Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013
ΓΥΙΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΠΑΡΑΔΕΣ.ΘΑ ΣΟΥ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΟ ΑΓΩΓΙ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ
ΓΥΙΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΠΑΡΑΔΕΣ.ΘΑ ΣΟΥ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΟ ΑΓΩΓΙ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ
Άκακος και άχολος,μη γνωρίζων την άρνησιν έδιδε εις πάντας,τους ζητούντας,Και πολλάκις,όπως μου έλεγε ο πάτερ Λαμπρόπουλος,έπιπτε θύμα εκμεταλλευτών,οι οποίοι επήγαιναν και του έλεγαν,ότι ήσαν φτωχοί, ότι επεινούσαν και υπόφεραν και τους έδιδε και την τελευταίαν δεκάραν.Όπως ήτο επόμενο,ήτο αδύνατον,ο άγιος αυτός άνθρωπος να έχει εχθρούς,αδύνατον.Και να τον ύβριζαν ακόμη και να τον έκλεπτον φανερά,αυτός με το μειδίαμα της καλοσύνης εις τα χείλη του,τους συνεχώρει και τους ηυλόγει,,,Αλέκο ήσυχα,ήσυχα,,,Καλά.Καλά παππούλη μη σκιάζεσαι,,,Δε θα μου αφήσεις δεκάρα Αλέκο!Έτσι μιλούσε σ' ένα προσωρινό ψάλτη,τον Αλέκο,που εκμεταλλευόμενος την πραότητα και την αγαθότητα του άγιου ποιμένα,τολμούσε συχνά κι έβαζε το χέρι του μέσα στις τσέπες του και του αφαιρούσε τις οικονομίες.Ο Αλέκος συνόδευε τον Παπα-Νικόλα στις αγρυπνίες και του έκανε τον ψάλτη.Μα ήταν μέθυσος άνθρωπος, αστόχαστος και ρέμπελος.Συνήθιζε ακόμα,να κάνει πολλές παγαποντιές, προκειμένου να βρει παράδες,για να πιει το κρασί του.Ο Παπαδιαμάντης μάλιστα χαριτολογώντας,έλεγε γι' αυτόν,τον άμθρωπο,,,Ο Αλέκος απόψε έχει κρασοκατάνυξη,,,Συχνά δημιουργούσε και φασαρίες στον παπα-Νικόλα δίχως λόγο.Και τότε,όλοι του συνιστούσαν,για χιλιοστή φορά,να τον απομακρύνει από κοντά του,,,Καλός,καλός είναι ο Αλέκος.
Έχει
κατάνυξη ο Αλέκος,όταν ψέλνει,έχει πολύ μεγάλο φόβο Θεού,,,Μα,παππούλη
μου γίνεται αφορμή για σκάνδαλα μέσα στην εκκλησία και παίρνει θάρρητα
εκεί,που δεν του τα δίνουν.Ο Αλέκος είναι καλός,να τον αφήκετε,,,Κι ενώ ο
παπα-Νικόλας έδειχνε όλη την καλοσύνη και ανεκτικότητά του προς
αυτόν,αυτός ο αθεόφοβος έμπαινε αργότερα και μέσα στο Ιερό και από κει
άρπαζε,εκτός από τους παράδες που έβρισκε και ό,τι άλλο χρήσιμο
βρισκόταν,ακόμα και πάνω στην Αγία Τράπεζα.Κάποια μέρα ο παπούλης
βιαστικός καθώς ήταν, έφυγε από την αγρυπνία του Αγίου Ελισσαίου,για να
πάει στην ενορία του τον Άι-Γιάννη του Αγρού.Χρειάστηκε όμως,να πάρει
αμάξι και όταν έφτασε, διαπίστωσε,πως ο Αλέκος δεν του είχε αφήσει στην
τσέπη του, ούτε δεκάρα,,,Γιέ μου,δεν έχω πάνω μου παράδες.Θα σου το
πληρώσω όμως το αγώγι μια άλλη φορά,,,Παπούλη μου,να τ' αφήσεις
αυτά.Τώρα θα μου δώκεις τους παράδες μου,,,Μα σου λέγω την αλήθεια.Κάτι
μου συνέβηκε,φαίνεται και τωραδά δεν κρατώ πάνω μου τίποτις,,,Δεν
ξεύρω,τί λες.Το ράσο σου γρήγορα,,,Κι ο παπάς έβγαλε και έδωσε στον
αμαξά το ράσο του,για να το πουλήσει και να εισπράξει το αντίτιμο της
μεταφοράς, που έκανε.Και χωρίς καμμιά διαμαρτυρία έβγαλε το ράσο του και
μπήκε μέσα στην εκκλησία κι έβαλε τα άμφια,για να λειτουργήσει.Δεν
πέρασαν όμως,ούτε πέντε λεπτά και ο αμαξάς γύρισε στον Άι-Γιάννη και
έξαλλος φώναζε,,,Παπα-Νικόλα,παπα- Νικόλα,,,έλα πάρε το ράσο
σου.Ακούς;Δεν θέλω παράδες από σένα,,,Κάλλιο να μη σου το είχα
πάρει,,,Κάλλιο να μου κόβονταν τα χέρια...
