω από το σπήλαιο, ξέσκισε με μανία το μοναχικό του ένδυμα, τον έντυσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον οδήγησε με τη βία στο παλάτι του.Αλλά και αυτός ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος οργίστηκε εναντίον του οσίου Αντωνίου, όταν έμαθε πως είχε κείρει μοναχούς το γιο του βογιάρου του και τον ευνούχο του Εφραίμ.

 

Έδωσε εντολή να συλλάβουν το μακάριο Νίκωνα, που είχε κάνει τις κούρες, ενώ απειλούσε να ρίξει σε μπουντρούμι όλους τους αδελφούς και ν' ανασκάψει το σπήλαιο τους.Βλέποντας την τόση οργή του ηγεμόνα, ο όσιος Αντώνιος αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπήλαιο. Έφυγε λοιπόν σ' άλλο τόπο, ενώ οι αδελφοί σκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές.Όταν όμως η γυναίκα του Ιζιασλάβου έμαθε για τη φυγή του οσίου, λυπήθηκε πολύ και ικέτευσε το σύζυγο της να μην καταδιώκει τους δούλους του Θεού, για να μην ξεσπάσει επάνω του η οργή Του. Η συνετή εκείνη γυναίκα υπενθύμισε στον Ιζιασλάβο το κακό που είχε συμβεί πρόσφατα στην πατρίδα της, τη Λέχια ( Πολωνία). Ο πατέρας της, βασιλιάς Μπολιεσλάβος, είχε διώξει από την επικράτειά του τους μοναχούς, εξαιτίας του οσίου Μωϋσέως του Ούγγρου. Μετά όμως από το διωγμό των μοναχών, πικρός και αιφνίδιος θάνατος βρήκε τον Μπολιεσλάβο, ενώ στο λαό δημιουργήθηκε ταραχή μεγάλη και χύθηκε πολύ αίμα. Συμβούλεψε λοιπόν τον Ιζιασλάβο να μεταβάλει την οργή του σε σύνεση, για να μην πάθη κι εκείνος τα ίδια.Φοβήθηκε ο ηγεμόνας τη θεία τιμωρία όταν άκουσε τα λόγια εκείνα. Έστειλε ανθρώπους στον όσιο Αντώνιο και τον κάλεσε να επιστρέψει άφοβα στον τόπο της ασκήσεώς του μαζί με όλους τους αδελφούς. Οι απεσταλμένοι αναζητούσαν τον όσιο τρεις ήμερες. Όταν τον βρήκαν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευσαν να επιστρέψει στο ασκητήριό του. Υπάκουσε ο όσιος και γύρισε στο σπήλαιο, όπου ησύχαζε παρακαλώντας αδιάλειπτα το Θεό να συγκεντρώσει πάλι τα διασκορπισμένα πρόβατα της αγίας ποίμνης Του και να τους δώσει δύναμη, για να υπομείνουν με γενναιότητα τους πειρασμούς του μισόκαλου εχθρού. Ο φιλάνθρωπος Θεός άκουσε την προσευχή του δούλου Του και μάζεψε πάλι γύρω από τον όσιο όλους τους αδελφούς που είχαν σκορπίσει με το διωγμό του ηγεμόνα.Αλλά και άλλοι πολλοί, διψασμένοι για σωτηρία, άρχισαν να συρρέουν στο σπήλαιο και να παρακαλούν τον όσιο να τους φωτίσει, να τους λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και να τους χειραγωγήσει στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών. Και ο όσιος τους δεχόταν όλους με αγάπη, τους δίδασκε τη μοναχική πολιτεία, κι έπειτα από την κανονική δοκιμασία τους έδινε το μοναχικό σχήμα. Έτσι αυξήθηκε ο αριθμός των αδελφών σε δώδεκα. Γι` αυτό αναγκάστηκαν να σκάψουν και να διευρύνουν το σπήλαιο και κατόπιν να χτίσουν εκεί μέσα ναϋδριο και κελιά, που σώζονται μέχρι σήμερα.

 

Κάποτε κάλεσε κοντά του ο όσιος όλους τους αδελφούς και τους είπε.- Αδελφοί και παιδιά μου, γνωρίζετε ότι ο Κύριος μας έφερε όλους εδώ και μας εγκατέστησε σαν απαρχή ευλογίας για τη χώρα μας και το λαό της. Εσείς είστε ευλογία του αγιώνυμου όρους Άθω και της Κυρίας μας Θεοτόκου, που την έχουμε κοινή προστάτιδα και παραμυθία. Όπως έκανε έμενα μοναχό ο αγιορείτης γέροντάς μου, έτσι κι εγώ, με την ευλογία του και την ευλογία του Αγίου Όρους, έκανα εσάς μοναχούς και σας αφήνω σαν αγιορείτικη κληρονομιά σ' αυτό τον τόπο. Να ζείτε λοιπόν και να πολιτεύεστε αντάξια της κλήσεώς σας και της ευλογίας που σας σκεπάζει.Εδώ ο όσιος σιώπησε για λίγο.-Παιδιά μου, πρόσθεσε κατόπιν. Νομίζω πως είναι καιρός ν' αποσυρθώ από την ηγουμενία. Ποθώ να ζήσω όπως και πριν στην ησυχία, «μόνος μόνω τω Θεώ». Θα σας αφήσω άλλον ηγούμενο και θ' αποσυρθώ. Δεν θ' αποχωριστούμε, βέβαια. Στον τόπο αυτό θα παραμείνω και θα σας συμπαραστέκομαι όσο ζω, σαν πνευματικός σας πατέρας.Πράγματι, ο όσιος όρισε ηγούμενο το μακάριο Βαρλαάμ, σαν έμπειρο κι ενάρετο πολύ. Ο ίδιος κλείστηκε σ' ένα από τα κελάκια του σπηλαίου, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και κάθε τιμή. Σύντομα όμως έφυγε σ' άλλο λόφο, όπου έσκαψε νέο σπήλαιο, αυτό που τώρα βρίσκεται κάτω από τη μεγάλη μονή των Σπηλαίων. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή, δοξάζοντας το Θεό με αδιάλειπτες προσευχές και ασκητικά παλαίσματα, καλλιεργώντας όλες τις αρετές και ανεβαίνοντας «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Γι` αυτό και ο Θεός τον αντιδόξασε, στολίζοντάς τον πλούσια με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ιδιαίτερα με το ιαματικό και το προορατικό.ο όσιος Αντώνιος αναδείχθηκε σε θαυματουργό ιατρό και σε μεγάλο προφήτη της ρωσικής γης. Πλήθη ασθενών θεράπευσε με την προσευχή του και μ' ένα δηλητηριώδες βότανο, που το ευλογούσε κι έπειτα τους το έδινε να το γευτούν. Πριν από την προσευχή και την ευλογία του οσίου, το βότανο εκείνο σκορπούσε το θάνατο με το δηλητήριό του. Μετά την ευλογία του οσίου, χάριζε τη ζωή και την απαλλαγή απ' όλες τις ασθένειες.Όσο για το προορατικό χάρισμα του αγίου, αρκεί να το πιστοποίηση η πρόρρηση για την οδυνηρή ήττα του ρώσικου στρατού και την καταστροφή της ρωσικής χώρας από τους βαρβάρους Πολόφτσους που παραχώρησε τους χρόνους εκείνους ο Θεός για τις αμαρτίες των χριστιανών.Όμως ο πανάγαθος Κύριος επέτρεψε να δοκιμάσει και ο όσιος ένα μεγάλο πειρασμό, για να λάμψη περισσότερο η υπομονή και η καρτερία του.Μετά την ήττα των Ρώσων από τους Πολόφτσους, ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος κατέφυγε στο Κίεβο.

