Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

<< Ο δέ παράμομος Ιούδας ούκ ηβουλήθη συνιέναι>> 18 χρονια απο το επάρατο σχίσμα της νεοεικονομαχικής αιρέσεως συνοπτική ιστορία ,και τα πιστεύω των νεο-εικονομάχων , ως και σχόλια έπ'αυτών

<< Ο δέ παράμομος Ιούδας ούκ ηβουλήθη συνιέναι>> 18 χρονια απο το επάρατο σχίσμα της νεοεικονομαχικής αιρέσεως συνοπτική ιστορία ,και τα πιστεύω των νεο-εικονομάχων , ως και σχόλια έπ'αυτών

<< Ο δέ παράμομος Ιούδας ούκ ηβουλήθη συνιέναι>>
18 χρονια απο το επάρατο σχίσμα της νεοεικονομαχικής αιρέσεως
συνοπτική ιστορία ,και τα πιστεύω των νεο-εικονομάχων , ως και σχόλια έπ'αυτών 












Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ,ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ,ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

"Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;", θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στρα­βό δρόμο. Γι' αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ."Και πώς να μη θρηνώ", θα πεις, "που δεν είμαι πια πατέρας;". Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νο­μίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: "Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια". Αλλά να σκέφτεσαι: "Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπα­τήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο"."Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε", ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, εί­ναι γνωστό που θα πάει. "Γι' αυτό ακριβώς κλαίω", θα εξηγήσεις, "γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες". Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: "Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;".

Τότε θα Του έλεγες: "Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;". Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, για­τί έπαψε πια ν' αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύ­τερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοη­θήσεις· όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές. Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζο­νται. Και όταν εμείς κάνουμε γι' αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρα­νό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχε­τε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ' ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά.

 

Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ' ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά. "Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα", ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα.

Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: "Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνε­ται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μα­νίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα πε­ρισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ πε­ρισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώ­σουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια πο­σά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβε­ρό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοι­μάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

* Πηγή: Βιβλίο «Θέματα ζωής».Απόσπασμα Κειμένων του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 106-121)

 

 

 



 

Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΗΣ ΠΟΡΝΗΣ

Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΗΣ ΠΟΡΝΗΣ

Ο Όσιος Αβράμιος ζούσε στα ασκητήρια της Παλαιστίνης και μάλιστα ανέπτυξε και μεγάλη ιεραποστολική δράση.Όταν πληροφορήθηκε ότι η κόρη του αδελφού του κατήντησε πόρνη στα διάφορα πανδοχεία της περιοχής. πήγε και την βρήκε, και της υπέδειξε τον δρόμον της μετανοίας. Εκείνη κατάλαβε το λάθος της και τη μεγάλη της αμαρτία, εγκατέλειψε τον κόσμο και την αμαρτωλή ζωή της και ακολούθησε τον θείο της.Εκείνος την εγκατέστησε σε μια σπηλιά για να κλαύσει τις αμαρτίες της. Και μάλιστα ήταν τόσο αληθινή και τόσον ενεργουμένη η μετάνοιά της, ώστε ύστερα από λίγα χρόνια να κάνει ακόμα και θαύματα.Αυτή η αληθινή ιστορία μοιάζει με μια άλλη, όπου κάποιος πάλι μοναχός έσωσε από κάποιο πορνείο την ανιψιά του. Όταν τον συνάντησε κάτω στην είσοδο θέλησε να τα εγκαταλείψει αμέσως όλα και να τον ακολουθήσει. Εκείνος είπε «πάρε βάλε τα σανδάλιά σου, και βάλε ένα ρούχο επάνω σου και ακολούθησέ με». Εκείνη όμως είπε «όχι. Αν γυρίσω πίσω, αν γυρίσω μέσα, αν επιστρέψω μέσα, δεν θα γυρίσω κοντά σου. Δεν θα ξεφύγω απ’ την αμαρτία. Γι’ αυτό θα σ’ ακολουθήσω όπως είμαι, ξυπόλητη και με τα εσώρουχα.

Έτσι μπροστά ο θείος μοναχός, και πίσω η ανιψιά του η Μαρία, βάδιζαν όλη μέρα μέσα στις κακοτοπιές της ερήμου, στα μονοπάτια που ασφαλώς δεν ήταν οι δρόμοι της εποχής μας. Βράδιασε και έπεσαν να κοιμηθούν ο ένας μακριά από τον άλλον.Το πρωί ο μοναχός αφού έκανε την προσευχή του, πήγε κοντά στην ανιψιά του, και θέλησε να την ξυπνήσει. Αλλά την βρήκε νεκρή. Είχε πεθάνει από αιμορραγία διότι τα πόδια της τα τρυφερά είχαν κατατρυπηθεί από τις πέτρες και τα αγκάθια των ατσαλιών εκείνων των κακών μονοπατιών.Ο θείος έμεινε με την απορία. Εσώθηκε άραγε η ανιψιά του, ναι ή όχι; Και αφού κάλεσε τους πατέρες της σκήτης και τέλεσαν την νεκρώσιμη ακολουθία και την έθαψαν, και τοποθέτησαν στον τάφο της έναν σταυρό με τ’ όνομά της, κατόπιν έπεσαν σε νηστεία και προσευχή, και κατόπιν θείου οράματος, ο θάνατός της απεκαλύφθηκε από τον Θεόν ότι λογαριάστηκε σαν μαρτύριο αφού είχε την πρόθεση της μετανοίας και την αλλαγή της ζωής της. Το αίμα που έχυσε σε ολόκληρο το δρόμο και που προκάλεσε την αιμορραγία και αργότερα το θάνατό της, την κοίμησή της, ήταν θάνατος μαρτυρικός. Ζωντανή έμπρακτη ομολογία της μετάνοιάς της. Αυτόν τον δρόμον λοιπόν της εμπράκτου μετανοίας και των δακρύων, μας υποδεικνύει και σε όλους εμάς ο Θεός και αυτόν είθε να ακολουθήσουν.
  

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤ' ΑΙΒΑΛΙ,ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤ' ΑΙΒΑΛΙ,ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο.

Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα - δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι.

Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα - δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου - κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας,  Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό - Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό - Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα.

Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» - δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό.

Ήτανε ο παλαβό - Παρασκευάς. Με δυο - τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε.Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.


 

* Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου,΄΄Τ'αιβαλί,η πατρίδα μου.΄΄

 

* Πηγή,Alopsis.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

«...Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση...».









Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη...ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.
Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διήγησής του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!
Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο.
Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του.
Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία.
Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18).
Ήταν θεληματική αγάπη κι όχι καταναγκασμός αυτό που έφερε τον Ιησού στο θάνατό του. Στην αγωνία του μέσα στον κήπο και στη Σταύρωσή του οι σκοτεινές δυνάμεις του επιτίθενται μ' όλη τους την ορμή, αλλά δεν μπορούν ν' αλλάξουν τη συμπόνια του σε μίσος· δεν μπορούν να εμποδίσουν την αγάπη του να συνεχίσει να είναι η ίδια. Η αγάπη του δοκιμάζεται ως το έσχατο σημείο, αλλά δεν καταπνίγεται. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5. Στη νίκη του Χριστού πάνω στο Σταυρό θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν από κάποιο Ρώσο ιερέα, όταν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ο πόνος έχει καταστρέψει τα πάντα. Ένα μόνο πράγμα έχει μείνει σταθερό, η αγάπη» .
Ο Σταυρός σαν νίκη μας θέτει το παράδοξο της παντοδυναμίας της αγάπης. Ο Dostoevsky πλησιάζει την αληθινή έννοια της νίκης του Χριστού με μερικά λόγια, που βάζει στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά:
Μπροστά σε μερικές σκέψεις ο άνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ιδίως μπροστά στη θέα της ανθρώπινης αμαρτίας, και αναρωτιέται αν θα την πολεμήσει με βία ή με ταπεινή αγάπη.
Πάντα ν' αποφασίζεις: «Θα την πολεμήσω με ταπεινή αγάπη» . Αν αποφασίσεις πάνω σ' αυτό μια για πάντα, μπορείς να κατακτήσεις ολόκληρο τον κόσμο. Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη: είναι το πιο δυνατό απ' όλα τα πράγματα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτή.
Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη· όποτε θυσιάζουμε κάτι ή υποφέρουμε όχι μ' αίσθηση επαναστατικής πίκρας, αλλά με τη θέλησή μας και από αγάπη, αυτό μας κάνει πιο δυνατούς κι όχι πιο αδύνατους. Αυτό σημαίνει προπάντων στην περίπτωση του Ιησού Χριστού. «Η αδυναμία του ήταν από δύναμη», λέει ο άγ. Αυγουστίνος. Η δύναμη του Θεού φαίνεται όχι τόσο πολύ μέσα στη δημιουργία του κόσμου ή μέσα στα θαύματά του, όσο στο γεγονός ότι από αγάπη ο Θεός «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τον εαυτό του, με γενναιόδωρη αυτοδιάθεση, με τη δική του ελεύθερη εκλογή συγκατανεύοντας να υποφέρει και να πεθάνει. Κι αυτό το άδειασμα του εαυτού είναι συνάμα μία πλήρωση: η κένωση είναι πλήρωση. Ο Θεός δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, όσο όταν βρίσκεται στην έσχατη αδυναμία.
Η αγάπη και το μίσος δεν είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα που επηρεάζουν το εσωτερικό σύμπαν αυτών που τα αισθάνονται, αλλά είναι και αντικειμενικές δυνάμεις που αλλάζουν τον κόσμο έξω από μας. Αγαπώντας ή μισώντας τον άλλο, τον κάνω, ως ένα σημείο, να γίνει αυτό που εγώ βλέπω μέσα του. Όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τις ζωές όλων γύρω μου, η αγάπη μου είναι δημιουργική, έτσι όπως το μίσος μου είναι καταστροφικό. Κι αν αυτό αληθεύει για τη δική μου αγάπη, αληθεύει σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση για την αγάπη του Χριστού.
Η νίκη της γεμάτης πόνο αγάπης του πάνω στο Σταυρό δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα για μένα που μου δείχνει τι θα μπορούσα να πετύχω εγώ ο ίδιος αν μπορούσα να τον μιμηθώ με τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, η πονεμένη του αγάπη έχει πάνω μου ένα δημιουργικό αποτέλεσμα, μεταμορφώνοντας την καρδιά μου και τη θέλησή μου, ελευθερώνοντάς με από τα δεσμά, ολοκληρώνοντάς με, κάνοντας δυνατό για μένα ν' αγαπώ μ' ένα τρόπο που θα ήταν τελείως περ' από τις δυνάμεις μου, αν πρώτα δεν ειχ' αγαπηθεί απ' αυτόν. Γιατί μέσα στην αγάπη ταυτίστηκε μαζί μου· και η νίκη του είναι νίκη μου. Κι έτσι ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό είναι πράγματι, όπως τον περιγράφει η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ένας «ζωοποιός θάνατος».
Επομένως η οδύνη του Χριστού και ο θάνατος έχουν αντικειμενική αξία· έκανε για μας κάτι που θα ήμασταν τελείως ανίκανοι να κάνουμε δίχως αυτόν. Ταυτόχρονα δεν θα έπρεπε να λέμε ότι ο Χριστός υπέφερε «αντί για μας», αλλ' ότι υπέφερε για χάρη μα ς. Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση.
Αυτή είναι η αξία του Σταυρού του Χριστού για μας. Αν τη συνδέσουμε με την Ενσάρκωση και τη Μεταμόρφωση που προηγήθηκε, και με την Ανάσταση που την ακολουθεί -γιατί όλ' αυτά είναι αχώριστα μέρη μιας μοναδικής πράξης ή «δράματος»- η Σταύρωση πρέπει να κατανοηθεί σαν ύψιστη και τέλεια νίκη, θυσία και πρότυπο. Και σε κάθε περίπτωση η νίκη, η θυσία και το πρότυπο είναι της αγάπης που πάσχει.
Έτσι βλέπουμε το Σταυρό:
την τέλεια νίκη της ταπείνωσης που ξέρει ν' αγαπάει πάνω στο μίσος και το φόβο·
την τελεία θυσία ή την εκούσια αυτοπροσφορά της συμπόνιας που ξέρει ν'αγαπάει·
το τέλειο πρότυπο της δημιουργικής δύναμης της αγάπης.
Με τα λόγια της Julian του Norwich:
Θα’ θελες να μάθεις το νόημα του Κυρίου σου πάνω σ' αυτό το πράγμα; Μάθε το καλά: Η αγάπη ήταν το νόημά του. Ποιος στο έδειξε; Η αγάπη. Τι σου έδειξε εκείνος; Αγάπη. Γιατί στο έδειξε; Από αγάπη. Κρατήσου απ' αυτό και θα μάθεις περισσότερα. Αλλά ποτέ δεν θα ξέρεις ούτε θα μάθεις μέσα σ' αυτό τίποτ' άλλο.
Τότε είπε ο καλός μας Κύριος Ιησούς Χριστός: Είσαι ευχαριστημένος που υπέφερα για σένα; Είπα: Ναι, Κύριέ μου, σ' ευχαριστώ· ναι, Κύριέ μου, ας είσαι ευλογημένος. Τότε είπε ο Ιησούς, ο Κύριος: Αν εσύ είσαι ευχαριστημένος, είμαι κι εγώ ευχαριστημένος: είναι μια χαρά, μια ευδαιμονία, μια ατέλειωτη ικανοποίηση για μένα το ότι κάτι υπέφερα για σένα· κι αν μπορούσα να υποφέρω περισσότερο, θα υπέφερα περισσότερο.
Κάλλιστος Ware

Το σημείο του Σταυρού

Το σημείο του Σταυρού

Πριν από είκοσι αιώνες ο σταυρός ήταν όργανο ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου. Οι Ρωμαίοι καταδίκαζαν στην ποινή της σταυρώσεως τους πιο μεγάλους εγκληματίες.