* Άγιος Νικόλαος Πλανάς.
Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΞΩΝ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΞΩΝ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης
Καθηγητής Α.Π.Θ
Γιά
νά ἀποφύγουμε κάθε ἐνδεχόμενη ὁρολογική σύγχυση, θά προβοῦμε εὐθύς ἐξ
ἀρχῆς σέ μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση τοῦ νεόκοπου ὅρου «μετα-πατερικός». Ἡ
νέα αὐτή ἐπιστημονική ὁρολογία ἐπιδέχεται ποικίλες ἑρμηνεῖες, οἱ
ἐπικρατέστερες ὅμως ἐπιστημονικῶς εἶναι, κατά τή γνώμη μας, οἱ ἑξῆς δύο:
α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική
σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς
Πατερικῆς ἐποχῆς. Καί β) ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως προσδίδεται
κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει
σχετικοποίηση, μερική ἤ ὁλική ἀμφισβήτηση, ἐπαναθεώρηση, νέα ἀνάγνωση, ἤ
καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ
σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμμεσα ἤ ἄμεσα νά
αὐτοπροσδιοριστοῦν ὡς «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν ἐναλλακτικῶς καί
τίς δύο ἑρμηνεῖες, κυρίως ὅμως τή δεύτερη πού ἀναφέρεται στή
σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Τό
καταστρεπτικότερο ἔργο στίς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ
κόσμου εὐρύτερα τό ἔκαναν, κατά τή γνώμη μας, οἱ Προτεστάντες. Καί
τοῦτο, ἐπειδή αὐτοί ἀμφισβήτησαν εὐθέως τό κύρος τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καί τή σύνολη Ἀποστολική καί
Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικά καί
τυπικά, τήν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μέ τόν τρόπο
αὐτό καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε στρατευομένης ἐπί γῆς
Ἐκκλησίας.
Ἀντίστοιχα,
τό καταστρεπτικότερο ἔργο στή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς
Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει ὁ
Οἰκουμενισμός. Ὁ Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ σήμερα τόν δυσώδη φορέα τοῦ
διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί κατά συνέπεια τόν
πιό ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν,
ἐπειδή συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καί
τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας. Συγκεκριμένα, διά τῶν ἐκπροσώπων του,
τοπικῶς καί διεθνῶς, ἐπιχειρεῖ διαρκῶς καί βαθμιαίως ὅλο καί μεγαλύτερες
«ἐκπτώσεις» στήν ἐκκλησιολογική-δογματική συνείδηση τῶν ἀνυποψίαστων
πνευματικῶς ὀρθοδόξων πιστῶν. Καί αὐτό τό ἐπιτυγχάνει εἰδικότερα μέ τή
σχετικοποίηση ἤ καί τήν ἀκύρωση στήν πράξη τοῦ κύρους τῆς διδασκαλίας
τῶν ἁγίων Πατέρων, καί μάλιστα συλλογικῶν ἀποφάσεών τους, στό πλαίσιο
τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Βλέπε λ.χ. τήν κατάφορη καί κατ’ ἐξακολούθηση,
ἐδῶ καί χρόνια, παραβίαση τοῦ Β΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, πού ἀπαγορεύει ρητῶς συμπροσευχή μέ ἀκοινώνητους καί
ἑτερόδοξους, μέ τή σαφῆ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως τῶν κληρικῶν καί τοῦ
ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν, πού τόν παραβιάζουν.
Στό
παραπάνω εὐρύτερα ἐκκοσμικευμένο θεολογικό κλῖμα, καί εἰδικότερα καί
κατεξοχήν στό καθαυτό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού περιγράψαμε,
ἐντάσσεται ὀργανικά καί τό ἐμφανιζόμενο τόν τελευταῖο καιρό κίνημα τῶν
ἐπίδοξων «μετα-πατερικῶν» θεολόγων. Ἀσφαλῶς, τό κίνημα αὐτό ἔχει σαφῶς
καί προτεσταντικές ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐμφανέστερες, κυρίως,
στήν ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα τοποθέτηση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων,
ἔναντι τοῦ μέχρι σήμερα διαχρονικοῦ κύρους τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας
τῶν ἁγίων Πατέρων.
Στή
σύντομη θεολογική τοποθέτησή μας θά ἑστιάσουμε κατ᾽ ἐξοχήν στό φρόνημα
καί ὄχι στό πρόσωπο τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, καθώς καί στά
κριτήρια τῆς ὑποδηλουμένης θεολογίας τους.
