Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Η κρίση ως σημείο νέας ζωής


- Copy
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
«Κρίσιμες μέρες» περνά η Κύπρος, κατά γενική διαπίστωση και όπως τα Μ.Μ.Ε. μας πληροφορούν συνεχώς. Μια αγωνία κυριαρχεί για το αύριο, καθώς δεν θα είναι όπως το χθες. Οι δυσκολίες άρχισαν ήδη και η απόγνωση καραδοκεί.
Σ’ αυτή την κατάσταση – ακαταστασία, που κλυδωνιζόμαστε στη φουρτούνα του βίου, κύρια ελπίδα μένει ο Κύριος των Δυνάμεων και της Αγάπης, ο μόνος που μπορεί, καθώς μας λέει ο Απόστολος Παύλος, «ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν».
Μας παρότρυνε να Του ζητούμε για να μας δίνει αυτό που θέλουμε, ώστε, μέσα από τη συνεργασία να βεβαιώνεται ότι «εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν». Μας βεβαίωσε, ακόμα, ότι ενδιαφέρεται για μας όπως ο καλός πατέρας που δεν δίνει πέτρα στο παιδί του, όταν του ζητά ψωμί. Μας παραπέμπει στα κρίνα του αγρού και στα πουλιά της φύσης, που τα φροντίζει χωρίς να εργάζονται, ώστε να συμπεράνουμε ότι σίγουρα θα φροντίσει και για μας τους ανθρώπους Του.
Φαίνεται ότι η απιστία ως μη εμπιστοσύνη στο Θεό – Πατέρα, δημιουργεί μέσα μας ανασφάλεια που οδηγεί στην απόγνωση, λύπη που διαλύει το είναι, σκοτισμό του νου που όλα τα βλέπει μαύρα.
Ασφαλώς η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω μας και η παράλογη αισιοδοξία είναι δείγμα αφέλειας και ανοησίας. Ο Χριστός μάς καλεί να είμαστε έξυπνοι, δηλαδή ξύπνοι, να συμμετέχουμε στον πόνο και στη χαρά του κόσμου, ως ζώντες μέσα σ’ αυτόν.
Ως χριστιανοί όμως, που επιθυμούμε να βιώνουμε την «εντός ημών Βασιλεία του Θεού», καλούμαστε να βλέπουμε πίσω από όσα συμβαίνουν το σχέδιο του Θεού για τον καθένα και για όλους μας, που μπορεί να μην είναι αυτό που θεωρούμε καλό για μας. Καλούμαστε ακόμη να μην λυπούμαστε «ως μη έχοντες ελπίδα», ως ο Θεός μας να είναι νεκρός.
Οι δοκιμασίες μπορούν να γίνουν ευεργεσίες, αν μας βγάλουν στην επιφάνεια την αδύνατη ή ανύπαρκτη πίστη μας. Η στήριξη, άλλωστε, στις δικές μας δυνάμεις αποκλειστικά, δεν είναι αυτοθέωση; Η αγωνία μας να μην χάσουμε τις όποιες ανέσεις μας, δεν είναι δείγμα υλιστικής ζωής;
Οι μέρες της Μ. Σαρακοστής, που διανύουμε, μας τονίζουν ότι «μεθ’ ημών ο Θεός», ότι ο Θεός μας είναι ο «Κύριος των Δυνάμεων» κι ότι η άσκηση, ο πόνος, η σταυρική πορεία, έχουν λόγο και καταλήγουν στην αναστάσιμη εμπειρία. Φαίνεται πως γι’ αυτό μερίμνησε η Θεία Πρόνοια: να περνούμε τη δοκιμασία με συνοδοιπόρο τις ακολουθίες της Μ. Σαρακοστής που μας μεταφέρουν το πνεύμα της χαρμολύπης και της σταυροαναστάσιμης πορείας.
Ως άνθρωποι της Εκκλησίας, που θέλουμε να ζούμε τη ζωή Του, καλούμαστε να αντισταθούμε στο πνεύμα της λύπης και της απόγνωσης, προσευχόμενοι γι’ αυτό. Τότε οι γύρω μας, που ζουν στην αγωνία και στο σκοτάδι, θα βλέπουν φως! Δεν θα πρέπει να συμπαρασταθούμε και μ’ αυτό τον τρόπο στους συνανθρώπους μας;
Βέβαια, δεν μεταδίδουμε αυτό που λέμε αλλά αυτό που είμαστε. Μακάρι η όποια δοκιμασία, προσωπική ή συλλογική, να μας δείξει την πραγματικότητα του εαυτού μας σε σχέση με το Θεό και τους ανθρώπους Του, να μας βοηθήσει να τολμήσουμε την αλλαγή της πορείας μας και να μας δώσει την εμπειρία της νέας ζωής, της Ζωής Του, που έχει χαρά, πληρότητα, γεύση της αιώνιας Ζωής – αυτό που στο βάθος, ακόμα και εν αγνοία μας, αναζητούμε.

25η Μαρτίου 1821. Η ιστορική πραγματικότητα. Συγγραφέας: kantonopou


Γράφει ο Αλέξανδρος Τρομπούκης
Η 25η Μαρτίου 1821 είναι μια ημερομηνία σταθμός στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Οφείλουμε να στρέφουμε τη σκέψη μας στα γεγονότα της εποχής εκείνης, σήμερα που η τύρβη της ζωής και οι τριβές της καθημερινότητας, δυστυχώς πλήττουν βάναυσα την ιστορική μνήμη, την εθνική μας παράδοση και κληρονομιά.
Καθίσταται επιτακτικό να προβληθούν εκείνα τα ανεπανάληπτα μηνύματα λεβεντιάς, της αξιοπρέπειας και του πατριωτισμού. Έτσι θα φανεί αναγκαίο να επισημάνω και τις αυξημένες ευθύνες μας, από τις λαμπρές υποθήκες των ενδόξων προγόνων μας και να αντλήσουμε διδάγματα.
Έχουμε, σαν Έλληνες, την ιερή υποχρέωση να αποδώσουμε φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες του Εικοσιένα.
Προς το τέλος του 18ου αιώνα, εξετάζονταν τρεις ιστορικές προοπτικές, για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα αποκτούσε τη μέλλουσα λευτεριά της.
Η πρώτη βασιζόταν στην αντίληψη ότι ήταν δυνατόν, η οθωμανική αυτοκρατορία να αλωθεί βαθμιαία και ειρηνικά με την μεθοδική άνοδο των Ελλήνων στην οικονομία και στις επιστήμες αλλά και την επιδίωξη ανάληψης όλο και περισσοτέρων θέσεων στην κυβέρνηση και στη διοίκηση.
Η δεύτερη αφορούσε σε ανανέωση της παλιάς προσδοκίας για απελευθέρωση του Έθνους με πρωτοβουλία της Ρωσίας.
Η τρίτη προοπτική ήταν η ένοπλη επανάσταση.
Αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή τελικά της τρίτης προοπτικής και στην προετοιμασία για την αποτελεσματική εξέγερση του ελληνικού Έθνους, έπαιξε και η δράση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ενόπλου επανάστασης.
Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης έγινε από τον γενόμενο αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας, τότε κέντρο πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων, στις 24 Φεβρουαρίου 1821 με την κυκλοφορία της περίφημης προκήρυξης, που άρχιζε με την φράση ’’Η ώρα ήλθε ω άνδρες Έλληνες’’. Οι συνθήκες όπως είχαν διαμορφωθεί ήταν ευνοϊκές για την ευδοκίμηση της επανάστασης, οι σπουδαιότερες των οποίων ήταν:
Η ύπαρξη συμπαγών ελληνικών πληθυσμών σε αναλογία κατά περιοχή τουλάχιστον 11 προς 1 σε σχέση με τους εγκατεστημένους Τούρκους.
Η τεράστια εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας και κυρίως στην Πελοπόννησο με πολλά αφοσιωμένα και τολμηρά στελέχη.
Η μειωμένη τότε τουρκική στρατιωτική δύναμη στην Πελοπόννησο διότι μεγάλο μέρος της και ο αρχηγός της βρισκόταν στην Ήπειρο για την καταπολέμηση του Αλή Πασά.
Ο γεωγραφικός παράγοντας με την ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, που άφηνε λίγες διαβάσεις, αλλά και η μεγάλη απόσταση, ιδίως της Πελοποννήσου, από τα κύρια οθωμανικά κέντρα και την πρωτεύουσα.
Ωστόσο εκτός από τα ευνοϊκά στοιχεία υπήρχαν και σοβαρές δυσκολίες όπως η απουσία του αρχηγού κατά την έναρξη της επανάστασης, ο δισταγμός πολλών προκρίτων της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου να προσχωρήσουν σ’ αυτήν. Οι Έλληνες άρχισαν τον πόλεμο του 1821 ολιγάριθμοι και σχεδόν άοπλοι, χωρίς οργανωμένο και πειθαρχημένο στρατό. Ήταν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διέθετε πολυάριθμο και άρτι εξοπλισμένο στρατό. Η ιδέα του χρέους όμως εμψύχωσε και δυνάμωσε τους Έλληνες, ώστε να υπερισχύσουν των Τούρκων όπως άλλοτε οι Μαραθωνομάχοι και οι Σαλαμινομάχοι εναντίον των Περσών.
Ο αγώνας του 1821 ήταν καθολικός. Δεν ήταν έργο των ολίγων μιας τάξης ή μιας κοινωνικής ομάδας. Ήταν έργο όλων των Ελλήνων και όλων των περιοχών, πλούσιων και φτωχών, μορφωμένων και αγράμματων. Ήταν αγώνας υπέρ βωμών και εστιών , ‘’για του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία’’. Ήταν αγώνας για το ποθούμενο.
Επιγραμματικά, τα εννέα χρόνια διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης μπορούν να διακριθούν, σε τέσσερις περιόδους η κάθε μια με ιδιαίτερη φυσιογνωμία:
Η πρώτη (1821), είναι η περίοδος έναρξης και τοπικής επικράτησης της Επανάστασης.
Η δεύτερη (1822 μέχρι 1823), είναι η περίοδος σταθεροποίησης της Επανάστασης, με χαρακτηριστικό την απόκρουση σοβαρών προσπαθειών των Τούρκων για την καταστολή της.
Η τρίτη (1824 μέχρι 1827), είναι η περίοδος της κρίσιμης κάμψης του αγωνιστικού σθένους εναντίον του κατακτητή λόγω εσωτερικών διαμαχών και συντονισμένης πολεμικής δράσης Τούρκων και Αλβανών. Σε αυτή την περίοδο τοποθετείται και η εκδήλωση του θετικού ενδιαφέροντος  για την επανάσταση , της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με κορυφαίες εκδηλώσεις τη Συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος 1827) και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Η τέταρτη, (1828 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1830), είναι η περίοδος ανάκαμψης, ισχυροποίησης και τελικής επικράτησης της επανάστασης.
Τελικά η εθνεγερσία των Ελλήνων του 1821 πέτυχε την Εθνική Παλιγγενεσία, την αναγέννηση της Ελλάδας. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε την Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ένα χρόνο πριν, την 6η Ιανουαρίου 1829, κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους είχε αναλάβει ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος με τις συνεχείς και άοκνες προσπάθειές του συντέλεσε πάρα πολύ στη θεμελίωση του νέου Ελληνικού Κράτους.-
Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους.