Σήμερα ο σταυρός κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη ζωή των πιστών χριστιανών, σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας, σαν όργανο θυσίας, σωτηρίας, χαράς, αγιασμού και χάριτος. "Όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, "αυτό το καταραμένο και αποτρόπαιο σύμβολο της χειρότερης τιμωρίας, τώρα έχει γίνει ποθητό και αξιαγάπητο". Παντού το Βλέπεις. "Στην αγία Τράπεζα, στις χειροτονίες των Ιερέων, στη θεία λειτουργία, στα σπίτια, στις αγορές' στις ερημιές και στους δρόμους' στις θάλασσες, στα πλοία και στα νησιά' στα κρεβάτια και στα ενδύματα' στους γάμους, στα συμπόσια' στα χρυσά και τ' ασημένια σκεύη' στα κοσμήματα και στις τοιχογραφίες... Τόσο περιπόθητο σ' όλους έγινε το θαυμαστό αυτό δώρο, ή ανέκφραστη αυτή χάρη".

Πράγματι, οπού κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από το ναό, θα δει το σημείο του σταυρού. Σαν ορατό, σχηματικό σύμβολο, αλλά και σαν ιερή χειρονομία. Το σημείο του σταυρού δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας.

Γιατί όμως;

Γιατί από τότε πού πάνω στο σταυρό καρφώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία του κόσμου ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, το όργανο αυτό της τιμωρίας έγινε όργανο σωτηρίας. "... Ου γαρ έτι καταδίκης εστί τιμωρία, αλλά τρόπαιον εδείχθη ημίν σωτηρίας", λέει ένα τροπάριο. Το αντικείμενο της αισχύνης έγινε ή δόξα της Εκκλησίας. Της κατάρας το σύμβολο, έγινε "αράς της αρχαίας λύτρον". Της οδύνης και του θανάτου το ξύλο, έγινε "χαράς σημείον" και "ζωής ταμείον". Και όλ' αυτά επειδή πάνω στο ξύλο του σταυρού, μαζί με το πανάχραντο σώμα Του, ο Κύριος κάρφωσε και τις αμαρτίες μας. Όπως γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, μας χάρισε "πάντα τα παραπτώματα, εξαλείψας το καθ' ημών χειρόγραφον... προσηλώσας αυτό τω σταυρώ".

Ο σταυρός του Χριστού μας συμφιλίωσε με τον ουράνιο Πατέρα, από τον Όποιο μας είχε χωρίσει ο διάβολος, εξαπατώντας τους προπάτορες. Ό σταυρός του Χριστού μας άνοιξε τη βασιλεία των ουρανών, αφού μέχρι τη σταύρωση Εκείνου ο Άδης κατάπινε αχόρταγα ακόμη και τους δικαίους. Γι' αυτό έχει τόση δύναμη και χάρη, τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού, πού, όταν σταυρώθηκε, τη μεταβίβασε με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο στον τίμιο σταυρό Του, όπως σοφά μας λέει και ή υμνολογία: " Ο σταυρός σου, Χριστέ, ει και ξύλον οράται τη ουσία, αλλά θείαν περιβέβληται δυναστείαν και αισθητώς τω κοσμώ φαινόμενος, νοητώς την ημών θαυματουργεί σωτηρίαν...".

Ο σταυρός λοιπόν έγινε το σύμβολο του ιδίου του Χριστού. Σύμβολο πού τρέμουν τα δαιμόνια.

Αν είναι όμως πράγματι έτσι, γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι πού αρνούνται, αποστρέφονται και ατιμάζουν το σταυρό; "Πολλοί γαρ περιπατούσιν", γράφει ο απόστολος Παύλος, "ους πολλάκις έλεγον υμίν, νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια!...".

Πράγματι, ορισμένοι αιρετικοί είναι "εχθροί του σταυρού". Ο σταυρός, λένε, είναι όργανο εγκλήματος, και αποτελεί ειδωλολατρία ή απόδοση σ' αυτόν τιμής. Υποστηρίζουν μάλιστα πώς ή αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε το σημείο του σταυρού.

Η άποψη αυτή είναι πλανεμένη. Πρώτον, επειδή ή Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό σαν ένα τυχαίο γεωμετρικό σχήμα. Δεύτερον, επειδή ή τιμή προς το σημείο του σταυρού έχει την αρχή της στους αποστολικούς ήδη χρόνους. Τρίτον, επειδή ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε με υπερφυσικά γεγονότα, σε διάφορες περιπτώσεις και εποχές, ότι ο σταυρός αποτελεί το σύμβολο Του. Και τέταρτον, επειδή με το σημείο του σταυρού έγιναν και γίνονται εξαίσια θαύματα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

   Α' Η Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό αυτό καθεαυτό, σαν απλό σχήμα, αποδεσμευμένο από τον εσταυρωμένο Κύριο. Αυτό θα ήταν πράγματι ειδωλολατρία. Αλλά τον τιμά σαν το σύμβολο της μεγάλης θυσίας του Χριστού, από την όποια απορρέει ή χάρη, ο αγιασμός και ή σωτηρία του ανθρώπου. Τον ασπάζεται και τον προσκυνά σαν το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24, 30), πού έχει προσλάβει μυστικά και ακατάληπτα, όπως είπαμε, τη χάρη και τη δύναμη Του.
Βλέποντας ο πιστός το σχήμα του σταυρού, κάνοντας το σημείο του σταυρού, προσκυνώντας τον "τύπον" και το σύμβολο του σταυρού, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και προσκυνά τον εσταυρωμένο Ιησού. "Δεν ασπαζόμαστε το σταυρό σαν Θεό, αλλά δείχνοντας τη γνήσια διάθεση της ψυχής μας προς τον Εσταυρωμένο", γράφει ο άγιος Ιερώνυμος.
Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διευκρινίζει ότι, εκτός από το τίμιο Ξύλο, "προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, αν και είναι από διαφορετική ύλη κατασκευασμένος, όχι βέβαια τιμώντας ,την ύλη - μη γένοιτο -, αλλά τον τύπο, σαν σύμβολο του Χριστού". Πόσο δίκιο έχουν οι άγιοι Πατέρες, θα διαπιστώσουμε παρακάτω, εξετάζοντας την αγιαστική και θαυματουργική δύναμη του σημείου του σταυρού.

   Β' Η αρχή της τιμής προς το σημείο του σταυρού χάνεται στα βάθη της χριστιανικής αρχαιότητος, μια και μας παραδίδεται από τους αποστολικούς χρόνους.

Ο άγιος απόστολος Παύλος διακηρύσσει: "Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ου Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω".

Ό άγιος απόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό, όπως ο Κύριος. Τόσο τιμούσε όμως το σημείο του σταυρού, ώστε ικέτευε τους δήμιους του: "Δεν είμαι άξιος να με σταυρώσετε όρθιο, όπως το Χριστό μου. Εκείνος σταυρώθηκε έτσι για να βλέπει στη γη, επειδή θα πήγαινε στον Άδη να ελευθερώσει τις ψυχές, πού βρίσκονται εκεί. Εμένα όμως να με σταυρώσετε με το κεφάλι κάτω, για να βλέπω τον ουρανό, όπου πρόκειται να πάω".