Δυστυχῶς,
οἱ ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, μέ τίς
παράτολμες, ἤ μᾶλλον μέ τίς θρασύτατες καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἴσως,
διατυπώσεις τους, ἐμφανίζονται πρακτικῶς νά ἀγνοοῦν πλήρως τί εἶναι ἡ
ἁγιότητα καθεαυτήν, καί κατ’ ἐπέκταση τί εἶναι καθεαυτήν ἡ
ἁγιοπνευματική ζωή τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατά τήν ἐμπειρία τῆς
Ἐκκλησίας, τήν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ Ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν.
Ἀκόμη εἰδικότερα, ἐμφανίζονται στά κείμενα νά ἀγνοοῦν, ὅτι Ὀρθόδοξη καί
ἀπλανῆ θεολογία παράγουν πρωτογενῶς μόνον ὅσοι καθαρίστηκαν ἀπό τήν
ἀκαθαρσία τῶν παθῶν τους, καί κυρίως ὅσοι φωτίστηκαν καί θεώθηκαν ἀπό
τίς ἄκτιστες ἐλλάμψεις τῆς θεοποιοῦ Χάριτος. Ἡ ἐπιχειρούμενη, αὐθαδῶς,
ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν
«μετα-πατερικῶν» θεολόγων, κλονίζει τήν ἀπαραίτητη γιά τούς πιστούς
βεβαιότητα, ὡς πρός τήν διαχρονική ἰσχύ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ
παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα καί πονηρά τήν προτεσταντικοῦ τύπου θεολογική
πιθανολογία. Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό, στήν πραγματικότητα, «μεταίρονται
ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν»1. Ἀλλά τοῦτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τόν ἁγιοπατερικό ὅσο καί τόν θεόπνευστο βιβλικό λόγο.2
Μέ
βάση τά παραπάνω (καί μόνον αὐτά), θά μπορούσαμε νά ὑποστηρίξουμε
ἐπιστημονικῶς, ὅτι οἱ ἐπίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, σαφῶς, δέν
ἔχουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας. Γιατί, ἀλήθεια, πῶς
θά μποροῦσαν νά ὑποστηρίξουν ὅτι τίς ἔχουν, ὅταν συμβαίνει νά
εἰσηγοῦνται αὐθαδῶς τήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ ὅταν
ἐπιχειροῦν νά εἰσαγάγουν στήν ἐκκλησιαστική θεολογική σκέψη μιά Δυτικοῦ
τύπου θεολογική καί γνωσιολογική πιθανολογία, πού ὡς προϋπόθεσή της ἔχει
τήν ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θωράκιση καί τόν θεολογικό στοχασμό; Αὐτή
καθεαυτήν, ἄλλωστε, ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ στήν ἀπεμπόληση τῆς χαρισματικῆς
παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα τῆς
ὀρθόδοξης θεολογίας.
Τά
ἐπιστημονικά – ἀκαδημαϊκά κριτήρια, πού εἰσηγοῦνται οἱ «μετα-πατερικοί»
θεολόγοι, ὡς τεκμήρια τῆς ἀντικειμενικότητάς τους, δέν συμπίπτουν
ἀπαραιτήτως μέ τά ἐκκλησιαστικά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν ὀρθοδόξως καί
ἀπλανῶς, ὅταν μάλιστα τά κριτήρια αὐτά χρησιμοποιοῦνται ἀπροϋποθέτως. Ἡ
Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία ἔχει σαφῶς καί κυρίως ἁγιοπνευματικά
κριτήρια. Τό κατεξοχήν καί κορυφαῖο κριτήριο τοῦ ἀπλανοῦς χαρακτήρα τῆς
ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ
ὁποῖοι τήν διατύπωσαν.
Προκαλεῖ
βαθύτατη θλίψη ἡ παχυλή ἄγνοια καί ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδομένη ἔπαρση τῶν
«μετα-πατερικῶν» θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν, ὅλως ἀμαθῶς, νά
ὑποκαταστήσουν τήν ἐνοχλητική μᾶλλον γι’ αὐτούς ἁγιοπατερική θεολογία
τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπικαιροποιημένη ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή
θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους αὐτή φανερώνουν σαφῶς, ὅτι δέν
γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς οἱ Πατέρες εἶναι ἐνεργῶς θεοφόροι καί
ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀγνοῦν ὅμως κυρίως, ὅτι ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων καί ἡ
ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, κατά τόν ἅγιο
Γρηγόριο Νύσσης3. Δηλαδή ἡ
ἁγιότητα τῶν ἁγίων ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα καί εἶναι ἄκτιστη ἰδιότητα
τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μετέχοντας ὁ πιστός ἄμεσα καί προσωπικά, καί ὑπό
σαφεῖς ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ἐν πάσῃ αἰσθήσει»
κοινωνός τῆς ἁγιότητας τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο, ὅτι ὁ
χαρακτήρας τῆς ἁγιότητας τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἄκτιστος.