 

Εκεί βρισκόταν ο ηγεμόνας του Πολότσκ Βσιεσλάβος, φυλακισμένος από τους αντιζήλους του αδελφούς Ιζιασλάβο, Σβιατοσλάβο και Βσέβολοντ.Οι κάτοικοι του Κιέβου άρχισαν να παρακινούν επίμονα τον Ιζιασλάβο σε αντίσταση κατά των βαρβάρων έχθρων, που είχαν διασκορπιστεί και λεηλατούσαν τη χώρα. Ο ηγεμόνας όμως, φοβισμένος από την ήττα του, δεν αποφάσιζε να τους αντιμετωπίσει ξανά. Τότε οι υπήκοοι του επαναστάτησαν, ελευθέρωσαν από τη φυλακή το Βσιεσλάβο και τον ανακήρυξαν ηγεμόνα τους.Ο Ιζιασλάβος κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεχία, πατρίδα της γυναίκας του, όπου μέσα σ' επτά μήνες συγκρότησε στρατό, συμμάχησε με το βασιλιά της χώρας και ξεκίνησε νια την ανακατάληψη του Κιέβου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Βσιεσλάβος εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε κρυφά στο Πολότσκ.Ο Ιζιασλάβος μπήκε θριαμβευτής στο Κίεβο στα 1069.Από τότε όμως άρχισε και η δοκιμασία του μακαρίου Αντωνίου. Κάποιος άνθρωπος του ηγεμόνα συκοφάντησε τον όσιο ότι συμπαθούσε τάχα τον Βσιεσλάβο και ότι μάλλον ήταν η κύριος υποκινητής της λαϊκής εξεγέρσεως που τον είχε ανεβάσει στον ηγεμονικό θρόνο!Ο Ιζιασλάβος πείστηκε στα λόγια του συκοφάντη και κυριεύτηκε από φοβερή οργή εναντίον του αγίου.Εκείνη την εποχή Ο όσιος διακονούσε στη σπηλιά του τον κατάκοιτο Ισαάκιο τον έγκλειστο, που τον είχε πλανήσει ο διάβολος και τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο. Φαίνεται πως ο εχθρός κάθε καλού λύσσαξε για την προσπάθεια του οσίου να σώσει τον Ισαάκιο, γι' αυτό και βάλθηκε να τον εμποδίσει με κάθε τρόπο από το θεάρεστο αυτό έργο. Και για λίγο καιρό το πέτυχε.Πριν προλάβει ό Ιζιασλάβος να κάνη κακό στο όσιο, ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβος, που έμαθε νια την οργή του αδελφού του, έστειλε ανθρώπους του νύχτα κι έφεραν το δούλο του Θεού στην επικράτειά του. Ο όσιος διάλεξε ένα ήσυχο μέρος κοντά στην πόλη, στο βουνό Μπόλντιν, έσκαψε μια σπηλιά κι εγκαταστάθηκε σ' αυτήν. Στον τόπο εκείνο χτίστηκε αργότερα μοναστήρι.Αλλά ο επίβουλος του αγαθού δεν χάρηκε για πολύ. Ο Ιζιασλάβος έμαθε την αλήθεια από πολλούς και αξιόπιστους ανθρώπους. Η οργή του μαλάκωσε. Σκέφτηκε νηφάλια και πείστηκε για την αθωότητα και την αρετή του οσίου. Κατάλαβε πως οι κατηγορίες εναντίον του ήταν συκοφαντικές και προκλήθηκαν από τον πονηρό. Μετανοημένος και λυπημένος ο ηγεμόνας έστειλε αντιπροσώπους του στο Τσερνιγώφ, παρακαλώντας τον Αντώνιο να επιστρέψει στο Κίεβο, κοντά στο θεοσύλλεκτο ποίμνιό του.

 

Ο «πράος και ταπεινός τη καρδία» Αντώνιος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του Ιζιασλάβου και γύρισε στην αδελφότητά του, που τόσον καιρό ήταν απορφανισμένη από τον πνευματικό της πατέρα.Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο όσιος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ακόμη αγώνες. Όλη του η ζωή μέσα στο σπήλαιο ήταν ένας ασταμάτητος και σκληρός πόλεμος «προς τας μεθοδείας του διαβόλου, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου».Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα, φρόντισε με προσευχές και θαυματουργίες για την ανοικοδόμηση του ναού της μονής των Σπηλαίων, όπως θα δούμε πιο κάτω.Αφού ευλόγησε τον τόπο και την έναρξη της οικοδομής του ναού, ο όσιος Αντώνιος άρχισε να ετοιμάζεται για τη μετάβασή του στην αιώνια και αχειροποίητη πόλη.Καθώς λοιπόν προαισθανόταν να πλησιάζει ο καιρός της εκδημίας του, μάζευε γύρω του τους αδελφούς και τους νουθετούσε, παρηγορώντας τους με την υπόσχεση ότι και μετά το χωρισμό του από το φθαρτό σώμα δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των πνευματικών παλαισμάτων του.Θα βρίσκομαι πάντοτε ανάμεσά σας, παιδιά μου. Θα επιβλέπω τους αγώνες και την πρόοδο σας στη μοναχική ζωή.Θα φροντίζω για τις ψυχές που προστρέχουν σ' αυτό τον ιερό τόπο για να ευαρεστήσουν το Θεό.Σας δίνω αυτή την υπόσχεση σαν τη μοναδική αλλά την πιο πολύτιμη κληρονομιά.Και από τον ουρανό θα μεσιτεύω προς τον Κύριο, ώστε να βρείτε όλοι σας έλεος κατά τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως. Έτσι, αφού συμπλήρωσε δεκαέξι χρόνια στο δεύτερο σπήλαιο κι ενενήντα χρόνια στη ζωή, άφησε ο όσιος τον πρόσκαιρο κόσμο και αναχώρησε για την αιωνιότητα, στις 7 Μαΐου του έτους 6581 από κτίσεως κόσμου και 1073 από Χριστού, στα χρόνια του ηγεμόνα Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Ζ' Δούκα.Το τίμιο σκήνωμα του οσίου, πρώτου Καθηγουμένου της μονής Πετσέρσκι, κατατέθηκε τότε στο σπήλαιό του, κάτω από το σημερινό μεγάλο μοναστήρι. Αλλά όπως όσο ζούσε ο όσιος, έμεινε μακριά από τ' ανθρώπινα μάτια, προσευχόμενος «εν τω κρύπτω», έτσι και τώρα ζήτησε από τον Κύριο να μείνει το τίμιο σώμα του κρυμμένο από τους ανθρώπους. Κι Εκείνος πραγματοποίησε την επιθυμία του και τηρεί στην αφάνεια τα σεπτά λείψανα του δούλου Του μέχρι σήμερα.Όσοι κατά καιρούς δοκίμασαν ν' ανασκάψουν το σπήλαιο και να τ' αποκαλύψουν, τιμωρήθηκαν για την τόλμη τους να εναντιωθούν στη βουλή του Θεού και την επιθυμία του αγίου. Γιατί ξεπηδούσε φωτιά από τη γη και κατέκαιγε τα μέλη τους. Για πολύ καιρό πολλά υπέφεραν, ώσπου μετανοούσαν για την πράξη τους κι έπαιρναν τη συγχώρηση και την ίαση από το θαυματουργό άγιο.Αν και κρυμμένα όμως από τα μάτια των ανθρώπων, τα άγια λείψανα του οσίου Αντωνίου, δεν παύουν ν' αποτελούν πηγή αγιασμού και βοηθείας και δυνάμεως. Πολλά θαύματα επιτελούν από τον κρυφό τόπο της αναπαύσεώς τους, σ' όσους με πίστη προστρέχουν στο Ιερό σπήλαιο κι επικαλούνται τη μεσιτεία του οσίου.Σύμφωνα με άλλη εκδοχή στις 10 Ιουλίου, οπότε τελείται και η μνήμη του.
  