http://imverias.blogspot.gr/

Κυριακή Β΄ Νηστειών – Η παραλυσία της εποχής και η ελπίδα της πίστης


Συγγραφέας: kantonopou στις Μαρτίου 29, 2013
Παράλυτη η εποχή μας. Ηθικά και πνευματικά. Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, παραδομένη στο κρεβάτι της εκμετάλλευσης, της φιληδονίας, της ψευδαίσθησης της ευτυχίας. Παράλυτη από τις αμαρτίες της. Ζει μακριά από το Θεό και δεν γνωρίζει τι να κάνει. Αυτοί που θα έπρεπε να την βοηθήσουν, την έχουν κλείσει στον εαυτό της. Την έχουν κάνει να ενδιαφέρεται μόνο για το «εγώ» της. Ίσως μάλιστα αυτοί που θα έπρεπε να την βοηθήσουν, να είναι και η κύρια αιτία για την παραλυσία της.
Βιώνουμε καθημερινά την παραλυσία του κόσμου και της εποχής μας. Στο άγχος και την αβεβαιότητα. Στον φόβο του θανάτου. Στην απόπειρα δια της διασκέδασης να ξεχάσουμε. Στην παράδοσή μας στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και αναζητούμε τους φίλους εκείνους που θα χαλάσουν τη στέγη του σπιτιού στο οποίο βρίσκεται ο Χριστός, για να μας δώσουν ελπίδα και να μας φέρουν κοντά σ’ Εκείνον που είναι ο μόνος που μπορεί αληθινά να μας προσφέρει την ίαση.
Τρεις είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την παραλυσία της εποχής. Άλλοι στέκουν μετά παρατηρήσεως. Την βλέπουν. Δεν νιώθουν όμως ικανοί να κάνουν κάτι για να βρεθεί μία λύση. Θεωρούν τους εαυτούς τους ασήμαντους μπροστά στη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού. Ασήμαντους μπροστά στην παραλυσία την ηθική και την πνευματική. Και προχωρούν στην εργασία, στη ζωή, τις σχέσεις τους χωρίς  να λειτουργούν συλλογικά. Στην καλύτερη περίπτωση ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους ή κάνουν μια προσευχή για τον κόσμο, εάν πιστεύουν στο Θεό. Έχουν όμως παραιτηθεί από οποιονδήποτε αγώνα. Γι’ αυτούς ο Χριστός υπάρχει μεταφυσικά. Δεν μπορεί να αλλάξει τον ρουν της Ιστορίας και όλα είναι εγκαταλελειμμένα στα χέρια του κοσμοκράτορος του αιώνος του κόσμου τούτου και στον τρόπο που ο πολιτισμός πορεύεται.
Άλλοι πάλι νιώθουν ότι τουλάχιστον μπορούν να χαλάσουν τη στέγη. Κάτι να κάνουν. Να εμπιστευθούν το Χριστό, καταβάλλοντας τον κόπο τους. Να διαμαρτυρηθούν για την αλλοτρίωση της εποχής. Να συνειδητοποιήσουν μεν την ανεπάρκειά τους, αλλά  να μην παραιτηθούν από την προσπάθεια. Έρχονται στην εκκλησία, προβληματίζονται, όταν έρθει η στιγμή δείχνουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους, γνωρίζουν όμως τα όρια τους. παρόλα αυτά δεν θέλουν να πιστέψουν ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει για να ζήσει και να θεραπευθεί ο κόσμος και ο άνθρωπος. Κι εδώ υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχουν τέλος εκείνοι οι οποίοι έχουν εγκλωβισθεί στη λογική της κριτικής, της γκρίνιας, της μεμψιμοιρίας. Διαρκώς κινδυνολογούν. Δεν βλέπουν τίποτε καλό στην προσπάθεια για θεραπεία του κόσμου, γιατί δε γίνεται από τους ίδιους. Δεν είναι πρόθυμοι να συσστρατευθούν με το Χριστό και την πίστη, με την Εκκλησία, αλλά είναι έτοιμοι να απορρίψουν οποιαδήποτε προσπάθεια δεν κινείται σύμφωνα με την δική τους οπτική. Συνήθως αυτοί είναι και ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Βλέπουν τη ζωή σύμφωνα με τους τύπους και την εξωτερική παράδοση και δεν νιώθουν ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να λάβει την συγχώρεση από το Θεό πρώτα και κατόπιν να βρει την πορεία της αληθινής αλλαγής, της γνήσιας θεραπείας.
Ο Χριστός αναρωτιέται για τον καθέναν μας και την ίδια στιγμή μας ρωτά: «τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις ημών;» (Μάρκ. 2, 8). Και μας προτρέπει να Τον εμπιστευθούμε. Να ζητήσουμε πρωτίστως την πνευματική μας θεραπεία από την παραλυσία της αμαρτίας και κατόπιν να λάβουμε την ίαση και της ύπαρξης και του σώματος και του κόσμου. Μάς ζητά να ξαναβρούμε τη σχέση μ’ Αυτόν ως σχέση-κλειδί με τη ζωή μας, για να μπορέσουμε να λάβουμε τη χάρη Του. Κι Εκείνος θα μπορέσει στη συνέχεια να μας γιατρέψει. Όμως αυτός ο δρόμος περνά από την Εκκλησία. Όχι της γκρίνιας και της μεμψιμοιρίας, ούτε αυτής όπως τη θέλουμε εμείς, ούτε αυτής που απλώς παρατηρεί τα γεγονότα, αφήνοντας τα πάντα σε μια μεταφυσική δικαίωση. Είναι η Εκκλησία της πίστης. Αυτή που αποτελείται από ανθρώπους έτοιμους να παλέψουν, να χαλάσουν στέγες, να διαλύσουν δηλαδή το βόλεμα της ζωής και να πλησιάσουν το Χριστό. Και δια της μετανοίας να Του δώσουν την ευκαιρία να γιατρέψει. Την ψυχή πρωτίστως, για να έρθει η έγερση και από το κρεβάτι της παραλυσίας.
Καιρός να ενεργοποιηθεί ο καθένας μας. Να καταλάβει την προσωπική του παραλυσία εξαιτίας της αμαρτίας και να ζητήσει την κάθαρσή του, ερχόμενος δια της πίστης κοντά στο Χριστό. Είναι μία στάση ζωής που θα βοηθήσει κατόπιν να γίνει καινούρια αρχή στην πορεία της κοινωνίας. Και όσοι θέλουν ας ακολουθήσουν. Ο Χριστός βλέπει την πίστη και την αποδέχεται, δίδοντας ζωή. Κι εδώ ξυπνά η ελπίδα που τόσο έχουμε ανάγκη.
Κέρκυρα, 31 Μαρτίου 2013
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

«Εκ πίστεως εις πίστιν» (Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου )


abraham-and-isaac εκ πίστεως εις πίστιν
Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε έναν προσωπικό και ζώντα Θεό και όχι σε κάποιου είδους μακρινό και εγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στη φίλαυτη ενατένιση του εαυτού του και ανίκανο να εισέλθει σε κοινωνία με τα κτιστά όντα. Για μας η απόδειξη της υπάρξεως του Θεού είναι η ενέργειά Του, η χάρη Του, με την οποία μετέχουμε στη ζωή Του. Ακόμη και όταν ο άνθρωπος είναι γεμάτος αμφιβολίες, το άγγιγμα της θείας χάριτος στην καρδιά του διασκορπίζει όλα τα νέφη και ενεργοποιεί μέσα του τη θεία ζωή. Η ζωή αυτή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, και κανένας ανθρώπινος συλλογισμός δεν μπορεί να της αντιταχθεί. Η πρώτη πίστη του ανθρώπου στρέφει την ύπαρξή του προς τον Θεό, ενσταλάζει μέσα του τον φόβο του Θεού και αιχμαλωτίζει την καρδιά.
Πράγματι, αυτός ακριβώς ο φόβος του Θεού βοηθεί την καρδιά μας να αναδυθεί. Η Γραφή αναφέρεται στη «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62,7) του ανθρώπου, στην οποία απευθύνεται η επισκοπή του Θεού από το πρωί ως το βράδυ και από το βράδυ ως το πρωί (Ιώβ 7,18). Όταν ο Ιώβ ρωτά: «τί εστιν άνθρωπος, ότι εμεγάλυνας αυτόν;» (Ιώβ 7,17), η Αγία Γραφή δίνει την ακόλουθη χαρακτηριστική απάντηση: ο άνθρωπος είναι «κατεντευκτής Θεού» (Ιώβ 7,20). Δηλαδή ο άνθρωπος εκείνος, του οποίου η καρδιά έχει γίνει στόχος του Θεού, παρίσταται ενώπιόν Του και συνομιλεί μαζί Του επί ίσοις όροις, μεσιτεύοντας για τη σωτηρία όλου του κόσμου, γιατί ο Θεός του απένειμε την τιμή αυτή. Ο Θεός ποθεί αυτή την ισότητα επικοινωνίας με τον άνθρωπο· δεν τον θεωρεί ως ένα κτίσμα που απλώς το έφερε στο είναι, αλλά ως «εικόνα» Του, ως κάποιον ίσο με Αυτόν με τον οποίο μπορεί να συνδιαλέγεται.
Σε όλη τη Γραφή βρίσκουμε αναρίθμητα περιστατικά, όπου ο Θεός απευθύνεται στον άνθρωπο ως προς ίσο Του: «Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10,32-33). Αν με τη χάρη του Πνεύματός Του εισέλθουμε σε προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τον ομολογούμε, όχι τόσο με λόγια, όσο με την αίσθηση της παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Εκείνος εισδύει στην καρδιά μας και εκεί μαρτυρεί τη σωτηρία μας με τη χάρη Του. Ο άγιος Σιλουανός επιβεβαιώνει την παράδοξη αυτή αλήθεια, όταν λέει ότι το Πνεύμα μαρτυρεί στην καρδιά μας για τη σωτηρία μας .
Ένας άλλος τρόπος, όπου γίνεται φανερό ότι ο Θεός μας ομιλεί επί ίσοις όροις, είναι ο λόγος Του: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. 6,14). Η ισότητα αυτή επιβεβαιώνεται περαιτέρω στην Κυριακή Προσευχή: «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. 6,12). Εκ πρώτης όψεως η άρνηση της συγχωρήσεως Του φαίνεται ίσως αυστηρή. Αν όμως λάβουμε υπ’ όψιν ότι Αυτός είναι ο Δημιουργός και εμείς απλώς τα πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ότι οι όροι των λόγων Του είναι οι πλέον άνισοι: ο Θεός είναι απίστευτα οικτίρμων στην κρίση Του!
Ο Θεός στην επιθυμία Του να καταστήσει τον άνθρωπο αληθινά ίσο με Αυτόν, ομοίωσή Του, κατευθύνει προς αυτόν την «επισκοπή» Του και αναζητεί τη βαθεία καρδία του. Ποθεί να αποκτήσει η καρδιά του ανθρώπου «νοερά και θεία αίσθηση» (Παροιμ. 15,14), δηλαδή όχι απλώς τη λειτουργία της σκέψεως, αλλά ακριβώς αυτή τη μορφή εσωτερικής ζωής που ανυψώνει την ύπαρξή του πάνω από εκείνη των ζώων. Ο ορθός λόγος μας διαφοροποιεί από αυτά. Αν όμως υπηρετεί μόνο τη φυσική μας ευζωΐα, τότε ελάχιστα υπερβαίνουμε το επίπεδο των αυτοσυντηρούμενων ζώων. Αν επιπλέον η εσωτερική μας ζωή εκδαπανάται στις μέριμνες του κόσμου αυτού, θα καταλήξει σίγουρα στο μνήμα μαζί με το σώμα μας. Όπως όμως προαναφέραμε, η θεία κλήση μας είναι πολύ ανώτερη. Ο Θεός επιθυμεί να επισκεφθεί τη βαθειά καρδιά του ανθρώπου με τη ζωηφόρο, νοερή και θεία αίσθηση της παρουσίας Του. Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει συναίσθηση του θησαυρού αυτού στην καρδιά του, τον επισκιάζει ο φόβος του Θεού.
Μόλις η καρδιά μας αιχμαλωτισθεί από το ιερό αυτό δέος και αρχίσουμε να αισθανόμαστε τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού, εισερχόμαστε σε προσωπική κοινωνία με τον προσωπικό Θεό· Εκείνον που αποκάλυψε τον Εαυτό Του, τον Θεό-Πατέρα, τον Θεό-Υιό και τον Θεό-Άγιο Πνεύμα. Η σχέση αυτή συνιστά γεγονός που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη διάνοια. Κάποιοι αλλόθρησκοι αντιτείνουν: «Δεν μπορούμε να εννοήσουμε τον Χριστιανισμό. Πώς μπορεί να υποστηρίζει ότι ο Θεός είναι συγχρόνως Τρεις και Ένας; Η δική μας θρησκεία είναι λογικότερη, γιατί πρεσβεύει ότι ο Θεός είναι ένας, παντοδύναμος, έχει αυτό το χαρακτηριστικό, αυτό το ιδίωμα κλπ.». Αποδίδοντας όμως οι αλλόθρησκοι στον Χριστιανισμό το στοιχείο του υπέρλογου, απλώς επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα της θείας Αποκαλύψεως, που φέρει η πίστη μας, και συνεπώς την αλήθειά της. Η αποκεκαλυμμένη αλήθεια δεν υπόκειται στην ανθρώπινη λογική, αλλά την υπερβαίνει. Εμπιστεύονται έναν ορισμό της πίστεως, που αποτελεί προϊόν του ανθρώπινου ορθολογισμού. Με την επιμονή στη λογική της πίστεώς τους τελικά την απαξιώνουν, καταδεικνύοντας την απουσία από αυτήν του αληθινού χαρακτήρα της αποκαλύψεως, η οποία ξεπερνά κατά πολύ την ανθρώπινη αντίληψη.
Εισερχόμενοι σε κοινωνία με τον προσωπικό Θεό, με εμπιστοσύνη σε Αυτόν, που η ουσία και η φύση Του είναι απρόσιτες, ασύλληπτες και αψηλάφητες, Τον υποχρεώνουμε με την πίστη μας να μας επισκεφθεί με την άφθαρτη χάρη Του. Με την άκτιστη ενέργειά Του, που απορρέει από το Ίδιο το Είναι Του, θα γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην προαιώνια και άκτιστη ουσία Του και το περιορισμένο, πλην όμως λογικό, πλάσμα Του.
Ο Θεός αναζητεί ακατάπαυστα την καρδιά του ανθρώπου. Αυτός όμως με την εσφαλμένη χρήση της ελευθερίας του υποδουλώνεται σε πολλές προσκολλήσεις. Έτσι παρεμποδίζει την είσοδο της θείας χάριτος στην καρδιά του και την παραμονή της εκεί. Εντούτοις τα αμαρτήματα μας είναι ως μηδαμινά μπροστά στην ευσπλαχνία του Θεού. Στα μάτια Του φαίνονται σαν επιφανειακή σκόνη που εξαφανίζεται με ένα απλό φύσημα. Μόλις ο φόβος του Θεού κυριεύσει την καρδιά μας, αντιλαμβανόμαστε πόσο ανήμποροι είμαστε να καλλιεργήσουμε αληθινή σχέση με τον Θεό και διαπιστώνουμε ότι μόνο η χάρη Του μας καθιστά ικανούς γι’ αυτό.
Έτσι ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια απίστευτα δημιουργική περιπέτεια με τον Θεό. Τώρα κατανοεί ότι αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε· ότι αυτό υπήρξε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για το ανθρώπινο γένος και ότι ο αληθινός και τελικός προορισμός του είναι η ένωσή του με τον Θεό. Αλλά η σχέση αυτή με τον Θεό τον υποχρεώνει να διακινδυνεύσει την παραίτησή του από όλα. Αντιλαμβάνεται ότι η παρούσα κατάστασή του με τις ποικίλες προσκολλήσεις του αποτελεί εμπόδιο για τη διάβασή του στην απέναντι όχθη του ποταμού. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί ακόμη να ενωθεί με τον Θεό, καθώς «ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν Αυτού παν κοινόν» (Αποκ. 21,27). Κατανοεί ότι, αν θέλει να σωθεί, πρέπει να αναλάβει το έργο του εξαγιασμού του, «ού χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. 12,14). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού επενδύει ολόκληρο το τάλαντο της επίγειας αυτής ζωής που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, χωρίς να παρακρατήσει τίποτα, έτσι ώστε να το πολλαπλασιάσει επί τριάντα, εξήντα ή εκατό (Μάρκ. 4,8, 20).
Τότε ακριβώς ο άνθρωπος εισάγεται στη γνώση του δεύτερου είδους πίστεως, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ελπίδα παρ’ ελπίδα». Όταν, ανθρωπίνως μιλώντας, εκλείψει μέσα του κάθε ελπίδα σωτηρίας, ο άνθρωπος κρεμά τα πάντα στο έλεος του Θεού και εναποθέτει όλη την εμπιστοσύνη του σε Αυτόν, τον μόνο ικανό να ανιστά και τους νεκρούς (Ρωμ. 4,17). Για παράδειγμα, ο απόστολος Παύλος λέει ότι ο Θεός επέτρεψε να εγγίσει στο κατώφλι του θανάτου, «για να μην έχει την πεποίθηση στον εαυτό του, αλλά στον Θεό που ζωοποιεί ακόμη και τους νεκρούς» (Β’ Κορ. 1,9).
Όταν ο άνθρωπος διακατέχεται από αυτή την πίστη που είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό, μπορεί να προοδεύσει πολύ. Ο Θεός ανταποκρίνεται, και η σχέση του ανθρώπου μαζί Του εντείνεται. Μερικοί ψαλμοί και ευχές, για παράδειγμα στην Ακολουθία του Μεσονυκτικού, περιλαμβάνουν την ικεσία: «Σος ειμι εγώ, σώσον με» (Ψαλμ. 118,94). Αλλά ανάξιοι όντες να εκφέρουμε τον λόγο αυτό: «είμαι δικός Σου, σώσε με», οφείλουμε πρώτα να αποδείξουμε στον Θεό ότι είμαστε δικοί Του, ενεργώντας σύμφωνα με τον χαρισματικό αυτό τύπο πίστεως.
Η πίστη αυτή συνδέεται με τη χαρισματική απόγνωση , που είναι ικανή να μας οδηγήσει αληθινά να διακινδυνεύσουμε τα πάντα για να ευαρεστήσουμε τον Θεό. Τέτοια απόγνωση είναι η μόνη αυθεντική οδός προς την παρ’ ελπίδα ελπίδα σε Αυτόν μόνο.
Συναντούμε πολλά παραδείγματα αυτού του είδους της πίστεως στις Γραφές. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση του Αβραάμ, για τον οποίο γράφεται ότι πίστεψε στον Θεό που ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί τα μη όντα ως όντα (Ρωμ. 4,17) με τέτοια πίστη, που τον κατέστησε στη συνέχεια ικανό να πιστέψει «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» (Ρωμ. 4,18). Έχει μεγάλη σημασία για μας να διεισδύσουμε στην πίστη του, αφού είναι ο πατέρας όλων εκείνων που πίστεψαν μετά από αυτόν. Πρωτίστως ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό ως τον ζώντα Θεό, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα φέρει τα πάντα από το μη όν στο είναι και ζωοποιεί τους νεκρούς. Επιπλέον, στην εποχή του, η ανθρώπινη λογική έβλεπε μόνο την απόλυτη απελπισία, γεγονός που υπογραμμίζει την αυθεντικότητα της ελπίδας του Αβραάμ. Ήταν θεμελιωμένη σε ολοκάρδια πίστη που δεν ήταν απλώς διανοητική αποδοχή του μυστηρίου της θείας δυνάμεως. Γι’ αυτό του ενέπνευσε τέτοια εσωτερική πεποίθηση, που τον ενδυνάμωσε να παραδώσει όλη την ύπαρξή του στον λόγο του Θεού και να εγκαταλείψει όλη τη ζωή του στο θέλημά Του.
Η εξαιρετική αυτή πίστη δικαίωσε τον Αβραάμ ενώπιον του Θεού και τον κατέστησε πατέρα όλων των πιστών. Όταν ο Θεός τον πρόσταξε: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και ακολούθει μοι», ο Αβραάμ δεν ρώτησε πού επρόκειτο να πάει. Ο Θεός του είπε: «Δεύρο εις την γην, ήν αν σοι δείξω» (Γέν. 12,1), χωρίς να του υποδείξει τη χώρα. Ο Αβραάμ έχοντας αγαπήσει τον Θεό με όλη την καρδιά του, χωρίς να υποβάλει καμία ερώτηση αλλά με απόλυτη υπακοή και τέλεια πίστη, Τον ακολούθησε με εμπιστοσύνη σε κάθε Του λόγο. Τότε Εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα αποκτήσει απογόνους, παρά το προχωρημένο του γήρατός του. Πάλι, αψηφώντας την ηλικία του, πίστεψε ακλόνητα ότι ο Θεός που εγείρει τους νεκρούς θα μπορούσε να είναι και ο Δοτήρ της ζωής ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Έτσι τόσο πολύ ευαρέστησε στον Θεό, ώστε θεωρήθηκε άξιος να λάβει φοβερές υποσχέσεις από Αυτόν, όπως η ευλογία όλων των εθνών της γης μέσω του σπέρματός του (Γέν. 17,4-8). Αρχή της εκπληρώσεως της διαθήκης αυτής αποτέλεσε και η σύλληψη του υιού του Ισαάκ. Η Γραφή λέει στη συνέχεια πως ο Αβραάμ αγάπησε τον Ισαάκ (Γέν. 22,2), ώστε να μας προετοιμάσει για την παράδοξη παρέμβαση του Θεού που ακολουθεί παρακάτω, όταν ο Θεός τον προστάζει: «Λάβε τον Ισαάκ, πορεύθητι εφ’ έν των ορέων και ανένεγκον αυτόν εκεί εις ολοκάρπωσιν». Δηλαδή: «Θυσίασε τον υιό σου που είναι η θαυμαστή υπόσχεσή μου σε εσένα, τον υιό του θαύματος, με τον οποίο η Σάρρα λύθηκε από τα δεσμά της στειρότητάς της!» Εδώ κρύβεται μεγάλο μυστήριο. Ο Αβραάμ, πλήρως αφοσιωμένος στον Θεό, απολάμβανε όλη την εύνοιά Του. Όταν όμως απέκτησε τον υιό, κατά την υπόσχεση που του δόθηκε, η καρδιά του προσκολλήθηκε σε αυτόν και ως εκ τούτου μοιράσθηκε. Για να ελευθερώσει την καρδιά του, ο Θεός τον υπέβαλε σε φοβερή δοκιμασία, ζητώντας από αυτόν να θυσιάσει τον αγαπημένο υιό του. Ο Αβραάμ υπάκουσε χωρίς δισταγμό. Όταν ο Θεός είδε ότι η καρδιά του είχε αποκατασταθεί στην πρώτη αγάπη της προς Αυτόν μέσα από την υπακοή και την ετοιμότητά του να προσφέρει θυσία τον υιό του, απέδωσε τον Ισαάκ πίσω σε αυτόν, που είχε αναθέσει όλη την εμπιστοσύνη του στον Θεό.
Ο δεύτερος αυτός βαθμός πίστεως συνέχει τη συνειδητή καρδιά του ανθρώπου, που ζωοποιήθηκε ήδη από το πρώτο στάδιο. Ο άνθρωπος έχει παραδώσει τώρα τον εαυτό του στα χέρια του ζώντος Θεού. Δεν οδηγείται πια προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά, όπως ο Αβραάμ, αρχίζει να δορυφορείται γύρω από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, εναποθέτοντας όλη την εμπιστοσύνη του στον Θεό που εγείρει τους νεκρούς. Τέτοια πίστη επιτρέπει στον άνθρωπο να παραμένει στην παρουσία του Θεού, αφού έχει επιστηρίξει την ελπίδα του στην παντοκρατορική ισχύ και στον λόγο Του.