Ο άγιος απόστολος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, όταν αντίκρισε το σταυρό του μαρτυρίου του (σχήματος Χ), αναφώνησε με δέος και συγκίνηση: "Χαίρε, σταυρέ, πού με το σώμα του Χριστού αγιάστηκες και με τα μέλη του, σαν με μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πριν καρφωθεί επάνω σου ο Κύριος μου, ήσουνα φοβερός για τους ανθρώπους. Τώρα όμως όλοι οι πιστοί γνωρίζουν πόση χάρη είναι κρυμμένη μέσα σου. Άφοβα και χαρούμενα σε πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι εσύ, το μαθητή του εσταυρωμένου Χριστού... Ω μακάριε και παμπόθητε σταυρέ, πάρε με από τους ανθρώπους και παράδωσε με στο Δάσκαλο μου!".

Την αρχαιότητα της χρήσεως του σημείου του σταυρού επιβεβαιώνει και ένας από τους μεγάλους απολογητές, ο Τερτυλλιανός (περίπου 160-220), πού γράφει: " Οπουδήποτε κι αν πρόκειται να φθάσουμε, για οπουδήποτε κι αν πρέπει να ξεκινήσουμε, όταν φθάνουμε και όταν ξεκινούμε, όταν βάζουμε τα παπούτσια μας, όταν πλενόμαστε, όταν τρώμε, όταν ανάβουμε το λυχνάρι, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι, όταν καθόμαστε στο σκαμνί, όταν αρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε στο μέτωπο μας το σημείο του σταυρού" (De corona 3,11).

   Γ' Ο ίδιος ο Κύριος, με υπερφυσικά γεγονότα και θαυμαστές αποκαλύψεις, φανέρωσε σε διάφορες περιστάσεις, με τρόπο κραυγαλέο, πώς το σημείο του σταυρού αποτελεί το σύμβολο Του και το αήττητο τρόπαιο των πιστών. Θ' αναφερθούμε σ' ελάχιστα παραδείγματα, από τ' αναρίθμητα πού διασώζουν ή εκκλησιαστική ιστορία, οι άγιοι Πατέρες και τα συναξάρια.

1. Ό γνωστός εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (+ 340), σύγχρονος του άγιου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, περιγράφει εναργέστατα και αδιάψευστα το πασίγνωστο περιστατικό της εμφανίσεως στον άγιο του φωτεινού σταυρού με την επιγραφή "εν τούτω νίκα", και μάλιστα μέρα μεσημέρι, με μάρτυρες όλους τους άνδρες του στρατεύματος του.

2. Εκτός από την παραπάνω υπερφυσική φανέρωση του σημείου του σταυρού, έγινε και μια άλλη, πάλι μπροστά σε αναρίθμητους αυτόπτες μάρτυρες, όταν βασιλιάς ήταν ο Κωνστάντιος, γιος του αγίου Κωνσταντίνου, και αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ο άγιος Κύριλλος. Το θαύμα διηγείται ο ίδιος ο άγιος στο βασιλιά με μια επιστολή του, στην όποια αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη (7 Μαΐου 346, περίοδος Πεντηκοστής), γύρω στην τρίτη ώρα (9 π.μ.), φάνηκε στον ουρανό το σημείο του τιμίου σταυρού, τεράστιο, ολοφώτεινο, εκτεινόμενο από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών. Δεν το είδαν ένας και δύο, αλλά όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων. Και δεν φάνηκε για μια στιγμή μόνο, αλλά για ώρες πολλές κρεμόταν στο στερέωμα. Και ήταν τόσο λαμπρό, ώστε ξεπερνούσε στη λάμψη τις ακτίνες του ήλιου, γι' αυτό και μπορούσαν να το δουν φανερά μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αυτό το θαύμα ό λαός της πόλεως έτρεξε στο ναό της Αναστάσεως. Όλοι έσπευσαν να δοξάσουν μ' ένα στόμα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, έχοντας τώρα διδαχθεί από τα ίδια τα πράγματα ότι το πανευσεβές δόγμα των χριστιανών δεν στηρίζεται σε ανθρώπινη σοφία, πού πείθει με τα λόγια και τη λογική, αλλά στις αποδείξεις πού δίνουν τα πνευματικά χαρίσματα και οί θαυματουργικές δυνάμεις. Και το δόγμα δεν κηρύσσεται μόνο από ανθρώπους, αλλά μαρτυρείτε και από τον ίδιο το θεό, από τον ουρανό. Την ανάμνηση "του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού" εορτάζει η Εκκλησία μας στις 7 Μαΐου, ημέρα της εμφανίσεως του.

3. Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος (20 Σεπτεμβρίου) αξιώθηκε να δει ένα θαυμαστό όραμα, χάρη στο όποιο μεταστράφηκε από την ειδωλολατρία στη χριστιανική πίστη.
Συνετός, εγκρατής, φιλάνθρωπος και φιλοδίκαιος, αν και ειδωλολάτρης, ό άγιος Ευστάθιος (πού λεγόταν τότε Πλακίδας) είλκυσε πάνω του τη χάρη του Χριστού, πού του αποκαλύφθηκε με παράδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα, ενώ μια μέρα κυνηγούσε στο δάσος, βλέπει από μακριά ένα ωραιότατο και μεγαλόσωμο ελάφι, πού, ενώ έφευγε, έστρεφε κάθε τόσο το κεφάλι και τον παρατηρούσε κατάματα. Ό άγιος σπιρούνισε το άλογο του για να το φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Έτρεξαν πίσω του και οι σύντροφοι του, αλλά μάταια. Μετά από ώρα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, γιατί τα άλογα τους είχαν εξαντληθεί. Μόνο ο άγιος επέμεινε να καλπάζει πίσω από το ακούραστο ελάφι. Τελικά, καταϊδρωμένοι αυτός και το άλογο του, έφτασαν μπροστά σ' ένα μεγάλο χάσμα. Το ελάφι εύκολα πήδηξε απέναντι, όπου στάθηκε και κοίταζε τον άγιο. Το άλογο όμως δεν μπορούσε να πηδήξει, και αναγκάστηκε να σταματήσει. Τότε, με απερίγραπτη έκπληξη, βλέπει ο άγιος ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο φωτεινό σταυρό, πού έφερε τον εσταυρωμένο Κύριο, και ακούει μια φωνή να του λέει: "Γιατί, Πλακίδα, με κυνηγάς; Εγώ είμαι ο Χριστός, πού δεν με γνωρίζεις, αλλά μ' εύαρεστεϊς με τα καλά σου έργα. Για χάρη σου λοιπόν φάνηκα πάνω σ' αυτό το ελάφι. Οι ελεημοσύνες και οι καλές σου πράξεις μ' ευχαρίστησαν. Γι' αυτό κι εγώ σου φανερώθηκα, γιατί δεν είναι δίκαιο ένας άνθρωπος σαν κι εσένα να μη γνωρίζει την αλήθεια...". Αυτά και άλλα πολλά του είπε ο Κύριος, πριν τον στείλει στον επίσκοπο του τόπου, ο όποιος τον βάπτισε μαζί με ολόκληρη την οικογένεια του, δίνοντας του το όνομα Ευστάθιος.