 
Πηγή.Πηγή Ζωής.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το θαύμα του Τιμίου Σταυρού στα Φίτζι!

Το θαύμα του Τιμίου Σταυρού στα Φίτζι!

Στο δεύτερο µεγαλύτερο νησί των Φίτζι, το Βανούα Λέβου, ο ιεραποστολικώς υπεύθυνος του νησιού πατήρ Βαρνάβας µαζί µε τον ιεροµόναχο Σάββα, επισκέφθηκαν το νοσοκοµείο της πόλης Labasa, για να παρηγορήσουν έναν άρρωστο. 

Καθώς συζητούσαν µε τον άρρωστο, στην άλλη άκρη του διαδρόµου άκουσαν δυνατές αφύσικες κραυγές, και παραξενεµένοι από το αποτρόπαιο του ακούσµατος, κινήθηκαν για να βοηθήσουν.
Σε παρακείµενο δωµάτιο, βρισκόταν µία κοπέλα ξαπλωµένη στο κρεβάτι, η οποία έκλεινε τα αφτιά της µε τα χέρια της, κουνούσε το κεφάλι αριστερά-δεξιά και κραύγαζε µε τρόπο ανατριχιαστικό. Οι νοσοκόµες, φοβισµένες, στέκονταν χωρίς να µπορούν να καταλάβουν τι συνέβη. 


Ο πατήρ Σάββας πλησίασε µια νοσοκόµα και της λέει: «Είµαστε από την ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία. Μπορούµε µόνο να τη σταυρώσουµε;». Τότε βγάζει το σταυρό, ο οποίος είχε µέσα Τίµιο Ξύλο και άρχισε να τη σταυρώνει στο πρόσωπο. Όσο τη σταύρωνε, τόσο πιο πολύ αυτή ούρλιαζε. Στο τέλος, ο ιερέας έβαλε το σταυρό στο στόµα της κοπέλας και αµέσως αυτή ηρέµησε. Ήταν καθαρά δαιµονισµένη και µε τη δύναµη του Τιµίου Ξύλου το δαιµόνιο έφυγε.
Το περιστατικό αυτό µάς θυµίζει τα λόγια του τροπαρίου της Παρακλητικής, «Μεγάλη τοῦ Σταυροῦ σου, Κύριε, ἡ δύναµις· ἐπάγη γάρ ἐν τόπῳ καί ἐνεργεῖ ἐν κόσµῳ» (ήχος Γ’, Πέµπτη εσπέρας, απόστιχα – µαρτυρικό). 


Ο Χριστός ήρθε στη γη και σταυρώθηκε για τη σωτηρία όλου του κόσµου. Γι' αυτό και η δύναµη του Τιµίου Ξύλου του Σταυρού δεν περιορίζεται µόνο στους Χριστιανούς, αλλά και σε κάθε άνθρωπο, που είναι κάτω από την εξουσία του Σατανά.
Η θεραπεία της Φιτζιανής αυτής κόρης µε την επαφή του Τιµίου Ξύλου, αλλά και την πίστη των πατέρων που σκέφτηκαν να τη σταυρώσουν µε αυτό ήταν το καλύτερο κήρυγµα για την ίδια, τους δικούς της και όλους, όσοι υπήρξαν µάρτυρες αυτού του θαύµατος.
Όταν ο Χριστός έλεγε στους Μαθητές του ότι θα είναι µαζί τους, καθώς θα κηρύττουν το Ευαγγέλιό Του, αυτό ακριβώς εννοούσε: τη ζωντανή παρουσία Του µαρτυρούµενη µε τα επακολουθούντα σηµεία και τέρατα.
Εποµένως την Ιεραποστολή την κάνει ο ίδιος ο Χριστός χρησιµοποιώντας ως όργανά Του απλούς ανθρώπους σαν τον Φιτζιανό πατέρα Βαρνάβα και τον απλοϊκό µοναχό Σάββα.
Ιεραποστολή δεν είναι υπόθεση κοσµικής σοφίας, αλλά πίστεως «δι” αγάπης ενεργουµένης».