Οἱ
μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ἀπλανῶς τήν Ἀποστολική Παράδοση
στήν ἐποχή τους, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως τήν βίωσαν
ἡσυχαστικῶς-ἀσκητικῶς καί κατεξοχήν μυστηριακῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ
Νέος Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γιά νά μείνουμε
ἐνδεικτικά μόνον σ’ αὐτούς, ἐπικαιροποίησαν τήν Ἀποστολική καί Πατερική
Παράδοση, ἐκφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα αὐτό ἀκριβῶς πού βίωναν
ἀκτίστως καί «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες, ἀλλά καί οἱ
ὀλιγογράμματοι χαρισματοῦχοι, ὅπως καί οἱ ἁπλοί θεοφόροι πιστοί στήν
ἐποχή τους.
Ἡ
χαρισματική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τήν πρωτογενῆ θεολογία τῆς
Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἁπλοϊκή ἤ ἔντεχνη καί λόγια ἐκφορά της. Ἡ
θεολογία αὐτή ἀποτελεῖ κτιστή ἔκφραση καί ἑρμηνεία τῆς ζωντανῆς καί
ἄκτιστης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στή συγκεκριμένη ἱστορική
πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῶν θεουμένων ἐκφραστῶν της. «Ὑπό πνεύματος
ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἀπό Θεοῦ ἄνθρωποι»4 μᾶς διαβεβαιώνει ὁ κορυφαῖος ἀπό τούς ἐπόπτες τῆς θείας μεγαλειότητας.
Νά
ἐπανέλθουμε ὅμως στά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν. Τά ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκά
κριτήρια εἶναι κτιστά. Γι’ αὐτό, ἐκτός ἀπό τό ἀσφαλέστατο κριτήριο τῆς
ἀκτίστου ἁγιότητας, ἡ μόνη διασφάλιση γιά ἀπλανῆ ὀρθόδοξη, ἐπιστημονική
θεολογία μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ, καί ἀπό τούς στερουμένους τήν ἁγιότητα
ἐπιστήμονες θεολόγους, στό ταπεινό φρόνημα, πού ἐνέχει καί ἐκφράζει ἡ
διαχρονικῶς ἐφαρμοζομένη ἐκκλησιαστική μέθοδος, ἡ ὁποία σημαίνεται στή
γνωστή ἁγιοπατερική διατύπωση: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό,
ἄλλωστε, τό ταπεινό φρόνημα, τό ὁποῖο διασφάλιζε καί τήν ἁγιότητά τους,
εἶχαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες, πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές
Συνόδους, οἱ ὁποῖες ὁριοθέτησαν ἀπλανῶς τήν ἐκκλησιαστική θεολογία. Ὁ
θεολογικός στοχασμός, στόν ὁποῖο ἀρέσκονται νά ἀναφέρονται οἱ
«μετα-πατερικοί» θεολόγοι καί ἡ συνεπαγόμενη θεολογική πιθανολογία, δέν
προσιδιάζουν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία, ἀλλά στήν ἑτερόδοξη
καί αἱρετική, ἡ ὁποία, ὅπως εὔστοχα χαρακτηρίστηκε ἀπό τούς θεοφόρους
Πατέρες, εἶναι «τεχνολογία» μᾶλλον παρά θεολογία5.
Εἶναι ἀξιοσημείωτη στήν προκειμένη περίπτωση καί ἡ καίρια παρατήρηση
τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη (τῆς Κλίμακος), ὅτι «ὁ Θεόν μή γνούς,
(ἐννοεῖται ἐμπειρικῶς καί βιωματικῶς), στοχαστικῶς ἀποφαίνεται»6.
Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά χρεώσει στούς λατινόφρονες
βαρλααμίτες τόν χαμαίζηλο καί ἀνθρώπινο θεολογικό στοχασμό, σημειώνοντας
ἀντιθετικῶς, ὅτι «ἡμεῖς οὐ στοχασμοῖς ἀκολουθοῦντες, ἀλλά θεολέκτοις
λογίοις τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως πεπλουτήκαμεν»7
Ὅταν
ἀγνοεῖται καί παραμερίζεται ἡ ἁγιότητα, ἤ ἔστω ἡ Ὀρθόδοξη θεολογική
μεθοδολογία τοῦ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν», εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ
υἱοθέτηση τοῦ «ἐλεύθερου» θεολογικοῦ στοχασμοῦ καί τῆς θεολογικῆς
πιθανολογίας. Τοῦτο ὅμως ὁδηγεῖ οὐσιαστικά σέ μιά «νεο-βαρλααμιτική»
θεολογία, πού εἶναι ἀνθρωποκεντρική καί ὡς κριτήριό της ἔχει τήν
αὐτονομημένη λογική. Ὅπως δηλαδή ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁπαδοί του
ἀμφισβήτησαν τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τοῦ θείου φωτός καί τῆς θείας
Χάριτος, ἔτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα παραγνωρίζουν στήν
πράξη τόν ἄκτιστο καί ἄρα διαχρονικό χαρακτήρα τῆς ἁγιότητας καί τῆς
διδασκαλίας τῶν θεοφόρων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀξιώνουν νά
ὑποκαταστήσουν στή διδασκαλία, παράγοντας, κατά τή γνώμη τους, οἱ ἴδιοι
πλέον πρωτογενῆ θεολογία. Αὐτό δέν ἀποτελεῖ μία ἐξωτερικοῦ χαρακτήρα
Πατρομαχία, ἀλλά κυρίως συνιστᾶ μία Θεομαχία, ἐπειδή ἐκεῖνο πού καθιστᾶ
τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄντως Πατέρες εἶναι ἡ ἄκτιστη ἁγιότητά τους,
τήν ὁποία ἔμμεσα ἀλλά οὐσιαστικά παραμερίζουν καί ἀκυρώνουν μέ ὅσα
εἰσηγοῦνται μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία τους.