Τρία από τα αναρίθμητα παραδείγματα θεϊκών αποκαλύψεων, σχετικά με το σημείο του σταυρού, είναι όσα αναφέραμε πιο πάνω, με τα όποια διδασκόμαστε ότι το σημείο αυτό είναι ή σφραγίδα του Χριστού.
Για να αιτιολογηθεί με περισσότερα στοιχεία ή τιμή πού αποδίδει στο σταυρό ή Εκκλησία, και για να φανεί παραστατικά ή δύναμη του σημείου του σταυρού, ως σημείου του Χριστού, θα διηγηθούμε παρακάτω μερικά σποραδικά θαύματα - τα πιο πολλά από τους βίους των άγιων -, πού έγιναν κατά καιρούς μ' αυτό το πανίερο σύμβολο.

Δ' Ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου), θεράπευσε στην Πάτμο τον παράλυτο ειδωλολάτρη ιερέα του Απόλλωνα, σφραγίζοντας τον με το σημείο του σταυρού.

Ο άγιος Αντώνιος ο μέγας (17 Ιανουαρίου), θέλοντας να καταισχύνει κάποιους ειδωλολάτρες σοφούς, πού πήγαν να τον πειράξουν, έφερε μπροστά τους μερικούς δαιμονισμένους και είπε: " Η καθαρίστε τους εσείς με τους συλλογισμούς σας και μ' οποιαδήποτε άλλη τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλούμενοι τα είδωλα σας, ή, αν δεν μπορείτε, παραιτηθείτε από την πολεμική εναντίον μας, και θα δείτε τη δύναμη του σταυρού του Χριστού!". Και την ίδια στιγμή επικαλέστηκε τον Κύριο, σφραγίζοντας τους δαιμονισμένους τρεις φορές με το σημείο του σταυρού. Αμέσως εκείνοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια και σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας το Θεό.

Όταν ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου (12 Μαΐου) ήταν ακόμα μικρό δεκάχρονο παιδί, ένα ατίθασο γαϊδούρι τον τραυμάτισε σοβαρά στο μηρό και τον έριξε χάμω, ανίκανο πια να σηκωθεί. Τότε ένας ευσεβής χριστιανός, ο Κλεόθιος, τον σταύρωσε τρεις φορές στο χτυπημένο μέλος, και αμέσως ο μικρός Επιφάνιος γιατρεύτηκε και σηκώθηκε. Ο ίδιος ο άγιος, πολύ αργότερα, σταύρωσε τρεις φορές επίσης τη θυγατέρα του βασιλιά της Περσίας, και την απάλλαξε αυτοστιγμεί από το δαιμόνιο πού την βασάνιζε.

Ο άγιος Βασίλειος ο μέγας (1 Ιανουαρίου), όταν ο αρειανός βασιλιάς Ουάλης διέταξε να παραδοθεί ο καθεδρικός ναός της Νικαίας στους αρειανούς, ζήτησε ν' αφήσουν το Θεό ν' αποφανθεί για το ζήτημα. Πρότεινε να κλείσουν το ναό, κι έπειτα να προσευχηθούν τόσο οι αρειανοί όσο και οι ορθόδοξοι. Και αν ανοίξει με την προσευχή των ορθοδόξων, να παραμείνει σ' αυτούς. Αλλιώς, αν δηλαδή ανοίξει με την προσευχή των αρειανών ή ακόμα κι αν δεν ανοίξει καθόλου, να τον πάρουν οι αρειανοί. Έτσι κι έγινε. Άλλα οι προσευχές των αιρετικών δεν καρποφόρησαν. Αντίθετα, μόλις ό άγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω στην κλειστή πύλη του ναού λέγοντας, "Ευλογητός ό Θεός των χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων", αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι ανοίχτηκαν τα θυρόφυλλα. Έτσι ή εκκλησία παρέμεινε στους ορθοδόξους.

Η αγία Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου), όταν ο ηγεμόνας της Νικομήδειας Αλέξανδρος την έριξε μέσα σ' ένα καμίνι, σφραγίστηκε με το σημείο του σταυρού και δεν πειράχτηκε καθόλου από τη φωτιά.
Με το σημείο του σταυρού γιάτρευε όλους τους αρρώστους, πού έτρεχαν κοντά του για να βρουν την υγεία τους, ο άγιος Θαλλέλαιος (20 Μαΐου).

Με το σημείο του σταυρού ο όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος (28 Μαΐου) και ο άγιος Ζαχαρίας ο σκυτοτόμος (17 Νοεμβρίου) άνοιγαν τις νύχτες τις κλειδωμένες πύλες των εκκλησιών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου πήγαιναν και προσεύχονταν κρυφά από τους ανθρώπους, και με τον ίδιο τρόπο τις έκλειναν πάλι φεύγοντας.

Άλλα δεν έχουν τέλος τα θαύματα του σταυρού.

Ένα διαρκές, επαναλαμβανόμενο θαύμα είναι του αγιασμού. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η κιβωτός της Αλήθειας, έχει αυτό το θεϊκό δώρο και προνόμιο. Μόνο η Εκκλησία μας έχει αγιασμό. Με τη σταυροειδή ευλογία του ιερέως και την τριπλή σταυροειδή βύθιση του σταυρού στο νερό, αυτό αγιάζεται και γίνεται "ιαματικόν ψυχών και σωμάτων, και πάσης αντικείμενης δυνάμεως αποτρεπτικόν", ενώ, επιπλέον, παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο!

Έχει δίκιο, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης όταν γράφει: "Ό σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού, του Υιού του θεού. Γι' αυτό και το σημείο του, και ή σκιά του ακόμα μόνη, προκαλούν τρόμο στους δαίμονες, γιατί είναι το σημείο του Χριστού, γιατί είναι ή σκέπη του εσταυρωμένου. Γι' αυτό αρκεί να βυθίσει κανείς το σταυρό στο νερό για να το αγιάσει. Μετά απ' αυτό, το νερό γίνεται ιαματικό και διώχνει τα δαιμόνια".

Με όλα όσα πολύ συνοπτικά εκθέσαμε ως εδώ, αιτιολογείται και κατανοείται απόλυτα η μεγάλη τιμή με την οποία περιβάλλει η Εκκλησία μας το σημείο του σταυρού, καθώς και η συχνότατη χρήση του τόσο στη θεία λατρεία όσο και στην καθημερινή ζωή των πιστών:

Σ' όλες τις κινήσεις του λειτουργού, κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας, από το "Ευλογημένη ή Βασιλεία" μέχρι το "Δι' ευχών", κυριαρχεί το σημείο του σταυρού.