Κάθε άνθρωπος ωστόσο που έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στον Θεό με πνεύμα πίστεως θα δοκιμασθεί διαφορετικά, κάποτε μάλιστα σκληρά. Ορισμένοι ενδέχεται να απειληθούν ακόμη και με θάνατο. Αλλά αν τη στιγμή της δοκιμασίας μείνουν ακλόνητοι αποδίδοντας δόξα και ευχαριστία στον Θεό, τότε η πίστη τους, όπως αυτή του Αβραάμ, υπερβαίνοντας όχι μόνο τον κόσμο αλλά τον ίδιο τον θάνατο, θα αναδειχθεί πιο ισχυρή από αυτόν. Γι’ αυτό τον λόγο είναι τόσο σημαντική η κατανόηση της πίστεως ως «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι», ώστε αν αξιωθούν μιας τέτοιας ευκαιρίας, με σωστή αντιμετώπιση να κερδίσουν τον Χριστό και όλη την αιωνιότητα. Πράγματι, οποιοσδήποτε παραδοθεί ολόψυχα στο Πνεύμα του Θεού, θα οδηγηθεί από τον Θεό μέσα από τη στενή οδό. Θα απεκδυθεί τον παλαιό του άνθρωπο, για να μπορέσει να εισέλθει καθαρός στη Βασιλεία Του: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8).
Έχει λεχθεί ότι «ο Θεός φως εστι» (Α’ Ιωάν. 1,5), και όταν Τον δούμε, θα γίνουμε κι εμείς φως όπως Εκείνος (Α’ Ιωάν. 3,2). Αλλά χρειάζεται προηγουμένως να καθαρθούμε, για να γίνουμε άξιοι της μακαρίας οράσεως του αληθινού Θεού. Αυτός εποπτεύει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ιδιαίτερα στρέφει την προσοχή Του σε όσους επιδεικνύουν προθυμία και ετοιμότητα να παραδώσουν τον εαυτό τους στα χέρια Του. Επιποθεί να περιποιείται τον καθένα μας ξεχωριστά, όπως έκανε με τον Αβραάμ και όλους τους εκλεκτούς Του. Πράγματι, ολόκληρη η Γραφή, που είναι η ιστορία των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, οφείλει να ανακεφαλαιωθεί στη ζωή κάθε προσώπου χωριστά. Όταν ο Θεός δει ότι ο άνθρωπος αντιμετωπίζει με σοβαρότητα το θέμα της σωτηρίας του, θέτει ένα εμπόδιο ενώπιον του, για να τον δοκιμάσει και να ενισχύσει την προθυμία και αποφασιστικότητα του. Τον εξετάζει και τον παιδεύει, όπως θα έκανε ένας πατέρας με τον αγαπημένο υιό του (Εβρ. 12,6-11). Διερχόμενος ο άνθρωπος τη δοκιμασία αυτή της πίστεώς του, διδάσκεται πώς να υπερπηδήσει το πρώτο αυτό πρόσκομμα. Τότε ο Θεός τοποθετεί μεγαλύτερα εμπόδια ενώπιόν του, ώστε να τον εκπαιδεύσει σε ακόμη υψηλότερα άλματα πίστεως προς Αυτόν. Με τον τρόπο αυτό ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, απονέμοντάς του το προνόμια να επιδείξει, όπως ο Ιώβ, το είδος της πίστεως που θα τον καταστήσει κληρονόμο όλων των αγαθών του Παραδείσου Του. «Πάντα τα εμά σα εστιν», λέει ο πατέρας στον μεγαλύτερο αδελφό του ασώτου υιού (Λουκ. 15,31). Γι’ αυτό είναι μακάριος εκείνος που εγκαρτερεί σε καιρό δοκιμασίας και παραμένει ακλόνητος από τον πειρασμό, ακόμη και από την απειλή του θανάτου.
«Παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» είναι ο ακριβής ορισμός της πίστεως εκείνης, με την οποία υπερπηδώνται και τα ανυπέρβλητα ακόμη εμπόδια. Αυτή η πίστη συγκεντρώνει όλες τις σκέψεις μας και τις δυνάμεις της καρδιάς μας σε ένα μοναδικό σημείο και με έναν σκοπό. Αυτό εφαρμόζεται επίσης στην τελειότητα της πνευματικής ζωής, όπου αγωνιζόμαστε να ενώσουμε τον νου με την καρδιά. Συσπειρώνουμε όλη την ύπαρξή μας στην καρδιά, ώστε να μπορούμε να προσευχόμαστε με μία μόνο σκέψη, σύμφωνα με τη διδασκαλία της ησυχαστικής μας παραδόσεως. Έτσι αποφασίζουμε να παλέψουμε ακόμη και μέχρι θανάτου, με τη βοήθεια του Θεού, για να υπερπηδήσουμε κάθε δυσκολία. Και πρέπει να το κάνουμε, γιατί από την υπέρβαση αυτή εξαρτάται η σωτηρία μας. Στο σημείο αυτό η καρδιά του ανθρώπου γίνεται ένας σφιχτός κόμπος, όπου έχει συγκεντρωθεί όλη του η ύπαρξη, και ο ίδιος ο άνθρωπος κρεμά τα πάντα στο έλεος του Θεού. Με τον τρόπο αυτό αρχίζουμε να πιστεύουμε, όπως είπε ο απόστολος Παύλος για τον Αβραάμ, «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι». Πιστεύουμε ότι ο Θεός «δύναται ημάς εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ. 3,9), και ότι «παρά τω Θεώ πάντα δυνατά εστι» (Ματθ. 19,26). Βαθμηδόν γινόμαστε έτοιμοι να προβούμε ακόμη και στο φοβερό εκείνο άλμα της πίστεως που υπερνικά τον θάνατο.
Η χαρισματική πίστη, όπως αυτή του Αβραάμ, μας διαβιβάζει από την όχθη της κτιστής πραγματικότητας στην όχθη της άκτιστης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Και όταν ο άνθρωπος επιδείξει τέτοια πίστη, θα βρει τον ασφαλή λιμένα της αγάπης, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Η πρόσκαιρη ζωή του θα ενωθεί με την αθάνατη και αιώνια θεία ζωή, γεγονός που συνιστά το μεγαλειωδέστερο θαύμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Θεός εκτιμά την ανθρώπινη ζωή ως άξια για την ένωση με τη δική Του ζωή, με το δικό Του Είναι, με τη βοήθεια της χάριτος.
Η εκπλήρωση του δεύτερου αυτού βαθμού της πίστεως προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια που απαιτεί να ενθυμούμαστε την πρώτη μας αγάπη προς τον Θεό, να παραμένουμε προσηλωμένοι στην αγάπη αυτή με σταθερότητα, πιστότητα και εμπιστοσύνη. Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως διαβάζουμε: «Και υπομονήν έχεις, και εβάστασας διά το όνομά Μου, και ου κεκοπίακας. Αλλά έχω κατά σου, ότι την αγάπην σου την πρώτην αφήκας. Μνημόνευε ούν πόθεν πέπτωκας, και μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον» (Αποκ. 2,3-5). Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος μας θέσει ενώπιόν Του, μερικοί με τόλμη θα πουν: «Κύριε, Κύριε, ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω Σω ονόματι δυνάμεις εποιήσαμεν;» (Ματθ. 7,22) και «εφάγομεν ενώπιον Σου και επίομεν, και εν ταις πλατείαις ημών εδίδαξας;» Και ο Κύριος θα αποκριθεί: «Λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς πόθεν εστέ· απόστητε απ’ εμού πάντες οι εργάται της αδικίας» (Λουκ. 13,26-27). Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να θαυματουργούν στο Όνομά Του και όμως ο Κύριος να μην τους αναγνωρίζει; Όλοι μας, είτε για μερικά χρόνια προς το τέλος της ζωής μας είτε για μία μόνο ημέρα ή ακόμη και για μία στιγμή, θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε αρκετή δύναμη και να πιστέψουμε στον Θεό με όλη μας την καρδιά. Έχοντας το πνεύμα αυτό της πίστεως θα ήταν δυνατόν να αισθανθούμε την παντοδυναμία του Θεού και με τη βοήθειά της να επιτελέσουμε ακόμη και θαύμα. Ο Θεός όμως δεν αποδίδει αρκετή σημασία σε αυτό, γιατί περιμένει από εμάς σπουδαιότερα πράγματα. Αν επιθυμούμε να είμαστε δίκαιοι και ευάρεστοι ενώπιόν Του –εφόσον, όπως λέει ο Απόστολος, «ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. 1,17· Γαλ. 3,11· Εβρ. 10,38)–, τότε η πίστη μας οφείλει να βρίσκεται σε συνεχή δναμική αύξηση, ώστε να αναγόμαστε «εκ πίστεως εις πίστιν» (Ρωμ. 1,17).
Με άλλα λόγια, οι δίκαιοι θα στέκονται «καλώς» στον δεύτερο αυτό βαθμό της χαρισματικής πίστεως. Θα στηρίζουν το καθετί στο έλεος του Θεού, διακινδυνεύοντας τα πάντα για χάρη Του, προκειμένου να κερδίσουν τα πάντα και να βλέπουν ακατάπαυστα το θείο θαύμα στη ζωή τους. Θα πολιτεύονται αταλάντευτοι με το είδος αυτό της πίστεως έως τέλους. Ο Απόστολος όμως μας προειδοποιεί: «Εάν [ο δίκαιος] υποστείληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ» (Εβρ. 10,38). «Υποστέλλω» σημαίνει ενδίδω στη νωθρότητα και την υπερηφάνεια, παραδίδομαι σε αμελή τρόπο ζωής, ελαττώνομαι ως προς την πνευματική ανδρεία. Αντιθέτως, η οδός της πίστεως είναι οδός δυναμικής αυξήσεως στην εν Θεώ ζωή (Α’ Κορ. 3,7· Κολ. 2,19), που μας οδηγεί από πίστη σε πίστη.
Ο πιο βαθύς πόθος του καθενός μας είναι να διατηρούμε ζωντανή τη σχέση μας με τον Θεό και να απολαμβάνουμε τα Τίμια Δώρα Του. Ακόμη και το ελάχιστο άγγιγμα της θείας χάριτος στην καρδιά μας είναι «κρείσσον υπέρ ζωάς» (Ψαλμ. 62,4), όπως βεβαιώνει ο ψαλμωδός· είναι πραγματικά πολυτιμότερο από πολλές ζωές. Εισερχόμαστε ωστόσο συνειδητά στη σοβαρή αυτή κοινωνία με τον Θεό, υπό τον όρο ότι θα επιδείξουμε τη σταθερότητα των δικαίων, δηλαδή θα ζούμε εφεξής «εκ πίστεως».
Η πίστη μας οφείλει διαρκώς να κραταιώνεται, ωσότου φθάσει στον τρίτο βαθμό της πίστεως των δικαίων· στην πιστή αφοσίωση που μας καθιστά ικανούς να στεκόμαστε ακέραιοι και αταλάντευτοι καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της παιδείας του Θεού. Ο υψηλότατος αυτός βαθμός πίστεως είναι τόσο τέλεια σταθερός, ώστε δεν αφήνει περιθώριο και για το ελάχιστο ίχνος αμφιβολίας· είναι αδύνατον τέτοια πίστη να ελαττωθεί ή να υποχωρήσει από την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος ζει την κάθε ημέρα ως νέο γεγονός· ως νέα ευκαιρία που του χορηγεί η θεία χάρη. Στο πιο ώριμο αυτό στάδιο, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτεται πολύ λεπτό και ευαίσθητο, ταυτόχρονα όμως και πολύ απαιτητικό.
Στην αρχή ωστόσο ο Θεός εμφανίζεται πολύ επιεικής. Ο άνθρωπος αποκτά εμπειρία της πνευματικής ανέσεως και χαράς που συνοδεύουν την πρώτη χάρη. Παρότι μετέχει ακόμη σε ρυπαρότητα, αδυναμία και άγνοια, η χάρη δεν παύει να ευφραίνει την καρδιά του και να τον ωθεί προς τα εμπρός – εξαιτίας της αθωότητάς του. Ο Θεός είναι οικτίρμων και επιποθεί πρώτα απ’ όλα να του διδάξει πώς εργάζεται η χάρη Του μέσα στην ψυχή. Το Άγιο Πνεύμα όμως θα υποχωρήσει από τον άνθρωπο εκείνον που δεν συμμορφώνεται προς τα προστάγματά Του. Η προς Εβραίους επιστολή αναφέρεται εκτενώς σε όσους δέχθηκαν μεγάλα δώρα, γνώρισαν τη δύναμη του λόγου του Θεού καθώς επίσης και την αναγέννηση της υπάρξεώς τους, αλλά εξέπεσαν στην πορεία. Διαβάζουμε στη Γραφή ότι είναι σχεδόν ακατόρθωτο «να ανακαινισθούν πάλιν εις μετάνοιαν» (Εβρ. 6,4-6), δηλαδή να αποκατασταθούν ξανά από τον Θεό μετά την πτώση τους. Με άλλα λόγια, όσο προσεγγίζουμε περισσότερο στον Θεό, τόσο πιο απαιτητικό γίνεται το Πνεύμα του Θεού, ώστε να ζούμε όσο το δυνατόν πλησιέστερά Του και να είμαστε αιώνια ενωμένοι μαζί Του. Όπως προαναφέρθηκε, ο Θεός επιθυμεί να συμπεριφέρεται στον άνθρωπο ως προς ίσο Του, ως προς εικόνα Του. Τον έχει προικίσει με μεγάλες δωρεές και δυνατότητες, ώστε να μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Θεού και να προσλαμβάνει όλο τον πλούτο της θείας ζωής. «Πάντα τα εμά σα εστιν» (Λουκ. 15,31).
Όταν περάσουμε τους δύο πρώτους βαθμούς πίστεως (εισαγωγική πίστη και χαρισματική πίστη συνδυασμένη με τη χαρισματική απόγνωση), θα φθάσουμε στην πίστη που διακρίνεται από την εσωτερική σταθερότητα και αντανακλά την πιστότητα των δικαίων. Τότε θα έχουμε πείσει τον Θεό ότι είμαστε δικοί Του, ενώ Εκείνος θα μας απαντήσει με τον λόγο Του που μένει στην αιωνιότητα. Ο Θεός θα συνάψει μαζί μας οριστική διαθήκη αγάπης, η οποία, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή, θα είναι αιώνια. Με τις ίδιες ακριβώς λέξεις που απηύθυνε στον Μονογενή Του Υιό θα Τον ακούσουμε να μας αποκρίνεται, όχι μόνον: «εμός εί συ» (Ησ. 43,1), αλλά επίσης, «υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. 2,7). Αυτή είναι η μία και μοναδική αληθινή κλήση μας: να γίνουμε όμοιοι με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού.
Ερωτήσεις και Απαντήσεις
Ερώτηση 1: Τί σημαίνει η έκφραση «χαρισματική απόγνωση», που αναφέρατε;
Απάντηση 1: Η χαρισματική απόγνωση συνοδεύεται από ορμή για αδιάλειπτη προσευχή. Χαρισματική είναι μόνο η απόγνωση που γεννά προσευχή που μας ωθεί να προσκολληθούμε με τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό και να στρεφόμαστε προς Αυτόν συνεχώς, επειδή κανένας άλλος εκτός από Εκείνον δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Όταν η απόγνωση είναι νοσηρή, δεν είμαστε σε θέση να προσευχηθούμε. Αν όμως υπάρχει προσευχή, η απόγνωση είναι θαυμάσια. Όσοι άνθρωποι προσεύχονται με απόγνωση δρέπουν καρπούς στη ζωή τους.
Ερώτηση 2: Έχει η χαρισματική απόγνωση στοιχεία κατάθλιψης μέσα της;
Απάντηση 2: Η χαρισματική απόγνωση είναι καρπός της χάριτος. Όταν βλέπουμε πόσο άσπιλη, άμωμη και μεγαλειώδης είναι η αγάπη του Θεού, απελπιζόμαστε τελείως από την κατάστασή μας, γιατί γνωρίζουμε ότι στον Θεό πρέπουν όλα τα άγια, τα τίμια και προσφιλή, όπως τα απαριθμεί ο Απόστολος (Φιλιπ. 4,8). Συνειδητοποιούμε, πόσο υστερούμε από αυτά, και έστι φθάνουμε στη χαρισματική απόγνωση. Αλλά η απόγνωση αυτή προέρχεται από τον Θεό, γιατί ενεργοποιείται από τη χάρη.
(Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου) «Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης», Ι.Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2012, σ. 20-36)
Βλ. Αρχ. Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ι. Σ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2010, σσ. 362, 367, 376, 393, 464, 507, 540, 589.
2Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Ι.Σ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2010, σ. 92· Αρχιμ. Σωφρονίου, ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Ι.Σ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2009, σ. 104.