Ἡ
«μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού
προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτό καί εἶναι
ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία εἶναι
ταπεινή καί εἶναι πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό δέν
σημαίνει, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας,
δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καί ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει
ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσας
παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον, πού θεολογεῖ μ’ αὐτόν τόν
τρόπο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν
ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως, πρακτικῶς,
«ἑπόμενοι» καί ἐν συμφωνίᾳ μέ τούς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
Ἡ
Ὀρθόδοξη ἐπιστημονική ἀκαδημαϊκή θεολογία δέν καλεῖται, βεβαίως, νά
ὑποκαταστήσει τήν ἁγιοπατερική – χαρισματική θεολογία, οὔτε ὅμως
δικαιοῦται νά παρουσιάζει ἄλλην, ἐκτός ἀπό τήν αὐθεντική θεολογία τῆς
Ἐκκλησίας. Τό ἔργο της εἶναι νά προσεγγίζει, νά διερευνᾶ καί νά
παρουσιάζει ἐπιστημονικά τό περιεχόμενο τῆς πρωτογενοῦς θεολογίας τῆς
Ἐκκλησίας, νά διακρίνει καί νά γνωστοποιεῖ τά κριτήρια τῆς ἀληθινῆς
θεολογίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά πετυχαίνεται καί θά ἰσχυροποιεῖται ὅλο
καί περισσότερο ἡ σύζευξη τῆς ἁγιοπατερικῆς – χαρισματικῆς θεολογίας μέ
τήν ἐπιστημονική θεολογία. Καί ὅλα αὐτά θά προωθοῦνται, μόνον ὅταν οἱ
ἐκφραστές τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας δέν θά εἶναι προσωπικῶς ἄμοιροι
τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καί ἄγευστοι τῶν ἐκκλησιολογικῶν
βιωματικῶν δεδομένων.
Ἡ
ἐπιστημονική καί ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία, ὅταν δέν ἔχει τίς παραπάνω
προδιαγραφές, ὅταν στερεῖται τήν βιωματικῶς ἐκκλησιολογική ἐκφορά της,
εἶναι στοχαστική θεολογία καί πτωχή πνευματικῶς. Προσεγγίζει μόνο μέ
κτιστό τρόπο τήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, καί ἐκφράζει,
στήν καλύτερη περίπτωση, ἐλλιπῶς τά πράγματα, καί σέ ὁρισμένες
περιπτώσεις, δυστυχῶς, ἀπό ἐσφαλμένα ἕως καί αἱρετικά.
Ἔχουμε
τήν γνώμη, ὅτι ἄν οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι εἶχαν τίς
ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις τῶν Πατέρων, θά ἐπιχειροῦσαν ταπεινά καί
ἀθόρυβα νά ὀρθοτομήσουν τήν ἀλήθεια γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς
ἀπαξιωτικές ἤ ἔστω ἀμφίσημες ἀναφορές στούς ἁγίους Πατέρες. Καί, ἄν τούς
δικαίωναν τά πράγματα, τότε ἀσφαλῶς θά ἦταν αὐτοί οἱ ἐκφραστές τῆς
ζωντανῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε,
ἀναπόφευκτα, ὅτι δέν θά ἦταν τά λεγόμενά τους ἀντίθετα μέ τά λεγόμενα
τῶν Ἁγίων πατέρων διαχρονικῶς καί ἰδιαίτερα δέν θά ἔρχονταν σέ ἀντίθεση
μέ ἀποφάσεις τους σέ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἔτσι, θά ἦταν περιττός ὅλος
αὐτός ὁ θόρυβος, σχετικά μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία. Ὅμως, οἱ
ἐπίδοξοι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά, ὅτι ἡ διδασκαλία
τῶν ἁγίων Πατέρων θέτει σαφῆ ὅρια, τά ὁποῖα εἴτε δέν τούς εὐνοοῦν
προσωπικῶς, εἴτε ἐμποδίζουν τούς στρατηγικούς στόχους, οἱ ὁποῖοι
ὑπηρετοῦν τόν ἀγαπημένο τους Οἰκουμενισμό. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά
ἄλλα εἶναι ἁπλῶς τό ἐπιμελημένο περιτύλιγμα!