Σε όλες τις λατρευτικές πράξεις και τελετές, όπου γίνεται λόγος για ευλογία, κατά την άγραφη παράδοση της Εκκλησίας πρέπει να σχηματίζεται από τον ιερέα "σταυρού τύπος".

Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τον ορθόδοξο ναό, θα δει το σημείο του σταυρού αποτυπωμένο: στη ναοδομία, στην εικονογραφία, στην εκκλησιαστική διακοσμητική, στα λειτουργικά βιβλία, στα ιερά άμφια και σκεύη...

Άλλα και στην καθημερινή μας ζωή όλοι οι πιστοί διαφυλάσσουμε σαν πολύτιμη πνευματική και αγιαστική παρακαταθήκη την ιερή συνήθεια της χρήσεως του σημείου του σταυρού.

Οι ευσεβείς χριστιανοί κάνουν πολύ συχνά το σταυρό τους: Το πρωί πού σηκώνονται από τον ύπνο- στη διάρκεια όλων των προσευχών τους, όταν φεύγουν από το σπίτι τους, όταν περνούν μπροστά από ιερούς ναούς, όταν αρχίζουν κάποια εργασία, όταν τελειώνουν την εργασία, πριν πιουν νερό ή άλλο ποτό, πριν από το φαγητό, μετά το φαγητό, πριν κατακλιθούν για ύπνο- όταν ακούσουν είτε ευχάριστη είτε δυσάρεστη είδηση... Σε κάθε περίσταση, εύκαιρα-άκαιρα, το σημείο του σταυρού!... Ή ημέρα του πιστού αρχίζει - και πρέπει ν' αρχίζει-με το σταυρό και τελειώνει με το σταυρό. Άλλα και αντίστροφα, η νύχτα του αρχίζει και τελειώνει πάλι με το σταυρό.

Πολλές φορές επίσης οι χριστιανοί καταφεύγουν στο ναό, αναζητώντας τον ιερέα για να τους "σταυρώσει", δηλαδή να τους ευλογήσει σταυροειδώς (είτε με σταυρό είτε με άλλο ιερό σκεύος ή άμφιο), προκειμένου να ενισχυθούν εναντίον των πειρασμών ή ν' ανακουφιστούν από κάποια ασθένεια.

Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη του σημείου του σταυρού, σημείου του παντοδύναμου Υιού του Θεού. Τόσο μεγάλη η χάρη πού κλείνει μυστικά μέσα του. Όπως συνοπτικά και παραστατικά διατυπώνει ο άγιος Μακάριος Μόσχας, "πολλές φορές ένα και μόνο σημείο του σταυρού, πού γίνεται με πίστη και έντονα βιώματα, είναι ισχυρότερο από πολλά λόγια προσευχής μπροστά στο θρόνο του Ύψιστου. Σ' αυτό υπάρχει το φως πού καταυγάζει την ψυχή, ή ιαματική δύναμη πού θεραπεύει τα ασθενήματα των ψυχών και των σωμάτων, ή μυστική δύναμη πού αντιδρά σε κάθε βλάβη. Ταράζουν την ψυχή σου ακάθαρτοι λογισμοί και επιθυμίες; Περιτειχίσου με το σημείο του σταυρού, διπλασίασε και τριπλασίασε αυτό το τείχος, και οι ακάθαρτοι λογισμοί θα δαμαστούν. Κατατυραννιέται ή καρδιά σου από τη μελαγχολία και τη θλίψη; Σε κυριεύει ο φόβος ή σε περιστοιχίζουν οι πειρασμοί; Αισθάνεσαι τις πονηρίες των αοράτων εχθρών; Κατάφυγε σ' αυτή τη δύναμη του σταυρού, και ή ειρήνη της ψυχής θα ξαναγυρίσει, οι πειρασμοί θ' απομακρυνθούν, ή παρηγοριά της χάριτος του Θεού και ή πνευματική ευφροσύνη θα πλημμυρίσουν την καρδιά σου".

Μετά απ' αυτά όμως, ευλόγα μας γεννιέται το ερώτημα: "Αν έχει τόση χάρη και τόση δύναμη το σημείο του σταυρού, γιατί δεν μπορούμε κι εμείς όλοι ν' απολαύσουμε τις ευλογίες και τις δωρεές του;
Δεν είναι δύσκολη ή απάντηση: Επειδή δεν το χρησιμοποιούμε σωστά, όπως πρέπει, όπως θέλει ο Θεός και ή Εκκλησία.

   Θ' αναφερθούμε ενδεικτικά μόνο σε τέσσερις αιτίες:

α) Ίσως γιατί είμαστε ολιγόπιστοι και χλιαροί. Δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού με ζωντανή πίστη στον εσταυρωμένο Κύριο και στη δύναμη της χάριτος του σταυρού Του.

β) Ίσως γιατί δεν έχουμε ταπεινοφροσύνη. Έτσι, αν ο Κύριος ενεργοποιήσει τη δύναμη του σημείου του σταυρού Του, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε υπερηφάνεια, θεωρώντας τις συνέπειες αυτής της θείας δυνάμεως σαν δικά μας κατορθώματα.

γ) Ίσως για τη σκληροκαρδία, την αμαρτωλότητα και την αμετανοησία μας. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πρέπει "να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο, και τότε, ωσάν κάνομεν τον σταυρόν, κατακαίεται ο διάβολος και φεύγει. Είδε και είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός οπού κάνομεν... [και τότε] οι δαίμονες δεν φοβούνται".

δ) Τέλος, ίσως επειδή δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού σωστά, με τον τρόπο πού μας έχει παραδώσει η άγια Εκκλησία μας, προσβάλλοντας έτσι την ιερότητα του και τον ίδιο τον Κύριο.
Αυτό το τελευταίο πρέπει να το προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Όλοι μας - κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί - είμαστε ένοχοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, για απρόσεκτη ή μηχανική ή και ασεβή εκτέλεση του σημείου του σταυρού πάνω στο σώμα μας.

Ορισμένοι κινούν βιαστικά το χέρι πάνω στο στήθος - ή και στον αέρα, χωρίς ν' ακουμπούν καθόλου το σώμα τους - άλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ή Χ, και άλλοτε παίζοντας, θαρρείς, κιθάρα. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια άσκοπη και ακατανόητη κίνηση, πού φτάνει στα όρια της βλασφημίας; Βαρύς μα αληθινός είναι ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου, πού γράφει κάπου ότι ο ίδιος ο διάβολος κινεί το χέρι των απρόσεκτων αυτών χριστιανών, για να χλευάσει το πανίερο σύμβολο τον τιμίου σταυρού και για να κολάσει τους ίδιους.

Κάποιοι χριστιανοί πάλι πέφτουν σε άλλο σφάλμα. Είναι εκείνοι πού έρχονται στην εκκλησία, στέκονται συνήθως σε εμφανή σημεία και εκεί, μπροστά σε όλους, με κουφή επιδεικτικότητα, σπάζουν τη μέση σε βαθειές μετάνοιες, απλώνουν ανεξέλεγκτα τα χέρια πέρα-δώθε και σταυροκοπιούνται με κινήσεις πληθωρικές, αδιάκριτες, κάποτε μάλιστα και γελοίες...