 † Ο Νέας Ζηλανδίας Αµφιλόχιος/πηγή

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΤΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΑ ΜΗΛΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

ΤΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΑ ΜΗΛΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ


 

 

Κάποια χρονιά, ξημερώνοντας ἡ γιορτὴ τοῦ μεγάλου Βασιλείου καὶ μετὰ τὴν τέλεση τοῦ ἑσπερινοῦ, ἡ Αγία ειρήνη ξαγρυπνοῦσε προσευχόμενη. Πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ ὄρθρου καὶ τότε ἡ Εἰρήνη ἀκούει κάποια φωνὴ νὰ τῆς λέει: «Ὑποδέξου τὸ ναυτικὸ ποὺ σοῦ φέρνει τὰ ἑσπεριδοειδῆ καὶ φάε νὰ εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή σου». Μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας λειτουργίας, ἡ ἁγία λέει στὴν πορτάρισσα νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς μονῆς καὶ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ περιμένει ἐκεῖ στὸν ξενώνα, ὅπου θὰ πήγαινε καὶ ἡ ἴδια νὰ τὸν συναντήσει.Πράγματι, ἡ ὁσία Ἡγουμένη τοῦ Χρυσοβαλάντου συνάντησε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀκούει νὰ τῆς ἐξιστορεῖ τὴν ἑξῆς θαυμάσια ἱστορία: Ἦταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ἑνὸς καραβιοῦ, ἀπὸ τὴν ἱερὴ Πάτμο. Ἀπέπλευσε μὲ τὸ πλοῖο του ἀπὸ τὸ βόρειο τμῆμα τοῦ νησιοῦ γιὰ τὴν Πόλη καὶ βρισκόταν λίγα μέτρα ἀπὸ τὴ στεριά, ὅταν βλέπει ἐκεῖνος καὶ οἱ ναῦτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα νὰ τοὺς φωνάζει νὰ σταματήσουν. Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἀδύνατο, καθὼς ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος ἔσπρωχνε τὸ πλοῖο στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Τότε ὁ γέροντας φωνάζει μὲ ὅλη τὴ δύναμή του καὶ προστάζει τὸ πλοῖο νὰ σταματήσει. Τὸ καράβι ἀκινητοποιεῖται καὶ ὁ ἴδιος ἀρχίζει νὰ βαδίζει πάνω στὰ ὕδατα. Μπροστὰ στοὺς κατάπληκτους ναῦτες, ἐπιβιβάζεται στὸ πλοῖο καὶ δίνει στὸν καπετάνιο τρία μῆλα καὶ τοῦ λέει: «Ὅταν πᾶς στὴ Βασιλεύουσα, δῶσε τα στὸν Πατριάρχη καὶ πές του πὼς τοῦ τὰ στέλνει ὁ Πανάγαθος Θεὸς μὲ τὸν δοῦλο Του Ἰωάννη, ἀπὸ τὸν Παράδεισο». Ἔπειτα δίνει στὸ ναύκληρο ἄλλα τρία μῆλα προσθέτοντας: «Αὐτὰ νὰ τὰ πᾶς της Εἰρήνης, τῆς Ἡγουμένης τοῦ Χρυσοβαλάντου καὶ νὰ τῆς πεῖς: φάγε ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Παραδείσου ποὺ ἡ ἁγνὴ ψυχή σου ἐπεθύμησε».

 

 

Λέγοντας αὐτά, ὁ γέροντας εὐλόγησε τὸ πλήρωμα καὶ τὸ πλοῖο ξεκίνησε καὶ πάλι τὸ ταξίδι του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐξαφανίστηκε.Ὀλοκληρώνοντας τὴ διήγησή του, ὁ ναυτικὸς προσκύνησε τὴν Εἰρήνη καὶ τῆς πρόσφερε τὰ μῆλα. Ἡ ἁγία τὰ δέχτηκε μὲ δάκρυα εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης εὐχαριστώντας τὸν ἅγιο εὐαγγελιστὴ καὶ ἀπόστολο Ἰωάννη. Στὸ κελί της γονάτισε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Χριστὸ γιὰ αὐτὸ τὸ δεῖγμα τῆς εὔνοιάς Του πρὸς τὴ δούλη Του. Τὰ μῆλα ἦταν πραγματικὰ παραδεισένια, τόσο ὄμορφα σὲ σχῆμα καὶ χρῶμα ποὺ ὅμοιά τους δὲν ὑπῆρχαν. Ἡ εὐωδιὰ τοὺς πλημμύριζε τὴ μονὴ καὶ οἱ ἀδελφὲς ἀποροῦσαν γιὰ τὸ καινούργιο θαῦμα ποὺ συντελοῦνταν στὸν εὐλογημένο χῶρο.Ἡ ἁγία Εἰρήνη, μὲ τὴν ἔμφυτη εὐφυΐα της καὶ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐννόησε ὅτι τὸ θεῖο αὐτὸ δῶρο ἦταν οὐράνια πρόσκληση. Ὅταν ἔφτασε ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἔκοψε τὸ ἕνα μῆλο σὲ λεπτὰ κομματάκια καὶ ἔτρωγε ἕνα κομμάτι κάθε μέρα, ἀπέχοντας ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη τροφή, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ νερό. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, ὕστερα ἀπὸ τὴ θεία λειτουργία καὶ ἀφοῦ ὅλες οἱ μοναχὲς κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἡ Εἰρήνη ἔκοψε καὶ τὸ δεύτερο μῆλο καὶ ἔδωσε σὲ κάθε ἀδελφὴ ἀπὸ ἕνα κομμάτι. Τότε τοὺς ἀποκάλυψε καὶ τὴν ἱστορία τοῦ θείου δώρου καὶ ὅλες μαζὶ δοξολογοῦσαν τὸν Ὕψιστο γιὰ τὰ ἀναρίθμητα χαρίσματα πρὸς τὴν Ἡγουμένη τους. Τὸ τρίτο μῆλο ἡ Εἰρήνη τὸ φύλαξε γιὰ τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς της.Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, οἱ ἀδελφὲς ἔψαλαν τὰ ἅγια καὶ σωτήρια Πάθη καὶ ἡ Εἰρήνη, μόνη της μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα, γονατισμένη, εἶχε παραδοθεῖ σὲ προσευχή. Τότε εἶδε θαυμάσιο ὅραμα: ἄνοιξε ὁ θόλος τοῦ ναοῦ καὶ πλῆθος ἀγγέλων ἐμφανίστηκαν, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν δοξαστικοὺς ὕμνους καὶ θυμιάτιζαν τὴν ἁγία Τράπεζα. Ἐμφανίστηκε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, θριαμβευτὴς μὲ τὸ σταυρὸ στὸν ὦμο. Οἱ ἄγγελοι γονάτισαν νὰ Τὸν χαιρετήσουν, ἐνῶ ἡ λάμψη Τοῦ θάμπωσε τὴν Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἀντικρίζοντας Τὸν ἔνιωσε τὸ σκίρτημα τοῦ θείου ἔρωτα καὶ χαμήλωσε τὸ βλέμμα της. Ὅταν δειλὰ ὕψωσε τὰ μάτια της καὶ πάλι, τὸ ὅραμα εἶχε χαθεῖ.