Συμπερασματικά,
τέλος, θά μπορούσαμε ἀβίαστα νά ὑποστηρίξουμε, ὅτι ἡ «μετα-πατερική»
θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καί κραυγαλέα ἀπόκλιση τόσο ἀπό τή μέθοδο ὅσο καί
ἀπό τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀπόκλιση δηλαδή ἀπό τήν παραδοσιακή
θεολογία, τόσο ὡς πρός τόν τρόπο, τίς προϋποθέσεις καί τά κριτήρια τοῦ
Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ἁγιοπατερικῆς θεολογίας.
1 Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG 59, 63: «μή μεταίρωμεν ὅρια αἰώνια, ἅἔθεντο οἱ Πατέρες ἠμῶν».
2 Βλ. Παροιμ. 22, 28: «μή μεταῖρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου».
3
Βλ. Περί τελειότητος, PG 46, 280D. Ἡ μόνη διαφορά ἔγκειται στό γεγονός,
ὅτι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγαία καί φυσική (εἶναι οὐσιώδης
ἐνέργεια τῆς θείας φύσεως), ἐνῶ ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγίου εἶναι χαρισματική,
δοσμένη κατά Χάρη ἀπό τόν Θεό
4 Β’ Πέτρ. 1, 21.
5
Βλ. Ἐπιστολή 90, PG 32, 473: «Καταπεφρόνηται τά τῶν Πατέρων δόγματα,
ἀποστολικαί Παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς
Ἐκκλησίαις ἐμπεπολίτευται, τεχνολογούσι, λοιπόν, οὐ θεολογούσιν οἱ
ἄνθρωποι, ἡ κατά κόσμον σοφία τά πρωτεῖα φέρεται».
6 Βλ. Λόγος Λ’, 13.
7 Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 18
Από το βιβλίο:
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΚΑΙ ΑΠΛΑΝΩΣ ΘΕΟΛΟΓΕΙΝ.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ (σσ: 101-110)
Εκδόσεις ΠΟΥΡΝΑΡΑ
ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΤΟΥ ΚΙ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ
ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΤΟΥ ΚΙ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ
Μια μάνα είχε τρία παιδάκια. Το ένα πίσω απ’ τα’ άλλο. Τριών χρονών,τεσσάρων χρονών, πέντε χρονών.Τα δύο πεθαίνουν από λευχαιμία. Αρρωσταίνει και το τρίτο με λευχαιμία. Και το πάνε στο νοσοκομείο. Το πάει, η μάνα, χήρα ήταν, είχε χάσει και τον άντρα της. Δραματική η κατάστασις, ένα βράδυ απ’ αυτά όπου το παιδάκι χαροπάλευε. Πέρασε ένας γιατρός όλως εκτάκτως, ο διευθυντής του τμήματος, γιατί κάποια οικογένεια τον είχε παρακαλέσει, τον είχε πληρώσει, δεν ξέρω τι είχε κάμει, και έτσι ήρθε να δει κάποιο παιδάκι.Εκείνος κάτω από μια ώθηση, - του Θεού ασφαλώς - , πέρασε και απ’ τα’ άλλα παιδιά, και είδε και το παιδάκι αυτής της χήρας γυναικός.Της λέει «πονεμένη μάνα, πάρε το παιδάκι σου και φύγε τώρα τουλάχιστον να πεθάνει στην αγκαλιά σου και στο σπίτι σου. Δεν πρόκειται να ζήσει παραπάνω από μία ώρα. Είναι, είναι μία ώρα η ζωή του, ή δεν είναι. Αυτοί όπως καταλάβατε θα σας δώσουν εξιτήριο τώρα, να μη σε σταματήσει έξω ο φύλακας του νοσοκομείου...
Πράγματι
λοιπόν, το δώσαν. Αυτή τάχε χάσει εν τω μεταξύ, ήδη τάχε χαμένα, αρπάει
το παιδί της στην αγκαλιά και βγαίνει έξω στους δρόμους.Ήταν τρείς η
ώρα τη νύχτα. Τρείς, τρεισήμισι. Κανείς στους δρόμους, ερημιά, παντελή.