pemptousia

Ἀπέναντι εἰς τοὺς ἀντιχριστιανικοὺς νόμους


Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου
 πατρός ∆ιονυσίου Τάτση
ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ στή Χώρα µας νοµοθετοῦν χωρίς νά σέβονται τούς θείους νόµους. Ἐπηρεασµένοι ἀπό τό τί γίνεται στό ἐξωτερικό, παίρνουν ἀντιχριστιανικές ἀποφάσεις καί ἀποµακρύνουν τό λαό ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τίς παραδόσεις της.
Θέλουν νά µᾶς κάνουν µέ τό ζόρι Εὐρωπαίους, δηλαδή ἀνθρώπους πού θά περιφρονοῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ στό ὄνοµα τῆς ἐλευθερίας καί τῆς δηµοκρατίας. Τά ἀποτελέσµατα αὐτῆς τῆς προσπάθειας θά ἦταν περιορισµένα, ἐάν οἱ χριστιανοί τηροῦσαν στή ζωή τους τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου καί εἶχαν πνευµατικά βιώµατα. ∆υστυχῶς, οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς µας εἶναι πολύ χαλαροί ἀπέναντι στό θέληµα τοῦ Θεοῦ καί δέν ἀνησυχοῦν στό βαθµό πού θά ἔπρεπε, ὅταν αὐτό καταπατεῖται ἀπό τούς κοσµικούς ἄρχοντες.
Κάτι παρόµοιο παρατηρεῖται καί σέ πολλούς κληρικούς. Μένουν ἀδιάφοροι καί ἀπαθεῖς στά ὅσα µεθοδεύουν οἱ πολιτικοί. ∆έν γίνονται τό δυναµικό ἐµπόδιο στά ἀντιχριστιανικά σχέδια τῶν ἀντίχριστων πολιτικῶν. Θά συµπλήρωνα καί ἀνάξιων. Ἄν ἀναλογιστεῖ κανείς ὅτι οἱ πολιτικοί εἶναι ὑποβαθµισµένοι πνευµατικά, χωρίς γνώση καί ἦθος, χωρίς ἰδανικά καί ὁράµατα, ἀπελπίζεται καί βλέπει ὅτι ἡ πατρίδα θά βρεθεῖ στό χεῖλος τοῦ γκρεµοῦ χωρίς ἐλπίδα ἐπιστροφῆς καί σωτηρίας.
Στίς δύσκολες ὅµως ὧρες παρεµβαίνει ὁ Θεός, ἀρκεῖ νά ὑπάρχουν, ἔστω καί λίγοι, ἄνθρωποι...
πού ἐπικαλοῦνται τό ἔλεός του. Εὐτυχῶς πού ὑπάρχουν αὐτοί οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι σταθερά προσηλωµένοι στό θέληµά του. Ἡ πίστη ὑπάρχει καί αὐτό εἶναι παρήγορο σηµάδι. Τό ρόδο τῆς ἀληθινῆς πίστης δέν πνίγηκε στά ἀγκάθια, ὅπως ἔλεγε ἕνας πατριάρχης τοῦ 15ου αἰῶνος.
Οἱ χριστιανοί δέν πρέπει νά βλέπουµε τούς πολιτικούς µέ φόβο, οὔτε νά ὑποκλινόµαστε µπροστά τους, γιατί τυχαίνει νά ἔχουν τήν ἐφήµερη ἐξουσία νά νοµοθετοῦν µέ εὐκολία. ∆έν πρέπει ἀκόµα νά ξεχνοῦµε ὅτι πολλές φορές οἱ νόµοι τους µένουν ἀνεφάρµοστοι. Πάντως ἀπέναντι στούς ἀντιχριστιανικούς νόµους πρέπει νά µένουµε ψύχραιµοι καί ἄκαµπτοι στίς ἀρχές µας. Καί νά διαφωτίζουµε τό λαό νά εἶναι ἀδιάφορος. Νά µή δίνουµε στούς νόµους αὐτούς περισσότερη ἀξία ἀπό ὅση ἔχουν.
Οἱ πολιτικοί συχνά ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ χριστιανοί δέν ἔχουν δικαίωµα νά ἀντιδροῦν δυναµικά στά ὅσα ἀντιχριστιανικά οἱ ἴδιοι νοµοθετοῦν. Τούς θεωροῦν συντηρητικούς καί ἐκτός ἐποχῆς. Οἱ ἴδιοι ὅµως ἔχουν δικαίωµα νά κάνουν ὅ,τι θέλουν, προκειµένου νά περιορίσουν τήν Ἐκκλησία καί νά τή θέσουν στό περιθώριο. Ξεχνοῦν οἱ δυστυχεῖς ὅτι ὅλοι ἔχουµε τά ἴδια δικαιώµατα καί κανένας δέν ὑπερέχει τοῦ ἄλλου. Πρέπει λοιπόν οἱ χριστιανοί νά ἀντιστέκονται στά ὅσα οἱ πολιτικοί σχεδιάζουν καί µερικῶς ὑλοποιοῦν εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας µας.
Ὀρθόδοξος Τύπος, 4/3/2016