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία χριστιανών, πού αποφεύγουν εντελώς να κάνουν το σημείο του σταυρού, και μάλιστα δημόσια. Είναι εκείνοι πού ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό και στο σταυρό Του. Φοβούνται την ειρωνεία, την περιφρόνηση, τη χλεύη των ανθρώπων του κόσμου. Αγαπούν, όπως γράφει ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης, "την δόξαν των ανθρώπων μάλλον υπέρ την δόξαν του Θεού". Αν ανήκουμε σ' αυτούς, ας θυμηθούμε την παραγγελία του άγιου αποστόλου Παύλου, "μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω", καθώς και τη σοβαρή προειδοποίηση του ίδιου του Κυρίου, "πας ουν όστις ομολογήσει εν Εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς, όστις δ' αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς". Και, πέρα απ' αυτά, ας συνειδητοποιήσουμε ότι στερούμε τον εαυτό μας και από ένα πανίσχυρο όπλο κατά των πειρασμών, των παθών, των ασθενειών και των δαιμόνων. "Ας προσέξουμε τι μας συμβουλεύει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: "Μη ντρεπόμαστε το σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά το σταυρό σου, για να δουν οι δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, κοντολογής σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό... Είναι μεγάλο το φυλακτήριο. Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή ή χάρη του προέρχεται από το Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων".

Πώς όμως θα γίνει και για μας φυλακτήριο το σημείο του σταυρού;

Πώς θα γίνει στα χέρια μας φόβητρο των δαιμόνων; Αν το κάνουμε σωστά. Αν το κάνουμε όπως μας παραδίδει και μας διδάσκει ή άγια Εκκλησία μας - με πίστη, ευλάβεια, συναίσθηση, ιεροπρέπεια, ταπείνωση και διάκριση.

Πώς δηλαδή;

Αρχικά ενώνουμε τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού, ομολογώντας έτσι την πίστη μας σ' ένα Θεό, πού είναι ταυτόχρονα και τρεις υποστάσεις, τρία πρόσωπα - ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα -, ομοούσια, ενωμένα μεταξύ τους "αχωρίστως" και "αδιαιρέτως". Τα άλλα δύο δάκτυλα, πού ακουμπούν στην παλάμη, συμβολίζουν τις δύο φύσεις, δύο θελήσεις και δύο ενέργειες του Κυρίου μας, τη θεία και την ανθρώπινη. Μ' αυτό τον τρόπο κάνουμε μια συμβολική ομολογία της ορθοδόξου πίστεως μας, πού βάσεις και θεμέλια της αποτελούν το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα.

Μετά φέρνουμε το χέρι στο μέτωπο, τη σωματική περιοχή της διανοητικής λειτουργίας, φανερώνοντας έτσι ότι αγαπούμε το Θεό μ' όλη τη διάνοια μας και ότι αφιερώνουμε σ' Αυτόν όλες τις σκέψεις μας.
Το χέρι έρχεται κατόπιν στην κοιλιά. Έτσι δηλώνουμε συμβολικά ότι προσφέρουμε στον Κύριο όλες τις επιθυμίες μας και όλα τα συναισθήματα μας.

Τέλος, φέρνουμε το χέρι στους ώμους, πρώτα στο δεξιό και μετά στον αριστερό, ομολογώντας έτσι ότι και κάθε σωματική μας δραστηριότητα ανήκει σ' Εκείνον.


Μιαν άλλη συμπληρωματική ερμηνεία, θεολογικότατη μέσα στην απλότητα της, μας δίνει στην πέμπτη διδαχή του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
"Ακούσατε, χριστιανοί μου, πώς πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τι σημαίνει. Μας λέγει το Άγιον Ευαγγέλιον πώς ή αγία Τριάς, ο Θεός, δοξάζεται εις τον ουρανόν περισσότερο από τους αγγέλους. Τι πρέπει να κάμεις και εσύ; Σμίγεις τα τρία σου δάκτυλα με το δεξιόν το χέρι σου και μην ημπορώντας να ανεβείς εις τον ουρανόν να προσκύνησης, βάνεις το χέρι σου εις το κεφάλι σου, διατί το κεφάλι σου είναι στρογγυλό και φανερώνει τον ουρανόν και λέγεις με το στόμα: Καθώς εσείς οι άγγελοι δοξάζετε την Αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ, ως δούλος ανάξιος, δοξάζω και προσκυνώ την Αγίαν Τριάδα. Και καθώς αυτά τα δάκτυλα είναι τρία - είναι ξεχωριστά, είναι και μαζί - έτσι είναι και ή αγία Τριάς, ο Θεός, τρία πρόσωπα και ένας μόνος Θεός. Κατεβάζεις το χέρι σου από το κεφάλι σου και το βάνεις εις την κοιλίαν σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και σε λατρεύω, Κύριε μου, ότι κατεδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου δια τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχώρησης και να με βάλεις εις τα δεξιά σου με τους δικαίους. Βάνοντας το πάλι εις τον αριστερόν ώμον λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριε μου, μη με βάλεις εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, ότι, καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις την Ανάστασιν και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριε μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, πώς αναστήθηκες από τους νεκρούς δια να μας χαρίσεις την ζωήν την αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός.

Όπως διαπιστώνουμε από τα παραπάνω, το σημείο του σταυρού κλείνει μέσα του όλα τα σωτηριώδη γεγονότα, πού οικονόμησε ή άπειρη αγάπη του Θεού για τον "πεπτωκότα" άνθρωπο.

Γι' αυτό ακριβώς είναι σημείο σωτήριο, σημείο ζωοποιό, σημείο αγιαστικό, "νικοποιόν όπλον" (άγ. Σωφρόνιος Ιεροσολύμων), "των κακών αλεξιτήριον" (άγ. Γρηγόριος Νύσσης), "κεφάλαιον των αγαθών απάντων" (άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος) για τους χριστιανούς.

Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν όσο μπορούμε πιο συχνά, αγιάζοντας μ' αυτό κάθε πτυχή της καθημερινής και της πνευματικής μας ζωής.
 ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ!! ΑΓΙΑ !! ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΣ ! ΔΕΝ ΧΩΡΙΖΕΤΕΙ ΣΕ ΚΟΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ !!

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ!! ΑΓΙΑ !! ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΣ ! ΔΕΝ ΧΩΡΙΖΕΤΕΙ ΣΕ ΚΟΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ !!

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ!! ΑΓΙΑ !! ΚΑΙ  ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΣ ! ΔΕΝ ΧΩΡΙΖΕΤΕΙ ΣΕ ΚΟΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ !! ΟΠΟΙΟΙ  ΑΠΟΚΟΠΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΩΤΗΡΙΑ!! ΑΠΟΚΟΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΑΤΕΤΑΓΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ  ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ! ΑΠΟΚΟΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΣΟΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΑΝ Η ΑΛΛΑΞΑΝ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑ ΙΩΤΑ Η ΜΙΑ ΚΕΡΑΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΟ Η ΑΓΡΑΦΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ !!