Και τσίριζε και φώναζε.Και σε μια στροφή του δρόμου βλέπει ξαφνικά
μπροστά της μια γυναίκα, μια νεαρή σχετικά γυναίκα, τριάντα ετών, πόσο
ήταν. Μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά της. Ποια δουλειά; Ήταν πόρνη! Και
είχε τελειώσει την νυχτερινή της βάρδια της αμαρτίας.Μόλις έφτασε
μπροστά της τρέχοντας με το μωρό στην αγκαλιά, το πέταξε στην αγκαλιά
αυτής της γυναίκας.Έπεσε στα πόδια της και φώναξε : «Σώσε το παιδί μου,
σώσε το παιδί μου, σώσε το παιδί μου». Τάχασε αυτή. Πόρνη ήταν, αμαρτωλή
ήταν, γεμάτο βρωμιά και δυσωδία, μόλις είχε τελειώσει και κλείσει την
πόρτα της αμαρτίας.Τι να κάνει. Στα πόδια της μια μάνα. Στα χέρια της
ένα παιδί που έσβηνε. Το είδε ο Θεός.Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και
φώναξε, είπε: «Θεέ μου, εγώ είμαι αμαρτωλή, είμαι πόρνη, τώρα μόλις
τελείωσα. Αν δεν μ’ ακούς εμένα, και δεν θα μ’ ακούσεις βέβαια γιατί
είμαι αμαρτωλή, άκουσε τουλάχιστον αυτήν την πονεμένη μάνα». Αυτά
είπε.Και κείνη τη στιγμή έγινε το θαύμα!Το παιδί άνοιξε τα μάτια του και
είπε «μανούλα», και αγκάλιασε με τα χεράκια της την πόρνη. Της τόδωσε
και το θαύμα έγινε.Ο Θεός άκουσε την προσευχή μιας αμαρτωλής.Όχι της
μάνας. Μιας αμαρτωλής, μιας πόρνης.
Όπως
την άκουσε και με τόσα παραδείγματα που έχει το Άγιον και ιερόν
Ευαγγέλιον, αφού αφιερώνει μια ολόκληρη ημέρα, απ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα,
στη μετάνοια και στην αγάπη, και στην πίστη μιας αμαρτωλής, και πόρνης
μάλιστα αμαρτωλής.Το δεύτερο λοιπόν αυτό συγκλονιστικό παράδειγμα όπως
και το πρώτο, μας διδάσκουν ότι οι προσευχές μας, εισακούγονται όλες,
έστω και αν είμαστε αμαρτωλοί, όταν πρόκειται να κάνομε προσευχές για
τον πλησίον μας. Και πολύ περισσότερο βέβαια προσευχές για το παιδί μας,
για τον αδελφόν μας, και κυρίως όταν κάνομε προσευχές για τον εχθρόν
μας.Γι’ αυτό λοιπόν όταν λέμε την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν
με», την οποίαν εδώ και εικοσιπέντε χρόνια σας συνιστώ, να την κάμετε
όπωσδήποτε, ημέρα και νύχτα, σε όποιο τόπο και χρόνο, τη λέμε, ζητάμε
έλεος γιατί είμεθα αμαρτωλοί.Έλεος! Και το έλεος το χαρίζει ο Θεός μόνον
στους αμαρτωλούς. Οι δίκαιοι δεν έχουν ανάγκη να ζητήσουν έλεος, διότι
λέει «ο τους δικαίους αγαπών, και τους αμαρτωλούς ελεών».Άρα λοιπόν όλοι
εμείς που είμεθα αμαρτωλοί, να κάνομε πρώτα τη δική μας προσευχή, να
γονατίσομε, να συντριβούμε, να κάνομε ό,τι μας ζητάει η Αγία μας
Εκκλησία, ο Κύριός μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, και ύστερα, να
πάρομε το τηλέφωνο, ή να πάμε στον πνευματικό, και να του ζητήσομε
βοήθεια και συνδρομή και την συμπαράστασή του με προσευχή.Η αγάπη του
Θεού νάναι πάντοτε μαζί σας, γιατί σ’ Αυτόν ανήκει πάσα δόξα, τιμή και
προσκύνησις, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας,Αμήν.
* Απόσπασμα ομιλίας του π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου.
Ετικέτες
Π.ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Κ' έγυρ' Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
Οι καταφρονεμένοι μ' αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.
Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ' εσείς, τρεις Χώρες!
Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν' η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ' αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.
Κ' ύστερα υψώθηκα σ' εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ' έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.
Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ' εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τον Παρθενώνα.
Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ' την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.
Τα είδωλα τ' αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ' ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν' εδώ κάπου μια ζωή, και είν' άξια για να ζήσει.
Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ' εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ' εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ' ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!
Κωστής Παλαμάς
ΜΕ ΟΛΟ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΘΑ ΣΑΣ ΛΕΩ,ΔΩΣΤΕ ΣΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ
ΜΕ ΟΛΟ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΘΑ ΣΑΣ ΛΕΩ,ΔΩΣΤΕ ΣΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ
Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι' αὐτά, καὶ θὰ ποῦν Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βαρετὸς στοὺς ἀκροατές,ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν,ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!Ἀλλ' ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν να ἐνοχλῆ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἲσως νὰ 'ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θὰ 'ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρὶῳ συμμερίζονται» (Α' Κορ. 9,13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου• τώρα ὅμως παρακαλῶ γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε• γι' αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.