 

Δίπλα της βρισκόταν μόνο ὁ ἄγγελος-ὁδηγός της, ποὺ τόσες φορὲς τὴν εἶχε διακονήσει: «Γίνου ἕτοιμή» της εἶπε ἁπλὰ καὶ ἐκείνη κατάλαβε ὅτι πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ διακονεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ οὐράνια.Τὸ σύντομο διάστημα ἀπὸ τὸ οὐράνιο αὐτὸ μήνυμα μέχρι καὶ τὴν ὁσιακή της κοίμηση, ἡ ἁγία προετοίμαζε τὴν ἀκολουθία της γιὰ τὸ μεγάλο γεγονός. Στὸν ἱερὸ ναὸ τὸν Ἀρχαγγέλων τὶς δίδασκε γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τὴ μελλοντικὴ κρίση καὶ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ διδασκαλία τῆς ἀνέβαζε τὸ πνεῦμα τῶν μοναζουσῶν σὲ οὐράνιες σφαῖρες. Ὁ θάνατος εἶναι δύσκολο γιὰ κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα καὶ ὅσο πλησίαζε ἡ ὥρα, τόσο ἡ ψυχὴ τῆς ἁγίας ἔνιωθε τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ξέφυγε οὔτε ὁ ἐνανθρωπίσας Κύριος.Μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τακτοποίησε τὶς ὑποθέσεις τοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑπέδειξε τὴν ἄξια διάδοχό της. Μιὰ ἑβδομάδα πρὶν τὴ μεγάλη ἡμέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο ἀπὸ τὸ παραδεισένιο μῆλο καὶ καθημερινὰ κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος ἡ Κυριακή, ὅπου γιὰ τελευταῖα φορὰ ἡ Εἰρήνη παρακολούθησε τὴ θεία λειτουργία, ἀπάγγειλε τὸ σύμβολο τῆς πίστης μας, κοινώνησε, ἀγκάλιασε τὶς ἀδελφὲς καὶ τοὺς ζήτησε συγγνώμη καὶ τέλος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ προσευχήθηκε γιὰ τελευταῖα φορὰ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος. Σὺ ὁ Ποιμὴν ὁ Καλὸς ποὺ μὲ τὸ Πανάγιο καὶ Πολύτιμο Αἷμα Σού μᾶς ἐλύτρωσες ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, ἄκουσε τὴν τελυταία δέησι τῆς ταπεινῆς Σου δούλης. Στὴν κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα τὸ μικρὸ τοῦτο ποίμνιο. Σκέπασέ το μὲ τὴ θεία σκέπη Σου καὶ διαφύλαξέ το ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ. Διότι Σὺ εἶσαι ὁ ἁγιασμός μας καὶ ἡ ἀπολύτρωσις καὶ Σὲ θὰ δοξάζουμε αἰωνίως. Ἀμήν».

 

Στὴ συνέχεια, σιωπηλὰ καὶ ἤρεμα, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ της στὸν οὐράνιο Νυμφίο της, ἀποσύρθηκε στὸ κελί της καὶ πλάγιασε στὴν ἀσκητική της κλίνη. Οἱ μοναχές της, μὲ σιωπὴ ποὺ δονοῦνταν ἀπὸ εὐλάβεια, τὴν περικύκλωσαν καὶ τὴν ἔβλεπαν νὰ χαμογελᾶ σὲ πλάσματα ποὺ οἱ ἴδιες δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν παρὰ μόνο νὰ νιώσουν μὲ τὴν ψυχή τους. Μὲ αὐτὸ τὸ οὐράνιο χαμόγελο, τὸ ὁποῖο ἀποδείκνυε τὴν ἀπόλυτη μακαριότητα καὶ γαλήνη τῆς ψυχῆς της, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της ἡ ἁγία Εἰρήνη, Ἡγουμένη τῆς μονῆς Χρυσοβαλάντου, σὲ ἡλικία 104 χρόνων, ὄντας ὅμως σωματικὰ πάντοτε νέα καὶ ὄμορφη.Ἡ ὁσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σὲ ὅλη τὴ Βασιλεύουσα ἀστραπιαῖα καὶ χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προλάβουν νὰ προσκυνήσουν τὸ ἱερὸ σκήνωμα τῆς πνευματικῆς τους μητέρας. Ἐπικεφαλῆς ἦταν ὁ πατριάρχης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀπὸ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν κληρικῶν συνόδευσαν τὴ μακαριστὴ Ἡγουμένη στὴν τελευταία της κατοικία, στὸ παρεκκλήσι τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Θεοδώρου. Ἡ ἄρρητη εὐωδιὰ ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ τὸ σεπτό της σῶμα ἐπισκίαζε ὅλα τὰ πανάκριβα ἀρώματα ποὺ ἔφεραν οἱ εὐλαβεῖς προσκυνητές.

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΙΕΡΕΥΣ π.ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ 1860-1953

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΙΕΡΕΥΣ π.ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ 1860-1953

 
 

 

 

 

 

Εὐλαβὲς ἀφιέρωμα,τοῦ ἀξίου αὐτοῦ Λειτουργοῦ του Ὑψίστου, ὅστις ἠξιώθη νὰ ἱερουργῇ τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς 14ης Σεπτεμβρίου 1925, καθ’ ἣν ἐνεμφανίσθη ὁ Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρός. Στοιχεῖα συνελλέχθησαν ἀπὸ συνεντεύξεις ἔτι ζώντων πνευματικῶν του τέκνων καὶ συγγενῶν του, καθὼς καὶ ἐκ τοῦ Τόμου Δ’ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων τῶν «Πατρίων», τοῦ ἀειμνήστου Πενταπόλεως κυροῦ Καλλιοπίου, τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συνδέσμου τῶν Νέων της Ἐκκλησίας μας.Ὁ π. Ἰωάννης ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1860 εἰς τὸ χωρίον Πεντιὰ (σημερινὸ Τρίκορφον) τῆς Μεσσηνίας ἀπὸ εὐσεβῆ οἰκογένεια. Εἶχε ἀκόμα ἕναν ἀδελφὸ ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 1893 νυμφεύεται τὴν εὐλαβεστάτην Ἀγγελικὴν καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος, χειροτονεῖται βαθμιδὸν διάκονος καὶ ἱερεὺς ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας Παναρέτου Κωνσταντινίδου (†1897), καὶ ἀναλαμβάνει ἐφημεριακὰ καθήκοντα εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν τοῦ χωρίου του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο.Μὲ τὴν παρέλευσιν 15 χρόνων ἡσύχου, λευϊτικοῦ, ἐγγάμου βίου, ἡ πρεσβυτέρα Ἀγγελικὴ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω, ἐγκαταλείπουσα τοιουτοτρόπως εἰς τὸν π. Ἰωάννη τὴν μητρικὴ φροντίδα τριῶν κοριτσιῶν καὶ δύο ἀγοριῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλένη, τὸ πρῶτον, ἦτο δεκατεσσάρων (14) ἐτῶν καὶ ὁ Λεωνίδας, τὸ τελευταῖον, ἕξ (6) μηνῶν. Ἔχων ἐπωμισθεῖ τὴν φροντίδα τῶν πέντε του τέκνων, ἐφρόντισε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν τριῶν κοριτσιῶν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1923, ἀναβαίνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ τὶς σπουδὲς τοῦ μικρότερου υἱοῦ, ἐγκαταλείπων τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα καὶ μένων δίχως ἐνορίαν.Πολλάκις προσφεύγει εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν νὰ τοῦ δοθῇ μία ἐνοριακὴ θέσις διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὰ λειτουργικά του καθήκοντα καὶ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας του.