όποιος εμελέτησε την πρόσφατον Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν και δεν γνωρίζει ότι η αλλαγή ημερολογίου το 1924 ήτο το πρώτον συγκεκριμένον βήμα του Οικουμενισμού εις τον Ελληνικόν χώρον; Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος και οι συν αυτώ, διά να παραπλανήσουν τον λαόν, είχον ισχυρισθή ότι προέβησαν εις μίαν διόρθωσιν διά λόγους αστρονομικής ακριβείας. Εάν τούτο ήτο αληθές θα είχεν εφαρμοσθεί εις την Ελλάδα ημερολόγιον αστρονομικώς τελειότερον του πεπαλαιωμένου ήδη ημερολογίου του Πάπα Γρηγορίου. Διατί εφαρμόσθη το επίσης εσφαλμένον ημερολόγιον του Πάπα; Μα απλούστατα, σκοπός δεν ήτο η επίτευξις αστρονομικής ακριβείας. Αυτό που επεδιώκετο ήτο η επίτευξις εορτολογικής ενότητος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των αιρετικών "Εκκλησιών" της Δύσεως. Επεδιώκετο η Ένωσις των Εκκλησιών τουλάχιστον εις τον εορτολογικόν τομέα, και τούτο ως πρώτον βήμα. Η τακτική των Οικουμενιστών είναι πρόοδος διά βαθμίδων. Η πρώτη βαθμίς ήτο η εορτολογική ένωσις των Εκκλησιών. Στο πρόγραμμα ήτο να επακολουθήσουν συν τω χρόνω όσα επηκολούθησαν και όσα θα επακολουθήσουν.
Φθάνει να αναγνώση κανείς την Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920 διά να πεισθή πλήρως. Η εγκύκλιος αυτή προτείνει ως πρώτον λίθον του οικουμενιστικού οικοδομήματος την φιλικήν προσαρμογήν της Ορθοδοξίας προς τας "Εκκλησίας" της Δύσεως "διά της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου". Γράφεται επί λέξη: "Δύναται δε η φιλία αύτη και αγαθόφρων προς αλλήλους διάθεσις εκφαίνεσθαι και τεκμηριούται ειδικώτερον ως εξής: α΄. διά της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών...". 




Αλλοίμονον! Αι κορυφαί της Ορθοδοξίας, επί το έργον της προδοσίας!
Περί της συντελουμένης Καϊφαϊκής προδοσίας πλειστάκις έχομε γράψει. Τα Ορθόδοξα «Άγια των Αγίων» μολυνθέντα ήδη, δια της κατακριτέας αυτομολήσεως των «Ορθοδόξων» Προκαθημένων των, προς τον οργανισμόν του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), ασφυκτιούν θανασίμως εκ  της «συνεργασίας» και «συνυπάρξεως» του εναγκαλισμού του επαράτου Οικουμενισμού, όστις, ως προσφυώς ελέχθη, «μη έχων όρια ο ίδιος αγωνίζεται να εξαφανίση και καταστρέψη τα όρια της Εκκλησίας του Χριστού». Ήδη, συζητείται, όχι μόνον περί ενώσεως με όλους τους Χριστιανούς ακόμη και με Ιουδαίους, αλλά και ότι πας ζων επί της γης, είναι μέλος της «Εκκλησίας», δηλ. της … «Παγκοσμίου εκκλησίας» των Οικουμενιστών! Απολύτως πιστεύομεν, ότι η των Εικονομάχων κακοδοξία αποτελεί μικρογραφίαν της καταβαλλομένης σήμερον προσπαθείας δια την ολοκληρωτικήν καταστροφήν της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, την Οποίαν δια του ιδίου αυτού αίματος, εθεμελίωσεν ο Κύριος, και οι απ΄ αιώνος μάρτυρες και ομολογηταί ανήγειραν εις Ναόν περικαλλούς ευπρεπείας και ωραιότητος. Το πνεύμα της πλάνης και ασεβείας αντιληφθέν, ότι η ποικίλη κατά των Ορθοδόξων βία ολίγα κατορθοί, εδίδαξε τους συγχρόνους υιούς του σκότους, να μετέρχωνται του λοιπού τας μεθόδους της «συνυπάρξεως», «συνδιαλλαγής» και «αγάπης», ευνουχίζοντες ούτω κατ΄ αρχάς πάσαν ορθόδοξον μαχητικήν διάθεσιν, δεσμεύοντες αργότερον ταύτην, και τέλος, ως σύμμαχον παρασύροντες εν τω ιδίω αυτών στρατοπέδω, εν πολλοίς μιτροφορούσαν ή ακαδημαϊκή τηβέννω κεκοσμημένην… Αλλοίμονον! Αι κορυφαί της Ορθοδοξίας, επί το έργον της προδοσίας! Τω όντι,  «πως έπεσαν δυνατοί;» (Β΄ Βασιλ. Α,27). Εσπούδασαν γαρ «εγκαταμίξαι το ψεύδος τη αληθεία και τη ευσεβεία την ασέβειαν». Σκοτισθέντες «ουδέν ηγήσαντο το πράγμα ουδέ διαφέρειν ευσέβειαν ασεβείας ενόμισαν», οίτινες «τω Αντιχρίστω την οδόν παρασκευάζουσιν». Αληθώς, «πως εγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως εν η δικαιοσύνη εκοιμήθη εν αυτή, νυν δε φονευταί;» (Προφ. Ησαϊου, α,2). Ήδη, ο Οικουμενισμός έχει εις τα δίκτυά του, καθώς γνωρίζετε, απάσας τας τοπικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας. Η ένωσις έχει τελεσθή, τουλάχιστον εις επίπεδον κορυφής. Το μόνον, όπερ αναμένουν οι οπαδοί της, είναι η κατάλληλος διαφώτισις του λαού, ώστε να την δεχθή και ούτος άνευ «ανταρσιών» και «επαναστάσεων».


Έξοδος από της Εκκλησίας
Τι σημαίνει  η εισαγωγή, εις τα ιερά Δίπτυχα της Εκκλησίας, του ονόματος του αιρεσιάρχου Πάπα; Τι άλλο, ει μη «ομολογία» του Παπισμού. Άρνησις  της Ορθοδοξίας. Παράβασις του Θείου Νόμου. Έξοδος από της Εκκλησίας. Μετάθεσις εις την αίρεσιν. Ανταλλαγή του φωτός δια του σκότους, της αληθείας δια του ψεύδους, της Χάριτος δια του αναθέματος. Ασεβής αναγνώρισις του αιρεσιάρχου Πάπα και ένωσις μετά της παπικής αιρέσεως, της οποίας το μέρος «εις την λίμνην του πυρός και του θείου», καθ΄ ότι «ψευδοπροφήτης».