Γιατί
ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποῦ πεινᾶ, ντύσε τον ποὺ
γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποῦ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν
ντρέπεται μπροστὰ σ' ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγη «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ
μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25,42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ
τίποτε' καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια
πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν.
Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ,δῶστε σ' ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ
θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ' αὐτούς. Γιατί ἐὰν κάποιος ἔχη στοιχεῖα καὶ
μπορῆ νὰ μᾶς κατηγορήση, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς
ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε
πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν,
καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια.Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ
Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπανο
τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι
πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς
καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι
σκληρὸς κατήγορος.
* Από Αὐτοβιογραφικὲς σελίδες καὶ Απάνθισμα κειμένων του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου,εἰσαγωγὴ καὶ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ,Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Π. Αβαγιάνος.
Ετικέτες
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΤΗΝ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ
ΤΗΝ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ
Για την ανυπόκριτη αγάπη του Χριστού και για την διατήρηση της ανόθευτης
Πίστης,κανείς δεν είναι αρεστός στους πολλούς,βιώνουμε την σύνθλιψη
του δόγματος από αιρετικούς παγκοσμιοποιητές της Πίστης,ο Οικουμενισμός
είναι πρωτότοκος γυιός της μασονίας,ο τεκτονισμός εκ των έσω, διαβρώνει
σκέψεις και συνειδήσεις,από χρόνια στρατολογούνται τεκτονικοί
υπηρέτες,περιβεβλημένοι με τα τιμημένα ράσα της ορθής πίστης,στο όνομα
μιας απροσδιόριστης αγάπης,καλούνται οι πιστοί να ομονοήσουν με
κόπτες,καθολικούς,ευγγελισ τές και άλλες μισερές
παραφυάδες,Άγιοι της Ορθοδόξου Πίστης μας,ομολογητές,που έβαλαν κεφάλι
στον ντορβά,ήλεγξαν αιρετικούς,εικονολάτρες,μο νοθεληστές,ευσεβιστές,πολε μήθηκαν,αφορίστηκαν
και μετά από χρόνια αγιοποιήθηκαν,τώρα έχουμε και κρατικούς,αιρετικούς
βερμπαλιστές που ανήκουν σε μια σχολή νεοταξικών ιστοριολόγων,που απλά,
απεργάζονται συνειδητά τον ερμαφροδιτισμό της ιστορίας,την επέμβαση
αλλαγής φύλου στο παρελθόν ενός λαού,ο εκμαυλισμός και η γλυπτική στην
ιστορία γεννούν παραφροσύνη,όσους πλαστικούς χειρούργους και να
χρησιμοποιήσουν,το αποτέλεσμα θα είναι ένα τηλεοπτικό ζόμπι,οι Έλληνες περιμένουν
στην γωνία τους θιασώτες αυτής της κακόγουστης παράστασης,έχουν
υπομονή,έχουν όμως και αντοχή, που οσονούπω εξαντλείται,το παρελθόν ενός
λαού δεν γράφεται μόνο στα βιβλία σας,είναι γονιδιακά αντισώματα που
επιζούν σε όλα τα καρκινώματα,η ιστορία μας είναι χαραγμένη στον
οργανικό ιστό του Έλληνα,που δυστηχώς για σας,μεταδίδεται εις γενεά και
γενεά,είναι εξαπλώσιμη,μεταδοτική και πάνδ ημη,όσους άθεούς ειδωλολάτρες και εκπεσόμενους δωδεκαθειστές να έχουμε,όσους νεόκοπους,ανι στόρητους
δημοσιογράφους και νεοταξικούς ιστοριοδίφες να ακούμε,θυμηθείτε πως,το
Βυζάντιο υπήρξε η μοναδική αυτοκρατορία,ανά τον κόσμο,που άντεξε χίλια
χρόνια δοκιμασίας,ο Χριστιανισμός βγήκε από τις κατακόμβες και
αναγνωρίστηκε ως Επίσημη Θρησκεία από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο,η Ρωμιοσύνη
μεγαλούργησε στα Γράμματα και τις Τέχνες,η Πατερική Θεολογία
αναπτύχθηκε ακραιφνώς,η Εκκλησία του Θεού φώτισε και εκπολίτησε
λαούς,το βασικότερο όμως ήταν τούτο...Στα εκπεσόμενα θεμέλια ενός
παραμυθευμένου και ειδωλολατρικού στάτους,ο Χριστιανισμός αγιοποίησε μια
παρελθούσα,εκπεσόμενη,παγα νιστική πρακτική και έβαλε τον Χριστό,ως θεμέλιο λίθο!
Γιώργος Δημακόπουλος
Αναρτήθηκε από
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