 

 

Ματαίως ὅμως.Περνοῦν ἕξ μῆνες μεγάλων στερήσεων.Πάντοτε ὅμως εἶχε σταθερὰν τὴν ἐλπίδα του πρὸς Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διηκόνη ἐπὶ τόσα ἔτη. Μίαν ἡμέρα, εἷς μοναχὸς ὀνόματι Μόδεστος, τὸν καλεῖ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ ἐκκλησάκι του τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν νῆσον Αἴγιναν.Καὶ τότε ἦταν ποὺ ὁ εὐλαβέστος π. Ἰωάννης πείθεται διὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ Ὑψίστου, τοῦ ὁποίου ἡ Θείας Χάρις δὲν ἐγκαταλείπει ὅποιον Τὸν ὑπηρετεῖ μὲ θυσιαστικὸν φρόνημα, διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ, πρὶν λειτουργήση, τὸν ἐπισκέπτεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτοκὸς εἰς ἐνύπνιον καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὸ τότε γραφικὸν ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου εἰς τὰ κάτω Πατήσια Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γίνῃ ἐνορία του δι’ ὀλίγα, ὅμως, ἔτη.Καὶ ἰδοὺ τὸ θεῖον θέλημα. Ὅταν ἐπιστρέφει εἰς τὴν οἰκίαν του ἀπὸ τὴν Αἴγιναν, εὑρίσκει ἕν σημείωμα ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτας τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν ἐκάλουν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μονίμως τὸ μικρόν των ἐκκλησάκι. Ἐπὶ περίπου ὀχτὼ μῆνας παραμένει ἐκεῖ λειτουργός, καὶ πιστοὶ ἀπὸ ὅλας τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν οἱ ὁποῖοι ἀνεζήτουν πνευματικὴν παρηγορίαν συρρέουν εἰς τὸ ἐπιτραχήλιον τοῦ ἀκάκου παπα – Γιάννη.Ἡ ἐπιβληθεῖσα ἡμερολογιακὴ καινοτομία κατὰ τὸ ἔτος 1924, τὸν εὑρίσκει ἀκόμα ἐφημέριον τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου. Ἦταν τότε ποὺ ἀντέταξε ἕνα σθεναρὸν ΟΧΙ εἰς τὴν καινοτομήσασα ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτειχιζόμενος ἀπὸ τοὺς καινοτόμους προϊσταμένους του καὶ συστρατευόμενος μὲ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος φύλακας τῶν πατρώων παραδόσεων, τὸν ἁπλοῦν πιστὸν λαόν.Ἡ στάσις του αὕτη, ὡς ἦτο φυσικὸν ἑπόμενον, τὸν φέρνει ἀντιμέτωπον μὲ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐκδιώκει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλευθέριον.Νέαι περιπέτειαι ἀρχίζουν διὰ τὸν παπα-Γιάννη. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε ἐξωκκλήσι εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς, εὑρίσκει τὸν Λειτουργόν του στὸ πρόσωπον τοῦ γέροντος ἱερέως.

 
                                                      
 
 

 
 

 

Εὕρισκε ἰδιαιτέραν ἀνάπαυσιν ὅταν ἐλειτούργη εἰς τὸ μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, εἰς τὰς παρυφάς τοῦ Ὑμηττοῦ (Δῆμος Παπάγου), τὸ ὁποῖον καὶ εἶχε ἐρημώσει, μετὰ τὸ διάταγμα τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1833, καθὼς καὶ στὴν Ὀμορφοκκλησιάν (τοῦ Βεΐκου) εἰς τὸ Γαλάτσι, τὰ ὁποῖα καὶ ὑποδέχονται τοὺς ὀρθοδόξους κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.Θαρραλέος εἰς τὰς διώξεις καὶ τὰς φυλακίσεις καὶ καρτερικὸς εἰς τὰς κακοπαθείας, ἐμψυχώνει πάντοτε τοὺς διωκομένους ἀγωνιστὰς καὶ ἀνυστάτως προσέτρεχε διὰ τὴν κάλυψιν τῶν πνευματικῶν των ἀναγκῶν. Οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι τοῦ πατρὸς Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἦτο εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἐγγάμων κληρικῶν ποὺ παρέμειναν λειτουργοὶ κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἐπευλογήθησαν παρὰ Θεοῦ, ὅστις καὶ ἐπιφύλασσε εἰς αὐτὸν τὴν μεγίστην τιμὴν νὰ εἶναι ὁ λειτουργὸς εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὸ ἔτος 1925 εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον εἰς τὸν Ὑμηττόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ἐκεῖνος ὁ φωτεινὸς λευκὸς Σταυρὸς, ὁ ὁποῖος ἐνέπλησε εὐφροσύνην τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, ἐνίσχυσε τοὺς ἀποκαμωμένους ἀπὸ τὰς διώξεις καὶ ἐφώτισε πολλοὺς εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν πατρῶα εὐσέβειαν, συμφώνως μὲ τὰς μαρτυρίας τῶν αὐτοπτῶν.Ἡ πληροφορία περὶ τῆς θείας ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς τὸ μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἔφθασεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν 15ην Σεπτεμβρίου 1925 κατὰ τὸ πάτριον ἑορτολόγιον (28 Σεπτεμβρίου ν. ἡμ.) μέσω τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐφημερῖδος «Σκρίπ», ἡ ὁποία ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν πρώτην σελίδα ἀνακοίνωσιν τοῦ «Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων».Ὁ περίβολος τῆς μονῆς ἀπεδείχθη πολὺ μικρὸς διὰ τοὺς περὶ τὰς δύο χιλιάδας πιστοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχον συγκεντρωθεῖ. Τὸ γεγονὸς τελέσεως θείας λειτουργίας κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, δὲν διέλαθε τῆς προσοχῆς τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἐνωμοτάρχου Ἰωάννου Καρυωτάκη, εἶχον καταφθάσει ἀπὸ ἐνωρὶς ἀπὸ τὴν κοντινὴν σχολὴν χωροφυλακῆς, χάριν τηρήσεως τῆς εὐταξίας ὅπως ἐδήλωσαν. Ὅμως ὁ πραγματικὸς δόλιος σκοπὸς τῆς παρουσίας των ἦταν ἡ σύλληψις τοῦ ἱερέως καὶ ἡ διάλυσις τῶν πιστῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ π. Ἰωάννης κατόρθωσε νὰ διαφύγῃ τῆς προσοχῆς των, συνωθούμενος εἰς τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἐνδεδυμένος γυναικείαν κουλουριώτικην φορεσιάν, φθάσας τοιουτρόπως ἀσφαλὴς εἰς τὸν ναόν.Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ «Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων»:

 

 

«Ἡ ὥρα ἦτο 11η καὶ ἡμίσεια πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, ὅτε ἀκριβῶς ἄνωθεν τοῦ ναοῦ καὶ μὲ κατεύθυνσιν ἐξ Ἀνατολῶν πρὸς Δυσμᾶς ἐνεφανίσθη φωτεινὸς λευκὸς Σταυρὸς τοῦ ὁποίου ἡ λάμψις περιοριζομένη μόνον ἐπὶ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ἐκκλησιαζομένου πλήθους ἐξηφάνιζεν ἐντελῶς τὴν λάμψιν τῶν ἀστέρων, κατηύγαζε δὲ τὸν ναὸν καὶ τὸν περίβολον ὡς νὰ κατηυθύνετο ἐπ’ αὐτῶν ἠλεκτρικὸς προβολεύς. Τὸ οὐράνιον τοῦτο σημεῖον ἦτο ὁρατὸν συνεχῶς ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ κατόπιν ἤρξατο σβενύμμενον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον.Τὸ τί ἐπηκολούθησε τὴν ἐμφάνισιν τοῦ οὐρανίου τούτου σημείου ἀδύνατον νὰ περιλάβῃ ἀνθρωπίνη ἀφήγησις. Πάντες οἱ ἐκκλησιαζόμενοι γονυπετεῖς καὶ κλαίοντες ἐκ τῆς συγκινήσεως, ἤρχισαν ψάλλοντες καὶ δοξολογοῦντες τὸν Κύριον ἐν ἐνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ. Τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας παραιτοῦνται τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἀνευρίσκουσι εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας των τὴν παιδικὴν πίστιν τῶν παιδικῶν των χρόνων. [...].Ἡ ἀγρυπνία συνεχισθεῖσα ἐτελείωσε περὶ τὴν 4ην πρωϊνήν, ὁπότε ὁλόκληρος ἐκεῖνος ὁ ἀνθρώπινος χείμαρρος ἤρχισε κατερχόμενος πρὸς τὴν πόλιν διηγούμενος ἀνὰ πᾶν βῆμα τὸ νυκτερινὸν θαῦμα, ἐκ τῆς συγκινήσεως τοῦ ὁποίου συνείχοντο πάντες..Τὸ ἔτος 1934 οἱ «παλαιοημερολογῖτες» τῆς Μπάλας (σημερινὴ Ροδοπόλις) τὸν καλοῦν νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ βυζαντινὸν ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, εὑρισκόμενον ἔξωθεν τῆς Κοινότητος, στὴ θέση Βυδίστι. Ἐκεῖνο τὸ καλοκαιρινὸ πρωινό της 29ης Αὐγούστου, ὅπως μᾶς περιγράφει ἐμφατικῶς ὁ ἀναγνώστης κ. Νικόλαος Νταβαναγγέλης, ὅστις καὶ ἐχρημάτισε ἱερόπαις τοῦ π. Ἰωάννη, ἄρχισαν οἱ χριστιανοὶ νὰ συγκεντρώνονται διὰ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ. Ὅμως ἀδίκως, ἀφοῦ βρίσκουν τὸ ναΐδριο ἑρμητικὰ κλειστὸ ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς ἀρχές. Ὁ παπα-Γιάννης συνηθισμένος εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις καὶ τοὺς διωγμοὺς δὲν πτοεῖται ἀλλὰ οὔτε κἄν σκέπτεται νὰ στερήσῃ τοὺς πιστούς τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ μὲ τοσαύτην λαχτάραν συνεκεντρώθησαν νὰ μετάσχουν. Ἀκολουθούμενος πάντοτε ἀπὸ τοὺς πιστούς, καταβαίνει εἰς τὸ χωρίον καὶ πλησίον τοῦ χώρου ὅπου εὑρίσκεται ὁ σημερινὸς Ἱερὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος Ροδοπόλεως, τελεῖ τὸ Μυστήριον εἰς τὸ ὕπαιθρον.

 

 

Εἰς ἐκείνην τὴν τοποθεσίαν οἱ νομάδες Σαρακατσάνοι τῆς περιοχῆς, εἶχον σκάψει σκάμματα κυκλικοῦ σχήματος, καὶ βάθους ἑνὸς μέτρου εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐνωρίτερον στήσει τὰ κονάκια των (ψάθινες καλύβες) καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸ καιροῦ ἐγκαταλείψει. Ἐπάνω λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ θαμνάκια καὶ τοὺς λίθους ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου σαρακατσάνικου κονακίου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν πεύκων ἐστήθη προχείρως ἕν θυσιαστήριον διὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ ὀλίγοι πιστοί.Ματὰ τὸ πέρας τῆς ἐξοχικῆς αὐτῆς Λειτουργίας, ὁ π. Ἰωάννης εἶπεν εἰς τοὺς πιστούς: «Παιδιά μου, κάπου ἐδῶ νὰ κτίσουμε μία ἐκκλησία νὰ ἐξυπηρετούμαστε». Οὕτω, λοιπὸν καὶ τὸ οἰκόπεδον εὑρέθη καὶ ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἠγέρθη, μὲ ἀρκετὰς διώξεις καὶ φυλακίσεις τῶν ἱδρυτῶν του, καὶ ὁ π. Ἰωάννης παρέμεινε ἐκεῖ ἐφημέριος μέχρι τὸ ἔτος 1950 διανύων μιάμιση ὥρα ἀπόσταση μὲ τὸ ὑποζύγιον ἀπὸ τὴν οἰκίαν του εἰς τὴν Κηφισιὰν ἐπὶ 16 ἔτη, ἔχων πάντοτε συνοδὸν του τὸ προαναφερθέν πνευματικόν του τέκνον Νικόλαον.Τακτικὸς εἰς τὰς ἀκολουθίας ὁ παπα-Γιάννης δὲν παραλείπει ἀκόμη καὶ εἰς τὸ βαθὺ γήρας τὴν καθιερωμένην νυκτερινὴν ἀκολουθίαν. Μόνον μίαν νύκτα χιονισμένην παραβιάζει τὴν τακτικήν του, σκεπτόμενος νὰ διαβάσῃ ὀλίγον ἀργότερον τὴν ἀκολουθίαν του. Ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ὅμως νὰ διακόψῃ τόσων ἐτῶν τακτικήν, τὸν εἰδοποιεῖ τὴν κατάλληλον στιγμήν. Ἔντρομος ὁ γέρων, ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὴν μικρὴ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ποὺ φέρει πάντοτε μαζί του, νὰ τοῦ λέγει: «παπα-Γιάννη, ὄρθρου βαθέως» καὶ ὁ ἀγαθὸς γέρων σηκώνεται εὐθύς.Εἰς τὸν μεγάλον διωγμὸν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τὸ 1951, παρὰ τὰ γηρατειά του, ὁ παπα-Γιάννης ἐργάζεται ἐξαντλητικῶς, ἔχων μεταβάλλει τὴν οἰκίαν του εἰς τὴν Κηφισίαν, εἰς τὴν ὁδὸν Κανάρη, εἰς κρυφὸν πνευματικὸν καταφύγιον ὅλων τῶν διωκομένων Γ.Ο.Χ. οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ τελοῦνται τὰ μυστήρια των, ὀρθοδόξως. Ἐξομολόγη καὶ ἐτέλη ἀκόμη καὶ εὐχέλαια καὶ ἁγιασμοὺς εἰς δύο δωμάτια εἰς τὴν πίσω αὐλὴν τῆς οἰκίας του. Τραγικὴ εἰρωνία ἀπετέλη ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ «ἐκκλησιαστικὰ ἐγκλήματα» τῶν Γ.Ο.Χ. συνέβαιναν μόλις δύο δρόμους μακρύτερα ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ τότε διώκτου νεοημερολογίτου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου.