1 σχόλιο:

Πάτερ Διονύσιε, την ευχή σας! Καλή Σαρακοστή! Επιτρέψτε μου να καταθέσω τον προβληματισμό μου επί των σκέψεών σας: Η πολιτική είναι η καθημερινή μας ζωή. Δυστυχώς επιτρέψαμε τις τελευταίες δεκαετίες να ταυτιστεί η πολιτική με ανθρώπους αδίστακτους, αμοραλιστές, κατευθυνόμενους από ξένα κέντρα, λέσχες και στοές, άθεους, θεομπαίχτες ή – στην καλύτερη περίπτωση - αδιάφορους για την δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών, ώστε να ικανοποιούνται και οι πνευματικές ανάγκες των πολιτών, εκτός από τις υλικές. Πολιτικοί είναι αυτοί που μεθοδικά απομάκρυναν τον λαό μας από τις πνευματικές του ρίζες και τις παραδόσεις του, αλλοίωσαν την ορθόδοξη πίστη του, διέλυσαν την παιδεία και την μοναδική Ελληνική Γλώσσα του και τον έκαναν να σκέφτεται μόνο το πορτοφόλι του. Οι συνειδητοί χριστιανοί δεν πρέπει να ψηφίζουν, σύμφωνα με τις αρχές τους, ανθρώπους με αληθινή πίστη; Η πολιτική, άραγε, πρέπει να είναι πεδίο ελεύθερο μόνο για τους ψεύτες, τους λαοπλάνους, τα μέλη λεσχών και στοών, τους δεδηλωμένους αθέους, τους θεομπαίχτες, τους κάθε λογής τυχοδιώκτες; Τι άλλο πρέπει να γίνει στην πατρίδα μας, για να αποφασίσουμε να στηρίξουμε ανθρώπους, οι οποίοι δεν ντρέπονται να δηλώνουν την ορθόδοξη πίστη τους, είναι ανιδιοτελείς και έχουν θυσιαστικό φρόνημα; Σε λίγο καιρό η πνευματική ζωή στην πατρίδα μας θα είναι σχεδόν αδύνατη για την πλειοψηφία των Ελλήνων, με ευθύνη του σάπιου πολιτικού συστήματος. Το έχουμε αντιληφθεί αυτό; Οι Βασιλείς της Ρωμανίας (Βυζαντινής Αυτοκρατορίας), πολλοί από τους οποίους κατατάχτηκαν στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ασκούσαν πολιτική. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που είπε το μέγα ΟΧΙ, ασκούσε πολιτική. Ο πρώτος και μοναδικός κυβερνήτης μας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος πολιτεύθηκε με γνώμονα την πίστη του, το ήθος και τις αρχές του, ασκούσε πολιτική. Αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και πολιτικό, τον Ιωάννη Καποδίστρια, έχει ως πρότυπο και η «Κοινωνία, πολιτική παράταξη συνεχιστών του Καποδίστρια». Διαβάστε με προσοχή και υπομονή το πολιτικό πρόγραμμα κι όχι μόνο της «Κοινωνία» στην ωραία ιστοσελίδα της, αγαπητοί φίλοι.
Αντιλαμβάνομαι την ανησυχία και τον φόβο των επισκόπων, των κληρικών μας, των χριστιανικών αδελφοτήτων, ενώσεων και φορέων που προωθούν την Ρωμηοσύνη, μήπως κατηγορηθούν ότι κομματίζονται. Επιτρέψτε μου, όμως, να υπογραμμίσω πως ο καιρός της ουδετερότητος έχει παρέλθει. Η Ρωμηοσύνη δέχεται ολομέτωπη επίθεση από πολιτικούς και από ΜΜΕ, τα οποία ελέγχονται απ’ αυτούς. Δεν είναι δυνατόν, από τη μια πλευρά, να παραπονούμαστε για το πνευματικό κατάντημα της Ελλάδος, το οποίο οφείλεται κυρίως στο σάπιο πολιτικό κατεστημένο αλλά και σε παραλείψεις σοβαρές της επίσημης Εκκλησίας μας, και από την άλλη να λέμε ότι εμείς δεν ασχολούμαστε με τα κόμματα ή ότι οι χριστιανοί δεν ασχολούνται με την πολιτική και τα κόμματα. Εξάλλου, η «Κοινωνία» δεν είναι κόμμα. Είναι η παράταξη της Ρωμηοσύνης, «η Παράταξη όλων των Ελλήνων, που αγωνίζονται για την Πίστη και την Πατρίδα», όπως σαφέστατα αναφέρεται στο πολιτικό της πρόγραμμα. Στο πρόγραμμα αυτό, επίσης, τονίζεται πως «η Εκκλησία είναι η ψυχή του Γένους μας και του κράτους μας.» Η «Κοινωνία» είναι η μοναδική παράταξη που έχει επισήμως αποκηρύξει την μασωνία. Δεν υπάρχει άλλη πολιτική παράταξη με τέτοιες προδιαγραφές.
Χρειάζεται συστράτευση. Στην πόλη της Λαρίσης η «Κοινωνία» στις τελευταίες εκλογές έλαβε 1,20 %, αμέσως μετά την Λαϊκή Ενότητα του Λαφαζάνη. Στο Μέτσοβο ήρθε τέταρτη(!!) [εκεί βοήθησε πολύ ένα μοναστήρι], πέρασε και το ΠΑΣΟΚ και έλαβε 6,46 %! Στην Άμφισσα Φωκίδος ήταν μετά το ΠΑΣΟΚ και έλαβε 4,98 % ! Να βάλουμε την Κοινωνία στην Βουλή. Θα πέσει στην φωτιά, χωρίς να φοβηθεί αν θα καεί!
Σας διαβεβαιώνω πως ο λόγος που καταθέτω – με πόνο κι αγάπη - αυτές τις σκέψεις, είναι η θλίψη μου για το έσχατο κατάντημα της Ελλάδος μας! Ο Θεός θα σώσει την Ελλάδα! Χρειάζεται, όμως, και η δική μας συνδρομή! Μετάνοια και στην ψήφο, πατέρες και αδελφοί!