 

 

Καὶ παρόλον ποὺ διεσταυρώνετο πολλάκις μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν ὁδόν, ἐφήρμοζε τὸ τοῦ Ἀποστόλου [«καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β΄ Ἰωάνν. 10)], γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐξενεύριζεν ἰδιαιτέρως τὸν Σπυρίδωνα.Τὰ Χριστούγεννα τοῦ ἰδίου ἔτους, ὅπως περιέγραψε εἰς τὴν Καθηγούμενην τῆς Ἱ. Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πάρνηθος Ξένην μοναχήν, ὁ κατὰ σάρκα πατήρ της, (μετέπειτα π. Θεολόγος), τρία φορτηγὰ καρότσες, γεμάτα πιστοὺς ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἐξεκίνησαν παραμονὴν Χριστουγέννων ἀργὰ τὸ βράδυ διὰ νὰ ἀγρυπνήσουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ διώκτου Ἀρχιεπισκόπου, εἰς τὸ ἐξωκλήσι τῆς Ἁγ. Μαρίνης είς τὸ Πόρτο Ράφτη. Ἱερεύς ἐκείνης τῆς ἀγρυπνίας ποῖος ἄλλος ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη; Ἐκεῖνος εὑρίσκετο εἰς τὸ τελευταῖον φορτηγὸν κάτω ἀπὸ ἕνα σωρὸν ἀπὸ παλτὰ καὶ ἐπανωφόρια. Καθ’ ὁδόν, ἀστυνομικὸ μπλόκο, σταματάει τὰ τρία φορτηγὰ διὰ ἔλεγχον. Εἱς τὸ ἐρώτημα τῶν ἀστυνομικῶν ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς μετακινήσεως, οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ πρώτου φορτηγοῦ ἀντέταξαν τὴν ἁπλοϊκὴν δικαιολογίαν: «Πᾶμε γιὰ μπάνια», δεδομένου ὅτι ἦταν μιὰ παγωμένη νύξ τοῦ Δεκεμβρίου, μὲ ἀρκετὸν χιόνι καὶ τρία φορτηγὰ γεμάτα κυρίως ἀπὸ γιαγιάδες καὶ παπποῦδες οἱ ὁποῖοι ἔτρεμον ἀπὸ τὸ κρύον. Τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον φορτηγὸν ὅταν ἠρωτήθησαν ποὺ ὑπάγουν ἀπήντησαν: «Ὅπου πᾶνε καὶ οἱ μπροστινοί». Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε εἰς τοὺς Ἀστυνομικοὺς νὰ ἐπεξεργαστοῦν πολύ τὸ κατὰ τὰ ἄλλα παιδαριῶδες τοῦτο ἐπιχείρημα, καὶ τοὺς ἄφησαν ἐλευθέρους νὰ συνεχίσουν τὸν δρόμον των. Ἡ ἀγρυπνία δὲ εἰς τὸ ἀσφυκτικὰ γεμάτο ἐκκλησάκι ἐνθύμιζε πρωτοχριστιανικὰς ἐποχὰς. Ὅλο το ἐκκλησίασμα ἔψαλλε ὁμοῦ, καὶ ὁ ζηλωτὴς ἱερέας ἐξομολόγησε καὶ ἐκοινώνησεν ὅλους τοὺς παρευρισκομένους. Εἰς τὸ τέλος ὅλοι περιχαρεῖς ηὐχήθησαν ἀλλήλοις, ἀρτεύθηκαν μὲ ὀλίγα πτωχικὰ κεράσματα καὶ ἀνεχώρησαν διὰ τὰς οἰκίας των δίχως νὰ σταματήσουν νὰ ψάλλουν καθ’ ὅλη τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστροφῆς.

 

 

Ἕξ μῆνας πρὶν τὴν εἰς Κύριον ἐκδημίαν του, καθηλοῦται εἰς τὸν κράββατον τοῦ πόνου μετὰ ἀπὸ ἀτύχημα. Τότε τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ ἐπανελθῶν ἐκ τῆς δευτέρας πολυμήνου ἐξορίας του εἰς Μυτιλήνην, ἀείμνηστος Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης κυρὸς Χρυσόστομος. Μάλιστα εἶχε δηλώσει ὅτι: «Ὅταν θὰ ἀναχωρήσω καὶ δὲν βρεθεῖ ὀρθόδοξος ἱερέας, θὰ μοῦ διαβάσετε ἐσεῖς οἱ λαϊκοὶ ἕνα τρισάγιο καὶ θὰ μὲ θάψετε», ὀνομάζων ὡς αἱρετικοὺς ἀπὸ ἐκείνην ἤδη τὴν ἐποχήν, τοὺς καινοτόμους τοῦ νέου ἡμερολογίου προβλέπων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν σημερινόν των κατρακύλημα εἰς τὸν Οἰκουμενισμόν. Τὴν 15ην Δεκεμβρίου 1953, ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, ὁ παπα – Γιάννης ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τοῦ Δικαίου. Ἐτάφη εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου παρὰ τὴν Λυκόβρυσιν Ἀττικῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἀδελφότητα τακτικὰ ἐξυπηρέτη μυστηριακῶς. Τὸν ἐπικήδειον ἐξεφώνησεν ὁ ἀείμνηστος, πλοίαρχος τότε τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, Εὐάγγελος Τομαρᾶς.Ὑπῆρξε εἷς ἀφανὴς καὶ θαρραλέος λευΐτης ἱερεύς, λακωνικὸς καὶ σοφός, μὲ μόνον φόβον, τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, συνδεδεμένον ἀρρήκτως μετὰ τοῦ θαύματος τῆς Γ΄ ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἔτος 1925.

 
Πηγή.Εκκλησιαστικός.