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Περί προσευχής





Θα μακρυγορούσαμε, αν θέλαμε να περιγράψουμε όλα όσα αφορούν το θέμα αυτό σε σχέση με το Γέροντά μας. Η προσευχή ήταν για τον Γέροντα ένα απέραντο κεφάλαιο και το κύριο μέλημά του. Σε αυτήν είχε δοθεί ολόκληρος. Όλη την ζωή του, όλη την επίδοση και τον ενθουσιασμό του ,όλη την φροντίδα και την προσπάθειά του, όλο του το είναι τα είχε αποθέσει στην αρετή της προσευχής. Τι μπορούμε να πούμε και να περιγράψουμε από τα δυσπρόσιτα και απροσπέλαστα μυστήρια που αγνοούμε εμείς οι ταπεινοί ,πτωχοί και αδύνατοι από τη φύση και την κατάστασή μας;
Βλέπαμε εξωτερικά την πρακτική ζωή του. Παρατηρούσαμε , πόσο ανελέητα φερόταν προς τον εαυτό του και ανάλογα συλλογιζόμασταν. Ποιος όμως ήταν δυνατόν να δει ή να περιγράψει τον εσωτερικό του κόσμο και τους αλαλήτους στεναγμούς του και όλα όσα ημέρα και νύχτα προσέφερε στον Θεό;
Δικαιολογημένες απαιτήσεις μπορούσαν να του αποσπάσουν ανάλογες υποχωρήσεις σε σχέση με ο,τιδήποτε πρακτικό τον απασχολούσε. Στην τάξη όμως και τον τύπο της προσευχής ήταν αδύνατο να γίνουν υποχωρήσεις. Η ακρίβεια και η εμμονή του στο θείο έργο της προσευχής μαρτυρούσαν το ύψος και το πλάτος της φροντίδας του και τα αντίστοιχα αποτελέσματα ήταν πολύ φανερά. Κατά την κρίση των Πατέρων μας, το σαφέστερο δείγμα της πνευματικής ζωής μιας ψυχής είναι η αδιάλειπτη προσευχή , που υπάρχει ως εσωτερική μόνιμη κατάσταση και όχι ως προϊόν προσπαθείας. Και στον πνευματικό Γέροντά μας βλέπαμε ότι το κύριο μέλημα και ο κύριος στόχος του ήταν η προσευχή.
Ο αείμνηστος μας παιδαγωγούσε και μας υπεδείκνυε ακούραστα την αξία και τον πλούτο του καρπού της προσευχής. Συχνά τόνιζε: " η ακρίβεια της εντολής αυτής και η προσπάθεια της προσευχής θα σας ανοίξει την πόρτα της προσευχής" ή "αυτό το λάθος θα σας γίνει εμπόδιο στην προσευχή".
Την ιδιαίτερη μέριμνα του Γέροντος για την άσκηση της προσευχής μπορεί να την διαπιστώσει ο καθένας και από τις διάφορες επιστολές του , που δημοσίευσε ο αγαπητός αδελφός μας , ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου. Γράφει ο Γέροντας προς ένα νεώτερο. " Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως του καθενός η τέχνη. Καθότι εργάζομαι αυτήν τριάντα εξ και επέκεινα χρόνια", δηλαδή σε όλη τη διάρκεια της έως τότε μοναχικής του ζωής . Η άνεση , με την οποία περιγράφει αυτή την παναρετή ο μακαριστός Γέροντας – την αρχή της , την λεπτομερή εξήγηση των διαφόρων σταδίων και καταστάσεων που ακολουθούν ως και αυτή την έλλαμψη και αρπαγή ,στην οποία οδηγεί η ίδια αυτούς που την ασκούν με ζήλο –μαρτυρεί τον βαθμό της προαγωγής με την δύναμη της Χάριτος , και της κατοχής των μυστηρίων και των ιδιοτήτων της προσευχής...
… Σε άλλη επιστολή , που περιγράφει την ιδιότητα της προσευχής ,μεταξύ άλλων αναφέρει « τον δε φωτισμόν διαδέχονται διακοπή της ευχής και συχναί θεωρίαι . Αρπαγή του νοός , κατάπαυσις των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών, ένωσις Θεού και ανθρώπου εις εν ». Συνεχείς εμπειρίες του ήταν η ειρήνη των λογισμών, η συνάντηση με άλλον αέρα, η « ζωοποιός νέκρωση » και γαλήνη των μελών, η αίσθηση λεπτής αύρας, η άρρητη ευωδία, το άυλο, υπέρλευκο και άκτιστο φως. Για αυτό συχνά μας μιλούσε με τέτοιες εκφράσεις. Χαρακτηριστικό του ήταν επίσης η ευχέρεια να ερμηνεύει τους ποικίλους πειρασμούς σε όλο το στάδιο του πνευματικού αγώνα και ιδίως στο πρακτικό μέρος. Αυτό ήταν επισφράγιση και απόδειξη του αιωνίου κύρους της Πατερικής παραδόσεως, που συνεχίζεται και παρατείνεται αδιάκοπα και απαραχάρακτα από τους πρώτους αιώνες ως τις ημέρες μας.
Τον πατρικό χαρακτήρα της χαριτωμένης και αληθινής προσευχής του Γέροντος επισφράγιζε και η κοινωνία του με τον πανανθρώπινο πόνο. Νοιώθαμε ότι αυτό το ζούσε έντονα και σχεδόν διαρκώς . Πολλές φορές τον βλέπαμε να βυθίζεται ήρεμα στον εαυτό του , και φαινόταν ότι δεν ήταν κοντά μας. Αλλοιωνόταν η έκφρασή του και με λυπημένο ύφος αναστέναζε ελαφρά. « Γέροντα, τι συμβαίνει; » ,ρωτούσαμε με την νεανική μας περιέργεια. « Κάποιος πάσχει ,παιδιά » μας έλεγε. Η διαπίστωση γινόταν όταν μετά από λίγες ημέρες λαμβάναμε ένα γράμμα με την περιγραφή κάποιας περιπέτειας. " Πώς γίνεται, Γέροντα, αυτοί που προσεύχονται περισσότερο να γίνονται κοινωνικότεροι των άλλων;". Γιατί βλέπαμε ότι αυτοί αισθάνονται τον πλησίον και κοινωνούν με αυτόν πρακτικότερα, μολονότι οι ίδιοι είναι σχεδόν κρυμμένοι και άγνωστοι. Με το δικό του λεξιλόγιο μας αποδείκνυε τότε την καθολικότητα της προσευχής, που είναι ο κυριότερος φορέας της οικουμενικότητος. Με την προσευχή πραγματοποιείται τελειότερα η ένωση με τον Θεό, και έτσι τα πάντα καταλήγουν στην Χριστοένωση και Χριστοκοινωνία. Όταν μιλούσε για τα θέματα που « έπασχε » ,ίσως να μειονεκτούσε μερικές φορές στην δυνατότητα εκφράσεως. Δεν μπορούσε να διατυπώσει πλήρως τα πνευματικά βιώματά του με τους λεπτούς φιλοσοφικούς όρους της θεολογίας. Μας πληροφορούσε όμως με λεπτομέρεια για το κάθε νόημα που περικλείεται στον πνευματικό αγώνα της εν Θεώ ζωής γενικά, αλλά και ειδικά σε ό,τι αναφέρεται στην προσευχή, με έναν επαγωγικό τρόπο, που του έδινε η ελευθερία της εμπειρίας του.
Μας έλεγε: « Η μάχη προς τα πάθη είναι η αρχή της πορείας προς την καθαρά προσευχή. Είναι αδύνατον να προοδεύσει κάποιος στην ευχή, όταν ενεργούν τα πάθη. Στην αγριότητα της μάχης κατά των παθών, ενώ ο αγωνιστής πολεμάει με σωστό τρόπο και πρόθυμα, συμβαίνει κάποτε να τον "υποκλέπτουν" τα πάθη , είτε από απειρία για το άγνωστο είδος του πολέμου είτε από αδυναμία. Παρόλα όμως αυτά, δεν εμποδίζεται η παρουσία της Χάριτος της προσευχής. Όταν όμως ο «υποσκελισμός» των παθών προέρχεται από αμέλεια ή έχει κάποια κενοδοξία, τότε η παρουσία της Χάριτος είναι αδύνατη. Έπειτα ο νους ,κατά το μέτρο της απαλλαγής του από τα πάθη, παίρνει δια της Χάριτος Θάρρος και δύναμη στον πόλεμο κατά των λογισμών και στέκεται με επιμονή στην προσευχή και γενικότερα στην θεωρία του Θεού ».
… Πάμπολλα παραδείγματα στην ιστορία των ανθρώπων μας πείθουν για την σωτηρία από επικείμενους ολέθρους εξαιτίας της προσευχής εναρέτων ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό εκδηλώνουν οι τέλειοι εν Θεώ τις δύο κύριες αρετές τους . Την αγάπη και την προσευχή. Η αγάπη συνιστά την ουσία της προσωπικότητος των τελείων, ενώ η προσευχή το αποδεικνύει.
Ο Γέροντας μας έλεγε ότι σε όποιον προσεύχεται αληθινά αποκαλύπτεται η αίσθηση της αγάπης προς τον πλησίον. Και πιο συγκεκριμένα , « όταν η Χάρις ενεργήσει στην ψυχή του ευχομένου ,τότε τον πλημμυρίζει η αγάπη του Θεού, ώστε να μην μπορεί άλλο να αντέξει αυτό που αισθάνεται. Στην συνέχεια, στρέφεται η αγάπη αυτή προς τον κόσμο και τον άνθρωπο, τον οποίο αγαπά τόσο, ώστε να θέλει να πάρει επάνω του όλο τον ανθρώπινο πόνο και την δυστυχία για να απαλλαγούν οι άλλοι. Συμπάσχει σε κάθε θλίψη και δυσκολία ,θλίβεται ακόμα και για αυτά τα άλογα ζώα και κλαίει, όταν σκεφθεί ότι πάσχουν! Αυτά είναι χαρακτηριστικά αγάπης , που τα προκαλεί και τα δραστηριοποιεί η προσευχή . Για αυτό και όσοι πρόκοψαν στην προσευχή δεν παύουν να εύχονται υπέρ του κόσμου. Σε αυτούς ανήκει και η παράταση της ζωής του - όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο και τολμηρό - και να ξέρετε ότι, αν αυτοί εκλείψουν, τότε θα έρθει το τέλος αυτού του κόσμου » .
Ο Θεός ,ως η αυτούσια Παναγάπη , μεταδίδει και μεταφέρει μέρος από την Παναγαθότητά Του στα κτίσματά Του, όπως και όσο Αυτός γνωρίζει. Αυτό έχει ως συνέπεια να κάνουν το ίδιο πράγμα και οι θεούμενοι δούλοι Του, οι οποίοι με την προσευχή και την επίκλησή τους μεταδίδουν επίσης την αγάπη στον κόσμο. Το συμπέρασμα είναι, ότι , αν η αγάπη είναι το σώμα, η προσευχή είναι η ενέργεια και η δύναμή του. Και αποδεικνύεται ότι με την προσευχή κατορθώνεται επιτυχέστερα η εκπλήρωση της αγάπης σε παγκόσμια κλίμακα, εκεί όπου αδυνατούν οι τόσοι άλλοι πόροι και τρόποι… ]
Από το βιβλίο « Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ
ΒΙΟΣ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ-«Η ΔΕΚΑΦΩΝΟΣ ΣΑΛΠΙΓΞ»
ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 1

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμᾶς – Λόγος εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν (νεοελληνικὴ ἀπόδοση).


«Λόγος εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν» Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ
(νεοελληνικὴ ἀπόδοση)
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ προαναγγελλόταν καὶ προτυπωνόταν μυστικῶς ἀπὸ παλαιὲς γενεὲς καὶ κανεὶς ποτὲ δὲν συμφιλιώθηκε μὲ τὸ Θεὸ χωρὶς τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Πραγματικὰ μετὰ τὴ προγονικὴ ἐκείνη παράβαση στὸ παράδεισο τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ δένδρου, ἡ μὲν ἁμαρτία ἀναπτύχθηκε, ἐμεῖς δὲ πεθάναμε, ἔχοντας ὑποστεῖ τὸ θάνατο τῆς ψυχῆς καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο, ποὺ εἶναι ὁ ἀπὸ τὸ Θεὸ χωρισμός της.
Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ αὐταγαθότης καὶ ἀρετὴ καὶ αὐτοῦ κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση εἶναι τὸ δικό μας πνεῦμα. Γιὰ νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ φιλιωθεῖ ὁποιοσδήποτε μὲ τὸ Θεὸ κατὰ τὸ πνεῦμα, πρέπει νὰ καταργηθεῖ ἡ ἁμαρτία. Τοῦτο εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου.
Πολλοὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ μαρτυρήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ νόμο, χωρὶς νὰ ἔχει φανεῖ ἀκόμα ὁ Σταυρός. Ὁ Δαβὶδ λέγει: ἀπὸ ἐμένα τιμήθηκαν ὑπερβολικὰ οἱ φίλοι σου, Θεέ» (Ψαλμ. 138,16). Πῶς λοιπὸν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν φίλοι τοῦ Θεοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρὸ; Διότι ἐνεργεῖτο σὲ αὐτοὺς τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.

Ἂς ἀρχίσουμε πρῶτα ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε: Ἔβγα ἀπὸ τὴ γῆ σου καὶ τὴ συγγένειά σου καὶ ἔλα στὴ γῆ ποὺ θὰ σοῦ δείξω». Δὲν εἶπε ποὺ θὰ σοῦ δώσω, ἀλλὰ ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Αὐτὸς ὁ λόγος φέρει μέσα του τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.
Πρὸς τὸν Μωυσῆ δέ, ὅταν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἀνέβηκε στὸ ὄρος τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «λύσε τὸ ὑπόδημα ἀπὸ τὰ πόδια σου». Τοῦτο εἶναι ἄλλο μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Νὰ λύσει τὸ ὑπόδημα ἀπὸ τὰ πόδια, νὰ ἀποθέσει τοὺς δερμάτινους χιτῶνες μέσα στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν ἁγία γῆ. Νὰ μὴ ζεῖ πλέον κατὰ σάρκα καὶ στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ καταργηθεῖ καὶ νὰ νεκρωθεῖ ἡ ἀντικειμένη στὸ Θεὸ ζωή. Ὅπως λέγει ὁ θεῖος Παῦλος νὰ σταυρώσει κανεὶς τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς ἐπιθυμίες.
Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ φύγουν τελείως ἀπὸ μᾶς τὰ πονηρὰ πάθη καὶ ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ ἐνεργοῦν σέ μας συλλογιστικά, ἐὰν δὲν φθάσουμε στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ θεωρία τοῦ εἴδους αὐτοῦ ποὺ σταυρώνει γιὰ τὸ κόσμο ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιώθηκαν. Ἔτσι καὶ ἡ στὴ περίπτωση τοῦ Μωυσῆ ἐκείνη θεωρία τῆς καιομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου ἦταν μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, μεγαλύτερο καὶ τελειότερο ἀπὸ τὸ μυστήριο ἐκεῖνο τὸ καιρὸ τοῦ Ἀβραάμ. Ἄραγε λοιπὸν ὁ μὲν Μωυσῆς ἐμυήθηκε τὸ τελειότερο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ Ἀβραὰμ ὄχι;
Στὸν Ἀβραὰμ ποὺ ἀξιώθηκε τὴ θαυμασιωτέρα θεοπτία, ὅταν εἶδε τὸν ἕνα τρισυπόστατο Θεὸ στὴ Βαλανιδιὰ τοῦ Μαβρῆ (Γεν. 18,1), ἐνεργήθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ὅταν θυσίαζε τὸ γιό του Ἰσαάκ. Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν ὁ ἴδιος τύπος ἐκείνου ποὺ προσηλώθηκε σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ ἔγινε ὑπήκοος στὸ πατέρα του μέχρι θανάτου, ὅπως ὁ Χριστός. Καὶ τὸ κριάρι ποὺ τοῦ δόθηκε σὲ σφαγὴ ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὸ φυτό, στὸ ὁποῖο ἦταν τὸ κριάρι δεμένο, εἶχε τὸ μυστήριο τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ λεγόταν Σαβέκ, φυτὸ ἀφέσεως, ὅπως καὶ ὁ Σταυρὸς λεγόταν ξύλο σωτηρίας.
Ἐνεργοῦσε δὲ τὸ μυστήριο καὶ ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ καὶ στὸν Ἰακώβ, τὸ γιὸ τοῦ Ἰσαάκ, διότι αὔξησε τὰ ποίμνιά του μὲ ξύλα καὶ ὕδωρ. Τὸ ξύλο λοιπὸν προετύπωνε τὸ σταυρικὸ ξύλο, τὸ δὲ ὕδωρ τὸ θεῖο βάπτισμα ποὺ περικλείει μέσα του τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Ἰακὼβ καὶ ὅταν προσκυνοῦσε ἕως τὸ ἄκρο τῆς ράβδου του καὶ ὅταν εὐλογοῦσε τοὺς ἐγγονούς του (Γεν. 48,9-20), ὑπεδήλωνε ἀκόμη καθαρότερα τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ.
Ὅπως λοιπὸν στὸν μὲν Ἀβραὰμ ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ γιός του Ἰσαὰκ ἦταν τύπος τοῦ ὕστερα σταυρωθέντος, ἔτσι πάλι στοῦ Ἰακὼβ τὸ βίο ὁλόκληρο ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ Ἰωσὴφ δὲ ὁ γιὸς τοῦ Ἰακὼβ ἦταν τύπος καὶ μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου Λόγου ποὺ ἀργότερα πρόκειτο νὰ σταυρωθεῖ. Διότι ἀπὸ φθόνο ὁδηγήθηκε καὶ αὐτὸς πρὸς τὴ σφαγὴ καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς. Ἐὰν δὲ δὲν σφάχθηκε, ἀλλὰ πωλήθηκε ὁ Ἰωσὴφ καὶ οὔτε ὁ Ἰσαὰκ σφάχθηκε δὲν εἶναι περίεργο, γιατὶ αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ τύπος τῆς μελλοντικῆς ἀληθείας. Ἡ σφαγὴ προεφανέρωνε τὸ κατὰ σάρκα πάθος τοῦ Θεανθρώπου, ἡ δὲ ἀποφυγὴ τοῦ πάθους προεφανέρωνε τὸ ἀπαθὲς τῆς Θεότητος.
Ἂς ἐπανέλθουμε στὸ Μωυσῆ ποὺ σώθηκε ὁ ἴδιος μὲ ξύλο καὶ ὕδωρ, ὅταν ἐκτέθηκε μέσα σὲ ἕνα καλάθι στὰ ρεύματα τοῦ Νείλου, ποὺ ὅπως εἴπαμε προεφανέρωνε τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ βάπτισμα. Προχωρώντας ὁ Μωυσῆς προανέδειξε σαφέστατα τὸν τύπο ἀκόμη καὶ τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴ σωτηρία δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τύπου. Γιατὶ ἀφοῦ ἔστησε ὄρθια τὴ ράβδο, ἅπλωσε πάνω σὲ αὐτὴν τὰ χέρια του καὶ σχηματίζοντας ἔτσι τὸν ἑαυτό του σταυρικῶς πάνω στὴ ράβδο, κατατρόπωσε τοὺς ἐχθρούς. (Ἐξ. 17, 8). Ἐπίσης τοποθετώντας τὸ χάλκινο φίδι πλάγια πάνω σὲ σημαία, ἀναστηλώνοντας τὸ τύπο τοῦ Σταυροῦ, παρήγγειλε στοὺς δαγκαμένους ἀπὸ φίδια Ἰουδαίους νὰ τὸν βλέπουν καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύονται ἀπὸ τὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν.
Δὲν θὰ ἐπαρκέσει ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι σὲ πόσους ἄλλους ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὅπως περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῶν ἔπειτα ἀπὸ αὐτῶν κριτῶν καὶ προφητῶν, τοῦ Δαβὶδ καὶ τῶν μετέπειτα, οἱ ὁποῖοι ἀνέκοψαν ποταμούς, σταμάτησαν τὸν ἥλιο, κατεδάφισαν πόλεις ἀσεβῶν, ἔγιναν νικηφόροι στὸ πόλεμο, ἀπέφυγαν θάνατο ἀπὸ μαχαίρι ἢ ἀπὸ φωτιὰ ἢ ἀπὸ λιοντάρια, ἔλεγξαν βασιλεῖς, ἀνέστησαν νεκρούς, ἔφεραν ξηρασία καὶ πάλι ὅταν τὸ ζήτησαν ἔφεραν βροχὴ καὶ ὅλα ὅσα ἀναφέρει ὁ θεῖος Παῦλος γιὰ τὴ πίστη ἰδιαίτερα στὸ Σταυρό, ποὺ εἶναι δύναμις Θεοῦ γιὰ μᾶς τοὺς σωζομένους, ἐνῶ εἶναι μωρία γιὰ τοὺς ἀφανιζομένους.
Ἀλλὰ νὰ ἀφήσουμε ὅλους μὲ τὸ παλαιὸ νόμο, καὶ νὰ πᾶμε στὸν ἴδιο τὸ Κύριο, γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρό: ὅ,ποιος δὲν παίρνει τὸ σταυρό του γιὰ νὰ μὲ ἀκολουθήσει, δὲν εἶναι ἄξιός μου», καὶ ὅποιος θέλει νὰ ἔλθει πίσω μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸ σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει».
Ἡ ἐντολὴ διατάσσει νὰ ἀρνεῖται κανεὶς τὸ σῶμα καὶ νὰ σηκώνει τὸ σταυρό του. Τὸ ἔχουν τὸ σῶμα οἱ ζῶντες κατὰ Θεό, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ προσδεδεμένοι σὲ αὐτό, τὸ χρησιμοποιοῦν ὡς συνεργὸ στὰ ἀναγκαῖα, ἂν δὲ τὸ καλέσει ὁ καιρὸς εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸ προδώσουν καὶ αὐτό, ὅπως καὶ κτήματα καὶ ὅτι ἄλλα μέσα χρειασθοῦν. Τέτοιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ, ὡς τέτοιος δέ, ὄχι μόνο στοὺς προφῆτες πρὶν συντελεσθεῖ, ἀλλὰ καὶ τώρα μετὰ τὴ τέλεσή του, εἶναι μυστήριο μέγα καὶ πραγματικὰ θεῖο. Πῶς; Διότι φαινομενικὰ μὲν παρουσιάζεται νὰ προξενεῖ ἀτίμωση στὸν ἑαυτό του αὐτὸς ποὺ ἐξευτελίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ταπεινώνει σὲ ὅλα, καὶ πόνο καὶ ὀδύνη, αὐτὸς ποὺ ἀποφεύγει τὶς σωματικὲς ἡδονές, αὐτὸς ποὺ δίνει τὰ ὑπάρχοντα καθίσταται αἴτιος πτωχείας στὸν ἑαυτό του. Διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ ὅμως αὐτὴ ἡ πτωχεία καὶ ἡ ὀδύνη καὶ ἀτιμία, γεννᾶ δόξα αἰώνια καὶ ἡδονὴ ἀνέκφραστη καὶ ἀνεξάντλητο πλοῦτο, τόσο στὸ παρόντα ὅσο καὶ στὸ μέλλοντα ἐκεῖνο κόσμο.
Τοῦτο λοιπὸν εἶναι ἡ σοφία καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ νικήσει δι᾿ ἀσθενείας, τὸ νὰ ὑψωθεῖ διὰ ταπεινώσεως, τὸ νὰ πλουτίσει διὰ πτωχείας. Ὄχι μόνο δὲ ὁ λόγος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος εἶναι θεῖος καὶ προσκυνητός, διότι εἶναι σφραγίδα ἱερά, σωστικὴ καὶ σεβαστή, ἁγιαστικὴ καὶ τελεστικὴ τῶν ὑπερφυῶν καὶ ἀπορρήτων ἀγαθῶν ποὺ ἐνεργήθηκαν στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ Θεό, ἀναιρετικὴ κατάρας καὶ καταδίκης, καθαιρετικὴ φθορᾶς καὶ θανάτου, παρεκτικὴ ἀϊδίου ζωῆς καὶ εὐλογίας, σωτηριῶδες ξύλο, βασιλικὸ σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατὰ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καὶ ἂν οἱ ὀπαδοὶ τῶν αἱρετικῶν φρενοβλαβῶς δυσαρεστοῦνται. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου παριστάνει ὅλη τὴν οἰκονομία τῆς σαρκικῆς παρουσίας καὶ περικλείει ὅλο τὸ κατ᾿ αὐτὴν μυστήριο, ἐκτείνεται πρὸς ὅλα τὰ πέρατα καὶ περιλαμβάνει ὅλα, τὰ ἄνω, τὰ κάτω, τὰ γύρω, τὰ ἐνδιάμεσα καὶ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει φανερῶς ὕψος καὶ δόξα του, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀνεβεῖ σὲ αὐτό, κατὰ τὴ μέλλουσα δὲ παρουσία καὶ ἐπιφάνειά του προαναγγέλλει ὅτι θὰ ἔλθει τὸ σημεῖο τούτου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ πολλὴ δύναμη καὶ δόξα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κολοσσαεῖς: «ἐνῷ εἴσαστε νεκροὶ ἀπὸ τὰ παραπτώματα καὶ τὴν ἀκροβυστία τῆς σάρκας, σᾶς ἐζωοποίησε μαζί του, χαρίζοντάς σας ὅλα τὰ παραπτώματα, ἐξαλείφοντας τὸ χειρόγραφο ποὺ περιεῖχε τὶς ἐναντίον μας ἀποφάσεις, σηκώνοντάς το ἀπὸ τὴ μέση καὶ καρφώνοντάς το στὸ Σταυρό, ξεγυμνώνοντας δὲ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, τὶς διεπόμπευσε δημόσια θριαμβεύοντάς τες πάνω στὸ Σταυρό». (Κολ. 2,13).
Ἐμεῖς κλίνοντας τὰ γόνατα καὶ τὶς καρδιές, ἂς προσκυνήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδὸ καὶ προφήτη Δαβὶδ (Ψαλμ. 131,7) στὸ τόπο ὅπου στάθηκαν τὰ πόδια του καὶ ὅπου ἐξαπλώθηκαν τὰ χέρια ποὺ συνέχουν τὸ σύμπαν καὶ ὅπου ἐτεντώθηκε γιὰ μᾶς τὸ ζωαρχικὸ σῶμα καὶ προσκυνώντας καὶ ἀσπαζόμενοι αὐτὸν μὲ πίστη, ἂς παίρνουμε πλούσιο τὸν ἀπὸ ἐκεῖ ἁγιασμὸ καὶ ἂς τὸν φυλάττουμε. Ἔτσι καὶ κατὰ τὴν ὑπερένδοξη μέλλουσα παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, βλέποντας τὸν νὰ προηγεῖται λαμπρῶς, θὰ ἀγαλλιάζωμε καὶ θὰ χοροπηδοῦμε διαπαντός, διότι πετύχαμε τὴν ἀπὸ τὰ δεξιὰ θέση, σὲ δόξα τοῦ σαρκικῶς σταυρωθέντος γιὰ μᾶς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο πρέπει δοξολογία μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.